Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Του Θωμά Τσαλαπάτη

«Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ./ Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα/ Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο/Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο/Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.»

Στην Αθήνα η βροχή είναι πλημμύρα. Όταν δυναμώνει πάντοτε σου φέρνει στο μυαλό κάτι σπασμένο. Όλα εδώ ξεχειλίζουν. Είναι τα παλιά ποτάμια που μπαζώθηκαν και τώρα επιστρέφουν, ζητώντας εκδίκηση. Μια εκδίκηση μαλακή, ήπια, σαν τα παπούτσια του περαστικού που βράχηκαν χωρίς προφανή λόγο. Είναι τις ώρες αυτές που τίποτα δεν διασχίζεις. Είναι η βροχή αυτή που διασχίζει εσένα. Και αν είναι νερό, το ίδιο είναι και ο προορισμός σου.

 

«Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα —Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά /Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως/ Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.»

Είναι περίεργο πως ζητάς συντροφιά από κάτι που γεννήθηκε αποκλειστικά για να πέφτει. Τις ώρες που δυναμώνει, τις ώρες που σε κατέχει περισσότερο. Είναι περίεργο πως εκμυστηρεύεσαι σε κάποιον που δεν συναντάς ποτέ ολόκληρο. Όμως το να εκμυστηρεύεσαι είναι ο μόνος τρόπος για να θυμηθείς, ο μόνος τρόπος για να επιστρέψεις. Παλιές βροχές και πρόσωπα παλιά που τώρα στάζουν σαν τα τζάμια. Σαν δακρυσμένες επιφάνειες χωρίς λύπη. Σαν διαδρομές χτυπημένες που μπάζουν νερά από παντού και ονομάζουνε βυθό την κάθε απόσταση. Τίποτα δεν κολυμπάει στην μνήμη. Τίποτα δεν επιπλέει. Όλα εδώ, διαμπερή βυθίζονται.

«Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα/ Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα/ Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι/ Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι»

 

Αν βάλεις τη βροχή να παίξει ανάποδα, αντί για την βοή της ακούς τους λεπτοδείκτες. Όχι τον χρόνο να περνά αλλά τον χρόνο να κάνει κάθε στιγμή εμφανή την παρουσία του. τρέχεις μέσα στη βροχή και μέσα στα λεπτά ενώ και τα δύο μουλιάζουνε τα ρούχα σου. Τρέχεις μες τους δρόμους της δυνατής βροχής αλλάζοντας διαρκώς ηλικίες. Μα η ηλικία είναι μέγεθος σταθερό. Αυτό που αλλάζει κάθε φορά είναι η ανάγκη της. και έτσι εκεί μέσα σε έναν όρθιο βυθό που απότομα παύει εσύ πέφτεις στο παρόν. Και όλο το παρελθόν και το μέλλον γύρω σου πεταμένο σαν να ξέφυγε από σπασμένο σωλήνα ή από αγωγό πού ξεχείλισε. Αυτή το πεδίο μάχης που ξεθύμανε είναι ο πραγματικός σου χρόνος.

«Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι/ Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής/ Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.»

Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Και συ πίσω από το τζάμι περιμένεις την ώρα που θα βγεις και πάλι έξω. Μέσα στην ερμηνεία της ανάμνησης, μέσα στο αναπάντεχο του αναπόφευκτου. Καθώς η βροχή δεν είναι νοσταλγία, αλλά προσπάθεια ατελείωτη να θυμηθείς. Όλα όσα έρχονται ξεσπούνε στο παρόν, σχηματίζοντας τη στιγμή αυτή, μια στιγμή που έρχεται από μια μακρινή απόσταση, μακρινή όσο το τώρα. Γιατί το παρόν είναι νερό που αποδημεί πίσω στον εαυτό του.
«…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος./ Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο»
(οι στίχοι σε πλάγια αποτελούν το ποίημα «Άρχισε μια σιγανή βροχή…» του Μανώλη Αναγνωστάκη)

http://tsalapatis.blogspot.com/