Μια πολύ αρνητική εξέλιξη για το προσφυγικό

tsianos2
Ο καθηγητής πολιτικής κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου του Αμβούργου, εξηγεί στην «Εποχή» τις επιπτώσεις του Brexit στο προσφυγικό-μεταναστευτικό και το πώς διαμορφώνεται η ευρωπαϊκή ατζέντα για το ζήτημα.

Τη συνέντευξη πήρε η Τζέλα Αλιπράντη

Πώς θα μπορούσε να επηρεάσει το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα στην Ευρώπη το Brexit;
Να πούμε καταρχήν ότι ο κεντρικός πυλώνας νομιμοποίησης της καμπάνιας υπέρ του Brexit βασιζόταν στο αίτημα ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης από την ηπειρωτική Ευρώπη στην Αγγλία. Το κεντρικό σημείο, δηλαδή, ήταν βασισμένο σε εθνικιστικά αντανακλαστικά και έκρινε την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιμετωπίσει ενιαία την προσφυγική κρίση. Το ιδεολογικό στοιχείο του Brexit προέρχεται και προσαρτίζεται στην ακροδεξιά. Ακόμα είναι πολύ νωρίς για να αξιολογήσουμε γενικά τις επιπτώσεις του Brexit και ειδικά στο μεταναστευτικό-προσφυγικό και τα σύνορα. Σίγουρα, όμως, εκείνες οι δυνάμεις στη δεξιά, που χρησιμοποιούν τα πραγματικά προβλήματα συντονισμού και κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ασύλου στην Ευρώπη, θα συνεχίσουν την επιχειρηματολογία τους, προσθέτοντας και το ρατσιστικό και αντιμουσουλμανικό στοιχείο, για πιο αντιδραστικές, συντηρητικές πολιτικές κατά των μεταναστών και των προσφύγων. Οπότε το Brexit, όσον αφορά τη μετανάστευση και τις πολιτικές ασύλου, είναι μια πολύ αρνητική εξέλιξη και εντείνει το γενικότερο αντιμεταναστευτικό-αντιπροσφυγικό κλίμα.

Ισορροπία σε τεντωμένο σκοινί

Με αφορμή το Brexit ακροδεξιά κόμματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ζητούν ανάλογα δημοψηφίσματα. Υπάρχει περίπτωση η ΕΕ να αποδεχθεί την πλήρως αντιμεταναστευτική ατζέντα τους, προκειμένου να συγκρατήσει αποσχιστικές τάσεις;
Υπάρχει αυτή η τάση, αλλά δεν είναι ηγεμονική εντός της Κομισιόν. Η Κομισιόν προσπαθεί να ισορροπήσει τις φυγόκεντρες τάσεις των μελών του Σένγκεν, χρησιμοποιώντας ουσιαστικά, από τη μια, την τήρηση της συνθήκης της Γενεύης, και από την άλλη, προσπαθεί με την ανάθεση της φύλαξης των ευρωπαϊκών συνόρων στις χώρες προέλευσης ή στις χώρες transit, να μειώσει τις προσφυγικές ροές. Προσπαθεί βασικά να ελέγξει τις ροές με τη διεύρυνση των ευρωπαϊκών συνόρων σε χώρες εκτός της επιρροής του Σένγκεν.

