«Μια μικρή ανάπαυλα στο αναθεματισμένο πεδίο της μάχης»…

peristeria-sti-xloi-koeppen-262x430

Βόλφγκανγκ Κέπεν “Περιστέρια στη χλόη” (μτφ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κριτική, 2016)

Ο Βόλφγκανγκ Κέπεν δεν είναι πολύ γνωστός στη χώρα μας. Έτσι κι αλλιώς, ο γεννημένος το 1906, Γερμανός συγγραφέας δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα διάσημος ή εμπορικός, παρότι πολλοί τον τοποθετούν ανάμεσα στους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. Η έκδοση του σπουδαίου μυθιστορήματός του Περιστέρια στη χλόη έρχεται, έτσι, να καλύψει ένα κρίσιμο κενό στη γερμανόφωνη λογοτεχνία που υπάρχει μεταφρασμένη στα ελληνικά.
Τα Περιστέρια στη χλόη, πρώτο βιβλίο της λεγόμενης «Τριλογίας της αποτυχίας», αποτυπώνουν όλη την τραγικότητα της μεταπολεμικής εποχής στη Γερμανία, με μια σκληρή ματιά και με μια απαισιοδοξία που, μπορεί μεν να δικαιώθηκε σε πολλά, αλλά δεν ήταν πολύ «εμπορική» στην εποχή της καθώς δεν χάιδευε καθόλου τα αυτιά εκείνων των συγχρόνων του που προσπαθούσαν να τυλίξουν τη νέα κατάσταση με το ροζ περιτύλιγμα μιας πλαστής αισιοδοξίας. Σύμφωνα με τον Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, τον «πάπα» της γερμανικής κριτικής, «όποιος δεν έχει διαβάσει αυτό το μυθιστόρημα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει τη μετά το 1945 γερμανική λογοτεχνία».

 

