Mια παραίτηση σε δόσεις

Το δεύτερο χαστούκι στο μεγάλο συνασπισμό, μέσα σε 15 ημέρες, ήρθε αυτή τη φορά από την Έσση. Τα δύο κυβερνητικά κόμματα έχασαν περίπου το ένα τρίτο της δύναμής τους και όσο και να το ήθελαν δεν μπορούσαν να συνεχίζουν να σφυρίζουν αδιάφορα. Η απόφαση της Ανγκέλα Μέρκελ να παραδόσει μετά από 18 χρόνια την προεδρία του κόμματος, στο συνέδριο του ερχόμενου Δεκεμβρίου, επισκίασε τις συζητήσεις για τις αναγκαίες προγραμματικές αλλαγές που θα χρειαστούν Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες, προκειμένου να μην καταλήξουν σε μικρομεσαία κόμματα. Η καγκελάριος ουσιαστικά προχωρεί σε μια αποχώρηση σε δόσεις και το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει να καθορίσει η ίδια την έκβαση της μάχης για τη διαδοχή της, η οποία προβλέπεται σκληρή.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Οσοι παρακολουθούσαν τις εξελίξεις, δεν εξεπλάγησαν τη Δευτέρα το μεσημέρι όταν η καγκελάριος Μέρκελ ανακοίνωσε την πρόθεσή της να μην διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU) στο συνέδριο του ερχόμενου Δεκεμβρίου. Υποστήριξε, μάλιστα, ότι η απόφαση αυτή είχε ωριμάσει στο μυαλό της ήδη από το περασμένο καλοκαίρι. Αλλά μετά τα αποκαρδιωτικά αποτελέσματα για το μεγάλο συνασπισμό σε Βαυαρία και Έσση ήταν προφανές ότι η γερμανική κοινή γνώμη περίμενε μια τέτοια αντίδραση.
Η Ανγκέλα Μέρκελ έχει κουράσει μετά από 13 χρόνια καγκελαρίας. Όχι μόνο τη γερμανική κοινή γνώμη, αλλά και το ίδιο της το κόμμα. Δεν είναι βεβαίως ότι ο μέσος Γερμανός ή ο μέσος ψηφοφόρος έχει βαρεθεί να βλέπει τα ίδια σακάκια σε μια ντουζίνα χρωματικές παραλλαγές. Το πρόβλημα της καγκελαρίου είναι ότι εδώ και χρόνια δεν δείχνει να διαθέτει κανένα συγκεκριμένο σχέδιο για το μέλλον της χώρας, αλλά και της Ευρώπης. Ο «νεοφιλελευθερισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», τον οποίο προσπάθησε να περάσει σαν τρόπο ζωής για την κοινωνία και μέθοδο πολιτικής επιβίωσης για την ίδια, έχει πλέον εξαντλήσει τα όρια του.
Το μιντιακό αφήγημα ότι δήθεν η γερμανίδα καγκελάριος πληρώνει τη στάση της στο προσφυγικό το 2015, είναι ένα απλοϊκό εφεύρημα, που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι η ακροδεξιά σε πλήρη αρμονία με τη νεοσυντηρητική κεντροδεξιά έχουν επιβάλει τη δική τους πολιτική ατζέντα. Η Μέρκελ ουσιαστικά εδώ και τρία χρόνια απλά κρύβεται πίσω από μια σαθρή συμφωνία με τον Ταγίπ Ερντογάν και προσπαθεί να περιορίσει τις προσφυγικές ροές προς την κεντρική Ευρώπη. Έχει, δηλαδή, υιοθετήσει την προσέγγιση των πιο ακραίων συντηρητικών στην Ευρώπη που ζητούν περισσότερα συρματοπλέγματα, περισσότερη FRONTEX, περισσότερες «επιστροφές» μεταναστών και παζάρια με λαθρεμπόρους σε χώρες της Αφρικής ως ένα πρόσκαιρο μέτρο αντιμετώπισης του προβλήματος.
Αλλά η αδυναμία της Μέρκελ να δώσει ώθηση σε μια Γερμανία που μοιάζει κολλημένη στη στασιμότητα, εκφράζεται και σε μια σειρά άλλους τομείς. Οι ανισότητες στη χώρα έχουν διευρυνθεί τα τελευταία 15 χρόνια. Το χάσμα μεταξύ πρώην Ανατολικής και της υπόλοιπης Γερμανίας παραμένει. Η κυβέρνησή της απλά εκμεταλλεύτηκε τη διεθνή συγκυρία και τα αποτελέσματα της πολιτικής Σρέντερ, που έφεραν τις γερμανικές εξαγωγές στα ύψη και διεύρυναν το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη. Αλλά και σε αυτό το πεδίο η Μέρκελ απέδειξε αυτό που συχνά της είχαν καταμαρτυρήσει… ότι, δηλαδή, ποτέ της δεν υπήρξε πεπεισμένη «Ευρωπαία».
Η γερμανίδα καγκελάριος δεν απάντησε ποτέ στις εκκλήσεις για μια πιο δίκαιη αναθεώρηση των κανόνων της λειτουργίας της Ευρωζώνης. Δεν πίστεψε ποτέ στην έννοια της αλληλεγγύης. Βολεύτηκε απλά από την προθυμία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε να παίξει το ρόλο του κακού χωροφύλακα, αφήνοντας για αυτήν εκείνον της πιο μετριοπαθούς «μητερούλας». Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι στο αποκορύφωμα της κρίσης της ευρωζώνης είχε και αυτή υιοθετήσει λαϊκίστικα επιχειρήματα για τους «καλοπληρωμένους έλληνες συνταξιούχους που ξοδεύουν αλόγιστα τα ευρώ». Επιχειρήματα που έστρωσαν το χαλί στην εθνικιστική αντιευρωπαϊκή δεξιά.

