Μια συνήθης ιστορία της Πέτρου Ράλλη

Είναι γνωστή η φράση που ακούγεται απ’ όλους τους Έλληνες όταν πρόκειται για κάτι που δεν πάει ή δεν δουλεύει καλά στον κρατικό μηχανισμό: «Με κάνετε μια μέρα πρωθυπουργό και θα δείτε πως αλλάζουν τα πράγματα». Μια μέρα μόνο, τόσο χρειάζεται για ν΄ αλλάξουν τα πράγματα. Δεν έχουν αποφύγει αυτή τη φράση ακόμη και κορυφαίοι. Ενδεικτικά θυμίζω το «στις 17 εκλογές, στις 18 σοσιαλισμός», ή το τελευταίο «στις 7 εκλογές, στις 8 καταργώ το άβατο των Εξαρχείων». Το έχουμε εμείς οι Έλληνες το εξουσιαστικό προτέρημα που θεωρητικά μας δίνει την απόλυτη ικανότητα να λύνουμε προβλήματα στο πι και φι. Στην πράξη όμως τελικά, όταν μας δοθεί η ευκαιρία, αντί να λύνουμε προβλήματα, ασκούμε εξουσία. Πού αλλού; Στον όποιο αδύναμο βρούμε μπροστά μας. Αφορμή για να γράψω όλα τα παραπάνω, μου έδωσε μια επίσκεψη στα γραφεία της Διεύθυνσης Αλλοδαπών στην Πέτρου Ράλλη, όπου εξυπηρετούνται μετανάστες.
Μια νόμιμα εργαζόμενη στην Ελλάδα μετανάστρια έκανε ανανέωση του διαβατηρίου της και έπρεπε να το δηλώσει στην Εφορία. Στην Εφορία που πήγε, την ενημέρωσαν ότι δεν μπορούν να το περάσουν, γιατί πρώτα έπρεπε να το δηλώσει στη Διεύθυνση Αλλοδαπών και μετά με τη βεβαίωση που θα της δώσουν, να επανέλθει για να γίνει και η ενημέρωση στην Εφορία. Τρέχουμε στην Πέτρου Ράλλη να προλάβουμε. Φτάνουμε στις δύο παρά τέταρτο. Η πόρτα του γραφείου είναι κλειστή. Χτυπάμε, δεν ανοίγει κανένας. Μια άλλη κυρία που περιμένει, μας ενημερώνει ότι δεν ανοίγουν και ότι και αυτή περιμένει μήπως βγει κάποιος έξω για να ρωτήσει κάτι. Τελικά, η πόρτα ανοίγει στις δυο ακριβώς. Μπαίνουμε μέσα και μια υπάλληλος με ύφος εκατό Καρδιναλίων μάς καλεί να βγούμε έξω. «Τελειώσαμε κύριοι, αύριο πάλι». Προσπαθούν να ρωτήσουν κάτι, με απόλυτο εξουσιαστικό ύφος παίρνουν την απάντηση: «έξω, έξω τελειώσαμε, αύριο με σειρά προτεραιότητας». «Εμάς», μου λέει η γνωστή μου, «μας έχουν για ζώα. Ρώτησε σε παρακαλώ εσύ που είσαι Έλληνας τη διαδικασία, μην έρθω τζάμπα αύριο». Ρωτάω ευγενικά, πρόκειται για τη δήλωση της ανανέωσης… «έξω κύριε, τελειώσαμε δεν απαντώ, αύριο, αύριο». Σας παρακαλώ, της λέω, μην έρθουμε αύριο και… «Τελειώσαμε έξω, έξω». Ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου: «καλά δεν υπάρχει λίγη ανθρωπιά, δεν υπάρχει ο ελάχιστος σεβασμός στους ανθρώπους». «Έξω, έξω ποιος είστε εσείς κύριε». Ένας πολίτης που έχει δικαιώματα, απαντώ. «Να πάτε να μάθετε τα δικαιώματά σας και μετά να έρθετε εδώ». Της ζήτησα το όνομά της, και πάλι η απάντηση ήταν «έξω, έξω τελειώσαμε». Εκείνη την ώρα παρεμβαίνει ένας συνάδελφος της κυρίας με ευγενικό τρόπο, μου δίνει εξηγήσεις, χρειάστηκε τρία δευτερόλεπτα. Του λέω, αυτό δεν μπορούσε να γίνει από τη συνάδελφό σου; Σιωπή. «Πες μου σε παρακαλώ τ΄ όνομά της». «Τι να το κάνεις;». «Να της κάνω αναφορά». «Μπορείτε να πάτε στον προϊστάμενο». Την επόμενη μέρα η εργαζόμενη πηγαίνει στις επτά το πρωί για να πάρει σειρά. Τα νούμερα που μοιράζουν είναι 150, τους υπόλοιπους τους διώχνουν, μεταξύ αυτών και τη γνωστή μου, που παρότι πήγε στις επτά το πρωί, έμεινε εκτός «νυμφώνος». Την άλλη μέρα, τρίτη στη σειρά, πήγε στις 3 το πρωί, κατάφερε να πάρει τον αριθμό 55… άλλους 200 τους έδιωξαν για την επόμενη μέρα…
Δεν μπορώ άλλο την Αθήνα έξω, έξω μακριά στη θάλασσα. Άσε τώρα που μπήκαν και οι μπουλντόζες του Άδωνη στο Ελληνικό και θα μας φάει η σκόνη. Έξω, έξω… Καλές διακοπές φίλοι και φίλες της «Εποχής», έτσι και αλλιώς, παρά τη ζέστη, κανενός το αυτί δεν θα ιδρώσει.

Πέτρος Ζούνης

Υ.Γ.: Α, η γνωστή μου δούλευε συνέχεια τα δύο τελευταία χρόνια, χωρίς ρεπό. Τελικά, τα ένσημα που της έβαλαν, δεν φτάνουν να ανανεώσει την παραμονή της στη χώρα. Έξω, έξω δεν χρειάζεται το ΣΕΠΕ…