Στη διάρκεια του πολέμου, ο Κέπεν είχε ζήσει στη Γερμανία, αποφεύγοντας με διάφορους τρόπους να εμπλακεί σε οτιδήποτε είχε σχέση με τον πόλεμο. Όπως αναφέρει στο κατατοπιστικό του επίμετρο ο μεταφραστής, όταν ο Ράιχ-Ρανίτσκι τον ρώτησε «ποιο θεωρεί πως είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του, ο Κέπεν απάντησε χωρίς δισταγμό ότι κατόρθωσε να βγει από τη λαίλαπα του εθνικοσοσιαλισμού χωρίς να λερώσει τα χέρια του και τη συνείδησή του».
Όπως έχει συμβεί και σε άλλα κλασικά έργα του μοντερνισμού, στο βιβλίο αυτό ο Κέπεν επιλέγει να αποτυπώσει μία μέρα – λίγες ώρες, για την ακρίβεια, της 20ής Φεβρουαρίου 1951, στο Μόναχο, όπως συνάγεται από την παράθεση δεκάδων τίτλων από τις εφημερίδες της εποχής. Ο Κέπεν, που δούλεψε και στον χώρο του κινηματογράφου, στήνει την αφήγηση μέσα από την οπτική γωνία πολλών χαρακτήρων, που εμφανίζονται στη σκηνή και μετά αποσύρονται, κάποιοι από αυτούς για να επανέλθουν αργότερα. Ορισμένα από αυτά τα πρόσωπα έχουν πρωταγωνιστικό χαρακτήρα, όπως, για παράδειγμα, ο Φίλιππος, συγγραφέας «ενός βιβλίου απαγορευμένου από το Τρίτο Ράιχ και ξεχασμένου μετά το Τρίτο Ράιχ», ο Ουάσιγκτον, Αμερικανός (μαύρος) στρατιώτης των δυνάμεων που έχουν νικήσει μια χώρα που οι πόρτες της κάποτε έγραφαν «Απαγορεύεται η είσοδος στους εβραίους», όμως «στην πατρίδα που τον είχε τιμήσει με μετάλλια επ’ ανδραγαθία» οι πόρτες εξακολουθούσαν να γράφουν «Απαγορεύεται η είσοδος στους μαύρους» ή η Κάρλα, η Γερμανίδα φίλη του Ουάσιγκτον που έχει μείνει έγκυος και θέλει να κάνει έκτρωση («τι προσδοκίες να έχει ένα νεγράκι;»), καθώς ξέρει ότι «μόνο το τρένο των λευκών Αμερικανών οδηγούσε στον ονειρικό κόσμο των εικόνων των περιοδικών, στον κόσμο της ευμάρειας, της ασφάλειας και της απόλαυσης», ενώ ο κόσμος γύρω μπορεί να κακολογεί («οι μικροαστοί στριμώχνονταν πίσω από τις χιλιομπαλωμένες και χιλιοκολλαρισμένες κουρτίνες και σκουντούσαν ο ένας τον άλλον», ακόμα κι αν κάποιοι πίστευαν ότι «άνθρωπος ήταν κι αυτός, αν και νέγρος»), αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να ζητούν ανενδοίαστα από την Κάρλα μερίδιο από τα δώρα που της φέρνει ο «μαύρος».
Ο Κέπεν εκφράζει την αγωνία του για το παρόν και τον σκεπτικισμό του για το μέλλον και σκιαγραφεί έναν απόλυτα ζοφερό κόσμο, βυθισμένο στην απαισιοδοξία και στα αδιέξοδα: η νέα (μεταπολεμική) εποχή δεν προβλέπεται καθόλου φωτεινή, ούτε στη Γερμανία ούτε πουθενά. Περιγράφει μια χώρα υπό κατοχή στην οποία κυκλοφορούν «απόστρατοι ηττημένοι κατακτητές», με επιταγμένα σπίτια, με δελτίο στα τρόφιμα, με μαύρη αγορά, μια χώρα όπου «δεν υπήρχαν επαγγέλματα», όπου οτιδήποτε μπορεί να πουληθεί πουλιέται, όλοι πουλάνε ό,τι έχουν, είτε «υπάρχοντα μιας άλλης ζωής» είτε ακόμα και το αίμα τους. Και έναν κόσμο όπου μάλλον ο επόμενος πόλεμος ήδη ετοιμάζεται…
Ο Κέπεν δεν επινοεί αυτό το σκοτάδι που περιγράφει. Απλώς δεν κλείνει τα μάτια μπροστά στη σκληρή πραγματικότητα και δεν φοβάται να μιλήσει για τη νέα αλήθεια που διαμορφώνεται. Στη Γερμανία του Κέπεν, η αποναζιστικοποίηση αποδεικνύεται ένας επιλεκτικός μύθος (τιμωρούνται κάποια «μικρά ψάρια», μεγαλόσχημοι ναζί κυκλοφορούν ελεύθεροι, ενώ υπάρχουν και κάποιοι όπως η ξερακιανή Άνε, «μια ναζίστρια με τα διαπιστευτήρια-του-θύματος-του-ναζισμού»), πρώην ναζί γιατροί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μετά από «τις ευθανασίες, δολοφονίες ψυχικά ασθενών, δολοφονίες εμβρύων», όλοι ζουν σε έναν κόσμο εχθρικό, ξένο («και ποιος τόπος δεν ήταν ξενιτιά;»), έναν κόσμο γεμάτο κλειστές πόρτες «πίσω από τις οποίες κατοικούσαν η ψυχρότητα και το συμφέρον» και κυνισμό («ρουφ γκάρντεν με θέα στα ερείπια»), μια Γερμανία που «ζει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ανατολικός κόσμος, δυτικός κόσμος, θρυμματισμένος κόσμος, δύο ημισφαίρια, αντίπαλα και ξένα μεταξύ τους»…
Ο συγγραφέας φτιάχνει ένα κείμενο δυνατό αλλά και απαιτητικό, ένα κείμενο που χρειάζεται αλλά και συντηρεί τη διαρκή εγρήγορση του αναγνώστη, με μια φωνή ανελέητη, ψυχρή, κλινική, προκλητική, με ένα κοφτό ύφος που πολυβολεί τον αναγνώστη με μικρές προτάσεις, με φράσεις-διαμάντια και φράσεις-γροθιές. Παρά τα ωραία λόγια και το χρυσόχαρτο με το οποίο θέλουν να τον τυλίξουν, ο άγριος μεταπολεμικός κόσμος που διαμορφώνεται, μας λέει τελικά ο Κέπεν, δεν είναι παρά «μια μικρή ανάπαυλα στο αναθεματισμένο πεδίο της μάχης»…

Κώστας Αθανασίου