Μια συνομιλία με τον καθηγητή του ΕΚΠΑ, Νίκο Παναγιωτόπουλο

Το «χάρισμα» είναι ιδεολογία

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου «Libido artistica.
Κοινωνική κριτική της καλλιτεχνικής ζήτησης», που συν-έγραψε με την Μαρία Βιδάλη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η πολιτιστική παραγωγή γνώρισε αναμφισβήτητα μια σημαντική άνθηση τη δεκαετία του 2000 και, παρά τις αντιξοότητες της κρίσης, ακόμη και κόντρα σε αυτές, συνεχίζει να γνωρίζει άνθηση και στην τρέχουσα δεκαετία. Ακριβώς τη στιγμή της κρίσης μάλιστα, ή ελάχιστα πριν, μπήκαν στο χορό της πολιτιστικής παραγωγής και μεγάλα ιδρύματα, μετασχηματίζοντας εν μέρει το τοπίο.
Πρόκειται όμως ακόμη και σήμερα για τοπίο αχαρτογράφητο. Βλέπει κανείς μεγάλες και μικρές παραγωγές, περισσότερο ή λιγότερο επαγγελματικές, να κατακλύζουν την καλλιτεχνική σκηνή -κυρίως βέβαια την αθηναϊκή, αλλά όχι μόνο-, βλέπει επίσης να προσγειώνεται στην Ελλάδα ένα σημαντικό στελεχιακό δυναμικό που φέρνει στις αποσκευές του πτυχία και μεταπτυχιακούς τίτλους πολιτιστικής διαχείρισης από αγγλόφωνα πανεπιστήμια, βλέπει επίσης να αναπτύσσονται και τέχνες του δρόμου, με την Αθήνα να γίνεται ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του γκραφίτι, βλέπει δηλαδή μια Ελλάδα και την πρωτεύουσά της, ιδίως, σε καλλιτεχνικό αναβρασμό, δεν βλέπει όμως να παράγονται μελέτες σε σχέση με τα φαινόμενα αυτά.

Είμαστε λοιπόν μάρτυρες μιας εποχής μετάβασης που, σε ένα πρώτο επίπεδο, δηλώνει μια τάση εκδημοκρατισμού αλλά και εκδυτικισμού στον τρόπο παραγωγής του πολιτιστικού προϊόντος, μαζί με τα συμπαραμαρτούντα της, που είναι η καταναλωτική διάσταση στην πρόσληψη της κουλτούρας και η σύνδεσή της με τους σκοπούς της ελεύθερης οικονομίας, ταυτόχρονα όμως που δείχνει πού και πού και τα δόντια της σε όλα αυτά, προσπαθώντας να αντισταθεί σε κυρίαρχες τάσεις και να κρατήσει ένα βαθμό αυτονομίας. Για να μιλήσουμε με όρους βιβλίου, είναι σαν την ώρα που η ιδιωτική τηλεόραση προσφέρει μόνο βιβλία περιπτέρου επιβάλλοντας εξωτερικά το ύφος της, σε έναν παράλληλο κόσμο η υπόλοιπη καλλιτεχνική παραγωγή, που δεν έχει την προβολή που έχει το τηλεοπτικό προϊόν, να προσπαθεί να καλύψει όλα τα άλλα είδη κειμένου.
Δεν μπορεί λοιπόν παρά να χαιρετίσει κανείς την κυκλοφορία μιας κοινωνιολογικής μελέτης που μας προσφέρει ποικιλία στοιχείων για το «κοινό», τους ανθρώπους που στην Ελλάδα ενδιαφέρονται και παρακολουθούν τα καλλιτεχνικά δρώμενα, με άλλα λόγια την καλλιτεχνική ζήτηση, αυτόνομα αλλά και ως κομμάτι που επηρεάζει την παραγωγή. Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Νίκος Παναγιωτόπουλος, που μας προσέφερε τα τελευταία χρόνια σημαντικές κοινωνιολογικές μελέτες για τις επιπτώσεις της κρίσης (βλ. τα βιβλία του «Η βία της ανεργίας», εκδ. Αλεξάνδρεια 2013 και «Mirrors: πολυφωνικές αφηγήσεις για έναν κόσμο σε κρίση», εκδ. Αλεξάνδρεια 2016) εισέρχεται τώρα στο κατ’ εξοχήν πεδίο των ενδιαφερόντων του, που είναι η διάχυση του πολιτισμού στην κοινωνία. Μαζί με τη διδάσκουσα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Μαρία Βιδάλη, έγραψε το βιβλίο «Libido artistica. Κοινωνική κριτική της καλλιτεχνικής ζήτησης» (εκδ. Αλεξάνδρεια 2019).

