Μια πορεία πολιτικά ολοζώντανη

Την επομένη της φετινής πορείας για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν παρατηρήθηκε η συνήθης διαφορά εκτιμήσεων: κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση είδαμε να συμφωνούν ότι ήταν εντυπωσιακή, σε αντίθεση με άλλες πορείες αρκετών τελευταίων ετών. Και οι δύο, επίσης, τόνισαν την ομαλή εξέλιξή της χωρίς παρεμβολές των συνηθισμένων κατά καιρούς επεισοδίων, χαρακτήρα της.
Θα μπορούσε κάποιος να παρασυρθεί και να πει ότι υπήρξε ομοφωνία. Τα φαινόμενα, όμως, απατούν. Γιατί η μεν κυβέρνηση, υπηρετώντας το δόγμα «νόμος και τάξη», αποδίδει τη μαζικότητα στα αστυνομικά μέτρα που έλαβε, μέτρα συνηθισμένα και σε άλλες χρονιές, τα οποία απέτρεψαν τα επεισόδια· η δε αξιωματική αντιπολίτευση, στη διάθεση του κόσμου να δηλώσει την παρουσία του, εκδηλώνοντας την αντίθεσή του τόσο στην αυταρχική συμπεριφορά της κυβέρνησης απέναντι στους φοιτητές τις παραμονές της πορείας, όσο και στη γενικότερη κυβερνητική πολιτική, η οποία, άλλωστε, είχε και πρόσφατα προκαλέσει αντιδράσεις κινηματικού χαρακτήρα.
Ας δούμε από λίγο πιο κοντά τους ισχυρισμούς αυτούς, μήπως και βγάλουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα για μια μορφή λαϊκής παρέμβασης, που πάντοτε είχε μάλλον βαρύνουσα σημασία.

Οι κρυφοί πόθοι της ΝΔ

Η κυβέρνηση, πιστή στο δόγμα «νόμος και τάξη» και στο αυταρχικό πνεύμα που ανεμίζει τις νεοφιλελεύθερες σημαίες της, ήταν αναμενόμενο να αποδώσει τη μαζικότητα στα μέτρα αστυνόμευσης. Και για όποιον δεν έχει λόγο να ψάξει περισσότερο τα πράγματα, είναι μια εξήγηση πειστική, που ανεβάζει και τις μετοχές του κ. Χρυσοχοϊδη. Ωστόσο, όλο το διάστημα που προηγήθηκε της πορείας, οι ενέργειες της κυβέρνησης μάλλον δρούσαν προς τη αντίθετη κατεύθυνση: καλλιεργούσαν μια ατμόσφαιρα εμπόλεμης κατάστασης, περιέγραφαν ένα φοιτητικό κίνημα (κορμό και οργανωτικό φορέα των σχετικών εκδηλώσεων) διαβρωμένο αν όχι ταυτισμένο με τους «μπαχαλάκηδες», ενώ ως επιστέγασμα της υπονόμευσης ενός κλίματος ομαλότητας ερχόταν το κλείσιμο της ΑΣΟΕΕ και οι επιθέσεις των ΜΑΤ εναντίον εκατοντάδων φοιτητών, που αντέδρασαν σ΄ αυτή την απόφαση. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ήδη από εκείνες τις μέρες, υπήρξαν πολλοί πολιτικοί αναλυτές, που αναρωτήθηκαν τι πραγματικά επιδιώκει η κυβέρνηση με όλα αυτά, παραμονές της επετείου.
Όσο για την ίδια την ημέρα της πορείας, ο αποκλεισμός του κέντρου της Αθήνας από νωρίς το πρωί λειτουργούσε αποτρεπτικά για όσους είχαν τη διάθεση να συμμετάσχουν, μετατρέποντας αυτή τη συμμετοχή σε άθλημα δρόμου μεγάλων αποστάσεων.
Η ΝΔ, αν εξαιρέσουμε τις πρώτες επετείους, δεν έδειξε όλα αυτά τα χρόνια να ενδιαφέρεται για τη μαζικότητα των εκδηλώσεων. Αντίθετα, έκανε –πότε ως κυβέρνηση και πότε ως αξιωματική αντιπολίτευση– ό,τι μπορεί για να υποβαθμίσει τη σημασία τους και να υπονομεύσει την επιτυχία τους με αυταρχικές απαγορεύσεις.

