Μια στάση στο ανάμεσα, καθόλου στατική

Για το δεύτερο βιβλίο ποίησης του Θωμά Τσαλαπάτη, «Άλμπα» (Εκάτη, 2015)

ex tsalap alba neo teliko

Της Κατερίνας Ηλιοπούλου*

Η «Άλμπα», το δεύτερο βιβλίο ποίησης του Θωμά Τσαλαπάτη, αποτελεί ένα παράξενο περιηγητικό εγχειρίδιο για μια πολιτεία με το όνομα Άλμπα. Ένθετο στοιχείο του βιβλίου είναι τα χαμηλόφωνα λυρικά κομμάτια ενός αινιγματικού προσώπου, μιας κοπέλας, που φέρει το ίδιο όνομα. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε κεφάλαια τα οποία υπηρετούν μια εσωτερική δομή με βάση τη χωρική περιπλάνηση στις εφτά συνοικίες της Άλμπα, (όπου η 2η και η 4η λείπουν και μία στέκει εκτός αρίθμησης), αλλά και τη χρονική μέσα στο διάστημα μιας εβδομάδας από Δευτέρα μέχρι Κυριακή, εξαιρώντας την Πέμπτη, που παραδόξως δεν υπάρχει.

Το πλήθος των αναφορών και των περιγραφών για τους δρόμους, τα κτίρια, τη συμπεριφορά των κατοίκων, μιμείται το ύφος ενός ανταποκριτή και σκιαγραφεί μεθοδικά την εικόνα ενός τόπου με την οσμή της πραγματικότητας, που όμως αρνείται να γίνει ορατός. Οι αναφορές στην όραση και το βλέμμα ως ενέργειες που διαρκώς αποτυγχάνουν να επαληθεύσουν εκείνο που υποτίθεται ότι βλέπουν, δημιουργεί το οξύμωρο σχήμα εικόνων που δεν είναι προορισμένες για θέαση και επιχειρούν να περιγράψουν με λέξεις την αίσθηση του ασύλληπτου. Η αντιστροφή κάθε πιθανού ενδεχόμενου, η αναίρεση της επαγωγικής σχέσης, δημιουργεί μια ιλιγγιώδη αίσθηση ανοίκειου που εγκαθιδρύει ένα πεδίο έντασης ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο όπως σε έργα σαν την Αλίκη του Λούις Κάρολ ή τις Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, ένα έργο στο οποίο το βιβλίο αναφέρεται εμφανώς και μοιάζει να ανήκει εκεί, χωρίς να του λείπει η δική του αυτονομία.

Τόπος απώλειας της γλώσσας

Η γλώσσα του Τσαλαπάτη ακολουθεί την ίδια στρατηγική οδηγώντας σε μια αξιοθαύμαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου. Δηλαδή και η γλώσσα του βιβλίου καθίσταται υπογείως και σχεδόν ανεπαίσθητα ανοίκεια, ενώ χρησιμοποιεί σε πρώτο επίπεδο ένα ψύχραιμο ιδίωμα πεζού, περιγραφικού και ακριβούς λόγου. Η «ποιητικότητά» της έγκειται στη χρήση απρόσμενων μεταφορών, στη ρυθμικότητα, αλλά κυρίως σε μια λεπτοφυή αλλά δραστική απόσταση από την κυριολεξία και σε ήπια παράδοξες συντακτικά προτάσεις με τον τρόπο που συναντά κανείς στον Ανρί Μισώ ή τον Επαμεινώνδα Γονατά. Η διαστρέβλωση της κανονικότητας που μεθοδικά περιγράφει ο Τσαλαπάτης με την αντικειμενική ματιά ενός παρατηρητή, η οποία έχει να κάνει με βασικούς μηχανισμούς πρόσληψης του πραγματικού, για παράδειγμα την αντίληψη του εδώ και του εκεί, του πάνω και του κάτω, της στιγμής και της διάρκειας, του πίσω και του μπροστά, δημιουργεί αυτή την απόσταση και μέσα στην απόσταση χάνεται η ταυτότητα.
Όλοι και όλα μέσα στην Άλμπα είναι άλλοι από τον εαυτό τους. Εκεί τα πράγματα δεν είναι δεδομένα, υπάρχουν σε μια μόνιμη κατάσταση μετεωρισμού και μετάλλαξης, προσπαθούν να πάρουν μορφή αλλά η Άλμπα δεν είναι Εδέμ, δεν είναι χώρος πρωταρχικός, αλλά τόπος απώλειας, και κυρίως απώλειας της γλώσσας που θα μπορούσε να ονομάσει και να περιγράψει τα πράγματα. Υπάρχουν πολλές αναφορές στη δυσκολία της άρθρωσης, στην αποτυχία της έκφρασης, ο ήχος που σημαίνει κάτι συγκεκριμένο έχει εδώ αποσπαστεί οδυνηρά, έχει ξεριζωθεί και όπως ξέρουμε η λέξη που δεν ταυτίζεται με μια κοινή εμπειρία δεν σημαίνει πια αυτό που λέει.