Αριθμοί και αναλογίες με νόημα

Το βιβλίο βασίζεται σε έρευνες και συνεντεύξεις που παρήχθησαν σε διαφορετικές περιόδους: λ.χ. για τα μουσεία το 1996, για το θέατρο το 2008, για το χορό το 2009. Και είναι ενδιαφέρον τόσο για τον απλό επαρκή αναγνώστη, όσο και για τους εξοικειωμένους με το θεωρητικό έργο του συγγραφέα και των αναφορών του, λ.χ. του Μπουρντιέ. Έχει δε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να διαβάσει, λ.χ., κανείς ότι, ενώ στον γενικό πληθυσμό οι κάτοχοι μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου είναι περίπου 1%, ανάμεσα στους θεατές του θεάτρου είναι 16,5%. Και αντίθετα, ενώ οι απόφοιτοι Δημοτικού αποτελούν το 30% του γενικού πληθυσμού, στο κοινό των θεάτρων οι θεατές δημοτικής εκπαίδευσης δεν ξεπερνούν το 1,2%. Εξίσου, αν όχι περισσότερο ενδιαφέρον είναι το εξής στοιχείο: ενώ οι υπάλληλοι γραφείου είναι ποσοστιαία στο κοινό των θεάτρων όσο ακριβώς και στο γενικό πληθυσμό (περί το 10%), οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων δεν παρακολουθούν σχεδόν καθόλου θέατρο. Λ.χ. οι ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων είναι το 10% του πληθυσμού και μόλις το 2,7% του κοινού των θεάτρων. Οι ίδιες περίπου αναλογίες υπάρχουν και στους επισκέπτες μουσείων ενώ στο χορό, που αποτελεί το άλλο σημαντικό πεδίο έρευνας του βιβλίου, το κυρίαρχο στοιχείο είναι το φύλο, αφού η συντριπτική πλειοψηφία του κοινού (άνω του 70%) είναι γυναίκες.
Το βιβλίο θίγει πολλά θέματα για τα οποία σπάνια γίνεται λόγος στο δημόσιο χώρο, όπως οι σχέσεις εξουσίας στο χώρο του πολιτισμού, ο διεθνής καταμερισμός πολιτιστική επιρροής κ.ά.

Ένας κοινωνικός μικρόκοσμος

Όπως λέει στην «Εποχή» ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, «για να καταλάβουμε αυτό που συμβαίνει μέσα στον πολιτισμικό χώρο, τις μάχες, τις συγκρούσεις πρέπει να συνδέουμε αντί να τα αντιπαραθέτουμε δύο σύνολα γεγονότων τα οποία είναι επιστημονικά θεμελιωμένα. Από τη μία, έχουμε το αναμφισβήτητο γεγονός της άνισης κατανομής του πολιτισμικού κεφαλαίου, του οποίου το καλλιτεχνικό κεφάλαιο αποτελεί διάσταση, και το οποίο κάνει να μην μπορούν όλοι οι πολίτες να έχουν τη ροπή, την τάση αλλά και την ικανότητα να παράξουν και να καταναλώσουν συμβολικά αγαθά, έργα τέχνης, και, από την άλλη, ότι το πεδίο πολιτισμικών αγαθών αποτελεί ένα κοινωνικό μικρόκοσμο εντός του οποίου διεξάγεται ένας αγώνας γύρω από συμβολικά αγαθά που άλλοι παράγουν, άλλοι σχολιάζουν, άλλοι χρηματοδοτούν, άλλοι διαχέουν. Αυτός ο χώρος γνωρίζουμε πως αποτελεί ένα χώρο που διέπεται από μια ειδική λογική στον τρόπο παραγωγής και λειτουργίας του, ένα κόσμο ο οποίος όταν έχει μεγάλη αυτονομία είναι τελείως ενάντια με τις άλλες εξουσίες δηλαδή ενάντια στον εμπορικό κόσμο και θεσμοθετεί μία σταδιακά μεγάλη ρήξη μεταξύ αυτού που γίνεται σ’ αυτό τον κόσμο και του κοινού κόσμου των κοινών πολιτών».

