Μια φωνή από τη φυλακή

Σελαχαττίν Ντεμίρτας «Πριν το ξημέρωμα»
(μτφ. Στέλλα Βρετού, εκδ. Πατάκη, 2018)

Τον Σελαχχατίν Ντεμίρτας τον γνωρίζουμε στην Ελλάδα, αν και συνήθως αναφερόμαστε σε αυτόν τονίζοντας –λανθασμένα– το επώνυμό του στη λήγουσα, Ντεμιρτάς. Είναι ο Κούρδος ηγέτης (συμπρόεδρος) του Δημοκρατικού Κόμματος των Λαών (HDP), εκλεγμένος βουλευτής για πρώτη φορά το 2007, τρίτος στις προεδρικές εκλογές του 2014 με ποσοστό περίπου 10%, βουλευτής το 2015, όταν το HDP ήρθε τέταρτο κόμμα στις εκλογές με ποσοστό 13,12%, και πολιτικός κρατούμενος από τον Νοέμβριο του 2016, έγκλειστος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας τύπου F στην Ανδριανούπολη, κατηγορούμενος για τα συνήθη, τρομοκρατία, εγκληματική οργάνωση κ.ά. – κατηγορίες που επισύρουν περίπου 150 χρόνια φυλακή (στο τέλος του βιβλίου, ο Ντεμίρτας ευχαριστεί τους δικηγόρους του, «επειδή μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω, καθώς ασχολούνται αυτοί με τις 102 υποθέσεις εις βάρος μου»…). Παρά τη διεθνή κατακραυγή και το κίνημα αλληλεγγύης, ο Ντεμίρτας παραμένει στη φυλακή.

Εκεί, στο κελί της φυλακής της Ανδριανούπολης («ο χώρος αυλισμού της φυλακής μας είναι σαν ορθογώνιο πηγάδι από μπετόν, τέσσερα επί οχτώ, εκεί περίπου. Αλλά όσο και να τον περπατάς δε φτάνεις στην άκρη του»), ο Ντεμίρτας άρχισε να μετατρέπει τις σκέψεις του, τις αναμνήσεις του, τα όνειρά του, σε λογοτεχνία – μια επιλογή από τα γραπτά του είναι τα δώδεκα διηγήματα που απαρτίζουν αυτό το πρώτο λογοτεχνικό του βιβλίο.
Στις σελίδες του Ντεμίρτας συναντάμε ανθρώπους που θέλουν να πετάξουν και σπουργίτια που θέλουν να φτιάξουν με ασφάλεια τη φωλιά τους. Ανήλικα παιδιά που «δουλεύουν ανασφάλιστα και με μειωμένο μεροκάματο» σε ένα εργοτάξιο όπου «από τους εξήντα εργάτες μόνο οι είκοσι έξι ήταν ασφαλισμένοι» – τα παιδιά που ανακαλύπτουν ότι χτίζουν τις «Φυλακές Υψίστης Ασφαλείας Ανδριανούπολης Τύπου F». Κορίτσια που αναγκάζονται να αφήσουν το σχολείο στην πέμπτη δημοτικού «γιατί το σχολείο δεν ήταν κοριτσίστικη υπόθεση. Άλλωστε, πλησίαζε σε ηλικία γάμου». Την πεντάχρονη Μίνα, πρόσφυγα από τη Χάμα της Συρίας, που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο πώς κατέληξε στη νέα, τραγική της, κατοικία («μια βδομάδα τώρα είμαι στον πάτο της θάλασσας, είμαι μια γοργόνα»). Στους δρόμους του κυκλοφορούν λεωφορεία που μεταφέρουν «ασφαλισμένους, “λαθραίους”, ηλικιωμένους, ανήλικους εργάτες» «από ένα θλιβερό παρελθόν προς ένα αβέβαιο μέλλον».