Το πρόγραμμα της μετεγκατάστασης και της επανεγκατάστασης δεν προχωράει, όπως έχει συμφωνηθεί, και ενώ έχουμε συνηθίσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να είναι ιδιαίτερα αυστηρή στην τήρηση συμφωνιών, δεν έχει δείξει αντίστοιχη δυναμική σε αυτό ζήτημα. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι μετεγκαταστάσεις θα γίνουν. Το ζήτημα είναι σε ποιο χρόνο και τι επιπτώσεις θα έχει αυτή η καθυστέρηση για τις χώρες αφίξεων, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία. Καθυστερούν, πρώτον, γιατί συγκεκριμένα κράτη-μέλη, όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία κ.α, αρνούνται το ποσοστό μετεγκατάστασης που τις αφορά. Από την άλλη, όμως, χώρες όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Ολλανδία παίρνουν πρωτοβουλίες για μετεγκατάσταση προσφύγων από την Ελλάδα, οι οποίες, όμως, δεν προχωρούν με το σωστό ρυθμό. Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξηγήσουμε ότι η διαδικασία της μετεγκατάστασης είναι αρκετά περίπλοκη, γιατί προϋποθέτει την καταγραφή των ευάλωτων ομάδων και των ασυνόδευτων ανηλίκων και την ανάληψη έπειτα συγκεκριμένων ευθυνών για την ένταξη αυτών στις χώρες. Η διερεύνηση αυτή διαρκεί μεγάλο διάστημα, τουλάχιστον έξι μήνες. Αν συνυπολογίσουμε την επιβραδυντική τάση των χωρών-μελών, που δεν δέχονται πρόσφυγες και κωλυσιεργούν με γραφειοκρατικούς τρόπους, τότε καταλαβαίνουμε ότι οι μετεγκαταστάσεις μπορεί να διαρκέσουν έως και δύο χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δείξει αυστηρό πρόσωπο, απείλησε ουσιαστικά τις χώρες-μέλη που αρνούνται τη συμμετοχή τους, με 250.000 ευρώ πρόστιμο για κάθε πρόσφυγα που δεν δέχονται.

Η μετά-Δουβλίνο εποχή

Την περασμένη εβδομάδα συνοριοφύλακες της Τουρκίας πυροβόλησαν σύρους πρόσφυγες που προσπαθούσαν να περάσουν στη χώρα. Ταυτόχρονα, υπάρχει πλήθος καταγγελιών ότι προβαίνει σε βίαιο επαναπατρισμό προσφύγων. Η ΕΕ θα συνεχίσει να κάνει τα στραβά μάτια σε αυτά, προκειμένου να μην καταρρεύσει η συμφωνία;
Καταρχήν να πούμε για τη συμφωνία ότι είναι προβληματική. Το ξέρουμε άπαντες. Είναι προβληματική γιατί αναβαθμίζει το γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας και την παρέμβασή της σε ενδοευρωπαϊκές πολιτικές δυναμικές. Είναι προβληματική γιατί η Τουρκία δεν τηρεί 100% τη συνθήκη της Γενεύης και γιατί δεν επιτρέπει την απόλυτη προστασία πρόσβασης σε καθεστώς ασύλου των προσφύγων στα σύνορα της. Η συμφωνία, όμως, δεν είναι προβληματική στο βαθμό που αναγκάζει την Τουρκία να αλλάξει μια σειρά από νόμους, που αφορούν την πρόσβαση π.χ του συριακού πληθυσμού στην αγορά εργασίας. Δεν είναι προβληματική όσον αφορά την πίεση στην Τουρκία να διευκολύνει την πρόσβαση των παιδιών προσφύγων στην εκπαίδευση, ή όσον αφορά την αναβάθμιση του ρόλου της Ύπατης Αρμοστείας στην τουρκική επικράτεια. Υπό την έννοια αυτή, δια μέσω αυτής της περίεργης συμφωνίας, έχουμε ένα ιστορικό momentum στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασύλου και μετανάστευσης, που αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα να περάσουμε στη μετά-Δουβλίνου εποχή. Οι επανεγκαταστάσεις από την Τουρκία, οι ποσοστώσεις εντός της ΕΕ κτλ, ως κομμάτι αυτής της πραγματικά προβληματικής συμφωνίας, εντάσσουν ένα καινούργιο modus operandi, που επιτέλους σταματά να λειτουργεί με την εντελώς άδικη, τόσο για τους πρόσφυγες όσο και για τις χώρες πρώτης υποδοχής, λογική του Δουβλίνου III. Αν υπολογίσουμε τα υπέρ και τα κατά και προσπαθήσουμε ταυτόχρονα να εντείνουμε τις διαδικασίες απόκτησης ανθρωπιστικού καθεστώτος για τους πρόσφυγες στην Τουρκία, τότε νομίζω ότι μεσοπρόθεσμα, με αυτή την άκρως προβληματική, ξαναλέω, συμφωνία, θα μπορούμε να περάσουμε σε ένα πιο δημοκρατικό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου και νομιμοποιημένης μετανάστευσης. Αυτά αν κοιτάξουμε το ζήτημα από την πλευρά διαμόρφωσης των πολιτικών του ασύλου. Από την πλευρά των προσφύγων, η συμφωνία συχνά επιδεινώνει τις δυνατότητες ένταξής τους σε ένα πραγματικό καθεστώς ασύλου, όπως αυτό κατοχυρώνεται εντός του Σένγκεν.
Προκειμένου, πάντως, να συμβούν αυτά, η ΕΕ υποσχέθηκε την κατάργηση της υποχρέωσης βίζας για τους Τούρκους, διαδικασία που έχει παγώσει, με την Τουρκία να απειλεί με μη εφαρμογή της συμφωνίας.
Αν παύσει να λειτουργεί αυτή η προβληματική συμφωνία δεν σημαίνει και το τέλος του κόσμου. Χωρίς την παρουσία του ΝΑΤΟ στα διεθνή ύδατα και το κλείσιμο της βαλκανικής οδού, η συμφωνία δεν θα λειτουργούσε ούτως ή άλλως. Μέσω αυτής έγινε κατανοητό σε όλα τα κράτη-μέλη ότι η Τουρκία είναι υπεύθυνη για το μη έλεγχο των μεταναστευτικών ροών και για τη διακριτική ανοχή εκ μέρους της των δουλεμπορικών δικτύων. Με τη συμφωνία έγινε σαφές ότι η Τουρκία μπορεί, αν θέλει, να ελέγχει, όχι τη μετανάστευση -που δεν είναι εφικτό, ούτε αναγκαίο- αλλά την ταχύτητα, το ρυθμό και το μέγεθος των μεταναστευτικών ροών. Αυτή είναι μια συμφέρουσα εξέλιξη για Ελλάδα και Ιταλία, που θεωρούνταν τα μαύρα πρόβατα στο ζήτημα ελέγχου των κοινών ευρωπαϊκών συνόρων εντός της επικράτειάς τους.