Ο ενοχλητικός ΣΥΡΙΖΑ

Ήταν φανερό, και εξακολουθεί να είναι και στην παρούσα κυβερνητική θητεία της, ότι γι΄ αυτήν όσο μικρότερο ρόλο παίζουν στις πολιτικές εξελίξεις κινηματικές εκδηλώσεις αυτού του τύπου, τόσο καλύτερα για την «κανονικότητα» που οραματίζεται. Γι΄ αυτό και δεν άρεσε καθόλου ούτε στην ηγεσία της ούτε στον προπαγανδιστικό μηχανισμό της το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, επέκρινε το κύμα αυταρχισμού και την επιχείρηση ταύτισης του φοιτητικού κινήματος με τους «μπαχαλάκηδες», που προηγήθηκαν της πορείας. Αλλά και στη διάρκειά της φρόντισε να δώσει ιδιαίτερο βάρος στην επιτυχία της και στην εξασφάλιση μια ισχυρής παρουσίας των φιλικών του δυνάμεων.
Η εκδήλωση της ενόχλησης γι΄ αυτή την επιλογή εντάσσεται σε μια γενικότερη προσπάθεια υπόδειξης και επιβολής στην αξιωματική αντιπολίτευση ενός ρόλου που θα την ενσωματώνει σε ένα γνωστό από το πρόσφατο παρελθόν ακίνδυνο σύστημα εναλλαγής στην εξουσία. Ενός ρόλου που θα αναπαράγει τον καταρρεύσαντα δικομματισμό. Γι΄ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ επερωτάται με επιμονή και εν χορώ από όλα τα φιλικά μέσα, αλλά και από τα στελέχη της: Θέλει να είναι το κόμμα του 31,5% ή μήπως νοσταλγεί το 3%; Θέλει να καλύψει το κενό που αφήνει το ΚΙΝΑΛ ή θα εγκαταλείψει το έδαφος αυτό;
Το γεγονός ότι η σχετική πίεση εντείνεται το τελευταίο διάστημα, δεν είναι διόλου άσχετο με την επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να δώσει βάρος στη φετινή πορεία και να υπερασπιστεί τα θύματα των αυταρχικών και αστυνομοκρατικής έμπνευσης πρωτοβουλιών της κυβέρνησης.
Ακόμα και σήμερα, βασικός στόχος της ΝΔ και των συντηρητικών δυνάμεων είναι να δώσουν στις εκδηλώσεις για την επέτειο της εξέγερσης ένα χαρακτήρα τυπικής απότισης φόρου τιμής στους φοιτητές του Πολυτεχνείου αποχρωματίζοντας τον αγώνα τους από κάθε πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο και αποκόβοντάς τον από τον γενικότερο αντιδικτατορικό κίνημα που προηγήθηκε.

Η ζώσα μνήμη

Υπό αυτές τις συνθήκες πραγματοποιήθηκε μια από τις πολυπληθέστερες πορείες των τελευταίων ετών. Η οποία επιβεβαίωσε ότι οι εκδηλώσεις για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου έχουν την ικανότητα να συνδέονται άμεσα με την πολιτική συγκυρία και να αναγεννιούνται πολιτικά.
Η φετινή πορεία στην Αθήνα επιβεβαίωσε και το στενό δεσμό που υπάρχει διαχρονικά ανάμεσα στους δημοκρατικούς πολίτες και το φοιτητικό κίνημα, καθώς και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, όσες δεν έχουν ξοδέψει την αξιοπιστία τους. Τα ίδια τα συνθήματα που κυριάρχησαν σ΄ αυτή, έδωσαν το χαρακτήρα της αντίθεσης σε κεντρικά στοιχεία της κυβερνητικής πολιτικής. Όσο κι αν προσπαθεί να συγκαλύψει και να υποβαθμίσει αυτό το χαρακτηριστικό η κυβέρνηση και οι εντολοδόχοι της, είναι δύσκολο να εξηγηθεί αυτή η εμφανής άνοδος της μαζικότητας, χωρίς να αναδειχθεί το στοιχείο τουλάχιστο της ανησυχίας που προκαλεί η επίθεση της κυβέρνησης σε σειρά δικαιωμάτων και κατακτήσεων.
Η επιλογή ΣΥΡΙΖΑ να δώσει βάρος στη συμμετοχή αποδείχθηκε ορθή, όσο κι αν θέλουν να την υπονομεύσουν. Όχι μόνο με την παρουσία του Αλ. Τσίπρα, που ήταν θετική και συμβολική, αλλά εξαιτίας της ανταπόκρισης χιλιάδων πολιτών, που, απαλλαγμένοι από το –ευτυχώς– υπαρκτό «σύμπλεγμα της κυβερνώσας αριστεράς», ένιωθαν ξανά ότι μπορούν χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις να μετέχουν παντού όπου η κοινωνία κινείται. (Για την εξήγηση αυτού του «ευτυχώς», μια άλλη φορά…)
Ουδέν κακόν αμιγές καλού: η επιθετική επάνοδος της δεξιάς στην κυβέρνηση δεν εξαφανίζει τις αστοχίες της αριστεράς, δίνει όμως τη δυνατότητα τονισμού των υπαρκτών διαφορών, επικαιροποίησης και επανεκτίμησης των τοποθετήσεων όλων στο πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων.
Οι ξινόπικροι δημοσιολογούντες, που είχαν και έχουν ερωτηματικά για το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, πήραν μια πρώτη απάντηση: θα τον βρίσκουν μπροστά τους και στους θεσμούς, και στους δρόμους.

Χ. Γεωργούλας