Βυθισμένη στην αμφισημία

Η πρώτη μέρα της εβδομάδας, «Η Δευτέρα των λέξεων», όπως είναι ο τίτλος του ποιήματος, εισάγει τη μορφή ενός φτωχού αλχημιστή που βράζει νερό αντί να λειώνει μέταλλα, στο κοίλο κομμάτι της γλώσσας, εκεί που λιμνάζουν οι λέξεις. Η Δευτέρα, ένα διαρκές ξεκίνημα, μια μαθητεία χωρίς αντικείμενο, παράγει κοχλάζουσα γλώσσα, δηλαδή ποίηση. Ο αφηγητής, ένας εκ των σιωπηλών, δηλαδή όσων γράφουν, προσφέρει τη γλώσσα του σε αυτούς που σιώπησαν, έστω κι αν η γλώσσα αυτή είναι ένας ιστός διάτρητος και εύθραυστος, πάνω από μια ύλη σκοτεινή, τρομακτική, απροσδιόριστη, πάνω στο παράδοξο του χάους ή την τρέλα του κατοπτρισμού που αντιστρέφει τα είδωλα, και πάνω στον οποίο αποφασίζει να πατήσει για να μπει στην Άλμπα και να την εξερευνήσει. Η Άλμπα είναι ασφυκτική, καταδικασμένη στην επανάληψη ατελέσφορων κινήσεων, όπου κάθε πρόθεση οδηγεί σε αδιέξοδο και ανατροπή, χωρίς ανάσα και λέξεις, χωρίς πνοή, χωρίς ορίζοντα, βυθισμένη στην αμφισημία ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη. Ο ανταποκριτής, ταξιδιώτης ή κάτοικος του τόπου, πάντως προικισμένος ή επιφορτισμένος με την ψυχραιμία ενός γνώστη και την περιέργεια του ερευνητή, αλλά και τη συμπόνοια του συντρόφου, αναλαμβάνει την ευθύνη να περιγράψει την εμπειρία της Άλμπα.

Ένα κουβάρι ερωτημάτων

Η Άλμπα είναι ένα κουβάρι ερωτημάτων, είναι μια Σφίγγα που θέτει σε αμφισβήτηση τα πάντα, είναι ένας τόπος αδιανόητος ως κατοικημένος. Πώς είναι να είσαι όρθιος ή πού είναι ο ουρανός, τι στέλνεις με το βλέμμα και τι αρπάζεις με αυτό, τι είναι η στιγμή και τι η ηλικία. Είναι ένας τόπος μιας ηρακλείτειας επανάληψης αυτών των ερωτημάτων που επειδή δεν απαντιούνται επιφέρουν μια στάση στο ανάμεσα, που ωστόσο δεν είναι καθόλου στατική. Πέφτοντας στον γκρεμό του τίποτα η Άλμπα σώζεται και υλοποιείται στο ενδιάμεσο. Ζει εκεί όπου τίποτα δεν είναι αποκρυσταλλωμένο, είναι η ίδια η φαντασία εν κινήσει. Το ταξίδι μπροστά και πίσω, από την αφετηρία προς το τέρμα και η αντιστροφή του, είναι η υπεράσπιση της δυνατότητας του ανάποδου κόσμου ή του πιθανού κόσμου, και ακόμα μια μαθητεία στην ορμή της γλώσσας που βρίσκεται σε κίνηση αλλά και το αντίθετο: το πώς οι λέξεις μπορούν να γίνουν άψυχες πέτρες χωρίς νόημα χειρότερες από πράγματα. Η τόλμη αυτού του ταξιδιού είναι η περιπέτεια της ποίησης.

* Η Κατερίνα Ηλιοπούλου είναι ποιήτρια και διευθύντρια έκδοσης του περιοδικού ΦΡΜΚ.