Το τέλος της συνθήκης της Γενεύης

Η ΕΕ πρόκειται να κάνει και άλλη αντίστοιχη συμφωνία για το μεταναστευτικό με τις χώρες της Αφρικής. Επίσημα πλέον η ευρωπαϊκή ατζέντα για το ζήτημα είναι να χρηματοδοτεί χωροφύλακες γύρω από τα σύνορά της; Και τι θα σημαίνει αυτό για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες;
Η ΕΕ ενδιαφέρεται εδώ και 20 χρόνια να αποεδαφικοποιήσει τις πρώτες ζώνες επαφής μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών με το ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου. Αυτό που είναι καινούργιο και προβληματικό, προσπαθώντας να το συνδέσουν με δήθεν πολιτικές ενίσχυσης και ανάπτυξης των τρίτων χωρών, είναι ότι με αυτές τις πρωτοβουλίες αυξάνεται η πεποίθηση των ευρωπαϊκών ελίτ, που σχετίζονται με τη διαμόρφωση του ασύλου, ότι μπορούμε, από κάποια στιγμή και μετά, να περάσουμε σε μια εποχή όπου η συμφωνία της Γενεύης να μην θεωρείται πλέον αναγκαία. Μια εποχή που οι ευρωπαϊκές πολιτικές παροχής ασύλου θα αποδεσμεύονται από τη συνθήκη της Γενεύης, η οποία κατοχυρώνει ατομικό δικαίωμα πρόσβασης στο άσυλο, και η καταγραφή και η κατάθεση ασύλου θα γίνεται εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων, είτε στα ευρωπαϊκά προξενεία εντός των τρίτων χωρών, είτε εντός των στρατοπέδων προσφύγων σε αυτές τις χώρες. Αυτή η τάση μπορεί να γίνει όλο και πιο έντονη και ηγεμονική και θα σήμαινε το τέλος κάθε φιλελεύθερου ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου και ουσιαστικά το τέλος του διεθνούς πλαισίου προστασίας των προσφύγων.