Σε αναζήτηση διαδόχου

Η ανησυχία πολλών για την επόμενη ημέρα είναι βεβαίως δικαιολογημένη. Τουλάχιστον με τη Μέρκελ αν δεν ξέραμε τι είχαμε, ξέραμε τι δεν είχαμε. Το ερώτημα είναι ποιος θα τη διαδεχτεί και σε ποια κατεύθυνση θα προσπαθήσει να σύρει την πληγωμένη Χριστιανοδημοκρατία. Όλοι οι μέχρι τώρα υποψήφιοι δείχνουν να πιστεύουν ότι το κόμμα θα πρέπει να στρίψει ακόμα δεξιότερα. Αυτή η αντίληψη δεν δικαιώθηκε πάντως στις τελευταίες εκλογές, αφού οι Χριστιανοδημοκράτες δεν έχασαν μόνο προς τα δεξιά τους, αλλά περίπου στο ίδιο ποσοστό και προς τα αριστερά τους, δηλαδή προς τους Πράσινους.
Αλλά αυτό δεν δείχνει να απασχολεί ούτε τον 62χρονο «παλιόφιλο» Φρίντριχ Μερτς, τον οποίο κάποτε η Μέρκελ είχε βγάλει εκτός πολιτικής, ούτε τον 38χρονο Γιενς Σπαν, άνθρωπο στυλοβάτη του φαρμακευτικού λόμπυ, οι οποίοι μπορούν χωρίς ενδοιασμό να χαρακτηριστούν σκληροί συντηρητικοί. Όσο για την Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπάουερ, που πολλοί πιστεύουν ότι είναι η εκλεκτή της ίδιας της Μέρκελ, αφενός της λείπει το χάρισμα, αφετέρου η εμπειρία για να αναλάβει ένα τέτοιο βάρος. Το σενάριο ενός μεταβατικού καγκελάριου Σόιμπλε κυκλοφορεί ξανά στα δημοσιογραφικά γραφεία, αφού είναι ίσως ο μόνος που θα μπορούσε να συμμαζέψει ως ένα βαθμό ένα κόμμα, που μοιάζει όσο ποτέ άλλοτε διχασμένο.
Διχασμένοι παραμένουν και οι Σοσιαλδημοκράτες. Η ηγεσία τους εξακολουθεί να κρύβεται πίσω από τις λέξεις, κυριαρχούμενη πάντα από το φόβο εξαέρωσης των ποσοστών της σε περίπτωση πρόωρων εκλογών. Κάνει λόγο για αλλαγή πολιτικής και πιο έντονο δικό της αποτύπωμα, μιλά για προτάσεις νόμου που ετοιμάζει, αλλά οι ψηφοφόροι εξακολουθούν να γυρνούν την πλάτη στο SPD. Στην κομματική βάση πληθαίνουν οι φωνές εκείνων που ζητούν αποχώρηση από την κυβέρνηση τώρα, προκειμένου το λαβωμένο κόμμα να σώσει ό,τι μπορεί ακόμα να σωθεί και να επιδιώξει την προγραμματική του ανανέωση.
Καταιγιστικές εξελίξεις δεν πρόκειται να υπάρξουν πριν την πρωτοχρονιά. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το μέλλον του κυβερνητικού συνασπισμού θα κριθεί μετά τις ευρωεκλογές. Ως τότε η κυβέρνηση θα συνεχίσει να βολοδέρνει μέσα στις εσωτερικές της αντιθέσεις και η Ανγκέλα Μέρκελ θα είναι μια καγκελάριος με ημερομηνία λήξης, την οποία κανείς δεν θα παίρνει και τόσο σοβαρά εντός και εκτός συνόρων. Η ίδια θα προσπαθήσει να αντιπαλέψει την απαξίωσή της, αφού το μόνο που την ενδιαφέρει πλέον είναι η υστεροφημία της. Πολλοί πάντως της προφητεύουν ένα άδοξο τέλος, σαν εκείνο που η ίδια συνέβαλε κάποτε να γνωρίσει ο προκάτοχός της Χέλμουτ Κολ.