Η μυρωδιά της φτώχιας

Ο Ντεμίρτας απευθύνεται στην Επιτροπή Ανάγνωσης (λογοκρισίας) Επιστολών της φυλακής (που «εξαιτίας μου δουλεύουν σαν τους σκλάβους») ρωτώντας και αναρωτώμενος: «Πείτε μου, ρε παιδιά, τι σόι επάγγελμα είναι αυτό που διαλέξατε να κάνετε;» – και μετά μας μεταφέρει στο Χαλέπι, όπου «στους πάγκους του πουλιέται μόνο η θλίψη».
Στο διήγημα «Σεχέρ» (το οποίο δίνει και τον τίτλο στην τουρκική έκδοση του βιβλίου), ένας πρώτος και τρυφερός έρωτας καταλήγει σε μια ανείπωτη τραγωδία, σε ένα έγκλημα τιμής όπου το ίδιο το θύμα αναγκάζεται να συμβιβαστεί με τον δικό του, πολύ ανθρώπινο, τρόπο με το τραγικό αναπόφευκτο. Σε άλλο διήγημα, η Ναζάν, η νεαρή καθαρίστρια που ζει «στη γειτονιά με τα γκετζέκοντου, τ’ αυθαίρετα» συνειδητοποιεί με τον δικό της τρόπο τη φτώχια της: «Είμαστε όλοι φτωχοί, αλλά δε μας φαίνεται η φτώχεια μας. Μας χτυπάει όμως κατάμουτρα όταν κατεβαίνουμε στην πόλη». Όταν ξαφνικά όλα στη ζωή της ανατρέπονται μέσα από μια καταιγιστική και ακατανόητη αλυσίδα (διαδήλωση, τραυματισμός, σύλληψη, δίκη, φυλακή), η ματιά του Ντεμίρτας θέλει να αποφύγει τις ευκολίες: «Ο εισαγγελέας ήταν καινούριος στο επάγγελμα, ακόμα δεν είχε αποβάλει από πάνω του τη μυρωδιά της φτώχειας». Αλλά και οι γυναίκες δεσμοφύλακες: «Δικές μας όλες. Ξέρανε ότι δεν θα βγαίνανε ποτέ από τη φτώχεια, ούτε στα όνειρά τους δεν μπορούσαν ν’ αποκτήσουν αυτοκίνητο. Δεν ήμασταν εμείς η αιτία της φτώχειας τους, αλλά μας συμπεριφέρονταν σαν να ήμασταν».

Ζωές που σπαταλήθηκαν για ένα χαμόγελο

Στα διηγήματα του Ντεμίρτας ζουν άνθρωποι καθημερινοί, αυτό που λέμε πολλές φορές «απλοί άνθρωποι», ο καθένας με τη δική του, «μικρή» προσωπική ιστορία, τα δράματα και τις χαρές του, σε μια κοινωνία που πολλές φορές σημαδεύεται από υποκρισία και αυστηρά ήθη που διαλύουν συναισθήματα και ανθρώπους («δεν έχω πια τη δύναμη να μετράω τις ζωές που σπαταλήθηκαν για ένα χαμόγελο»). Η φτώχια και η ανεργία, η κοινωνική βία με την οποία έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες, η πολιτική δράση στην Τουρκία και οι κίνδυνοι που πολλές φορές αυτή συνεπάγεται, αποτυπώνονται σε κείμενα με χαμηλόφωνο, διακριτικό χιούμορ, με ειρωνεία κάποιες φορές, φτιάχνοντας ιστορίες άλλοτε ρεαλιστικές και άλλοτε αλληγορικές και γεμάτες συμβολισμούς, ιστορίες –κάποιες με πολύ έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία– με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο και πρόσημο που όμως, δεν θέλουν να είναι μονοδιάστατες, δεν καταφεύγουν στον διδακτισμό και τις διακηρύξεις και τους ηρωισμούς, καθώς κυριαρχεί η ανθρώπινη ματιά με την οποία ο συγγραφέας επιλέγει να καταγράφει την πραγματικότητά του.

«Λογοτεχνία της φυλακής»

Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει να γίνει εκτενέστερη αναφορά στη λεγόμενη «λογοτεχνία της φυλακής», μια λογοτεχνία που έχει, δυστυχώς, μακρά ιστορία και παράδοση, μια λογοτεχνία στην οποία συγγραφείς εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους έχουν υπογράψει βιβλία επίσης εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους αλλά πιθανώς και με μερικά κοινά στοιχεία. Όσον αφορά την Τουρκία, αρκεί να θυμηθούμε τον Ναζίμ Χικμέτ και τα έργα που έγραψε στη φυλακή. Στην ίδια παράδοση, ο Ντεμίρτας στέλνει το δικό του σήμα μέσα από το κελί της φυλακής, για να πει ότι «ο αληθινός εαυτός μας είναι αυτός που είμαστε στα όνειρά μας». Το βιβλίο του είναι αφιερωμένο «στις γυναίκες που δολοφονήθηκαν ή έπεσαν θύματα βίας».
Το Πριν το ξημέρωμα έχει πουλήσει πάνω από 200.000 αντίτυπα στην Τουρκία, έχει μεταφραστεί ή μεταφράζεται σε πάνω από 15 χώρες, ενώ η γαλλική έκδοση ήταν υποψήφια για το βραβείο Médicis για το 2018.

Κώστας Αθανασίου