 

Σύγχρονες τάσεις συντηρητικοποίησης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρόλο που έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι η ενασχόληση με τα πολιτιστικά αγαθά είναι πιστοποιητικό προοδευτικότητας, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος εφιστά την προσοχή στις σύγχρονες τάσεις συντηρητικοποίησης που διέπουν τη σχέση μας μαζί τους.
«Σήμερα, στο πεδίο των συμβολικών αγαθών, απειλούμαστε από μια συντηρητική επανάσταση η οποία εμφανίζεται ως επανάσταση ή ως προοδευτικός μετασχηματισμός ενώ είναι μια παλινδρόμηση, μια επιστροφή προς τα πίσω που έχει όλα τα προσχήματα της προόδου, της πρωτοτυπίας το έχουμε ξαναδεί στο παρελθόν. Έχουμε μια τάση ενός αισθητικού λαϊκισμού που αναφέρει το γούστο του λαού για να καταδικάσει τη σύγχρονη τέχνη. Συμβαίνει κάτι ανάλογο και στο χώρο της οικονομίας. Ωστόσο, στο χώρο της τέχνης το πράγμα είναι πιο σύνθετο γιατί, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στην οικονομία όπου οι ενδεείς έχουν πάντα μια συνείδηση των ελλείψεών τους και άρα υπάρχει μια τάση στοιχειώδους αναστοχασμού, που οδηγεί για παράδειγμα τη σκέψη στα κεκτημένα που έχουν χαθεί, οι πολιτισμικά ενδεείς αποστερούνται την συνείδηση της αποστέρησής τους. Με δυο λόγια η παλινδρόμηση μπορεί να εμφανίζεται ως προοδευτική γιατί επικυρώνεται από το “λαό”, τον καλύτερο δικαστή για να κρίνει κάτι που αφορά το λαό…».
Όπως άλλωστε γράφει και στο βιβλίο, «η αναπαραγωγή της δομής της κατανομής του πολιτισμικού κεφαλαίου που εξασφαλίζει το εκπαιδευτικό σύστημα, συμβάλλει στην αναπαραγωγή της δομής των σχέσεων μεταξύ των τάξεων και μεταξύ των τμημάτων των κυρίαρχων τάξεων». Την ίδια ώρα, «όλα τείνουν να δείξουν ότι υπάρχει έντονη συσχέτιση μεταξύ καλλιτεχνικής ζήτησης και σχολικού κεφαλαίου αλλά και κοινωνικής καταγωγής». Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θεωρεί ο συγγραφέας, «είναι αναγκαία η ρήξη με τους μηχανισμούς (ανα)παραγωγής της ιδεολογίας του “χαρίσματος” που διαπνέει το σύστημα αξιών των καλλιεργημένων τάξεων» καθώς «οι πολιτιστικές πρακτικές αποτελούν καθαρά το προϊόν κοινωνικών καθορισμών και όχι των προσωπικών κλίσεων».
Το βιβλίο, που αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου ερευνητικού σχεδίου, είναι γραμμένο με σύνθετο τρόπο, έτσι ώστε να συνδυάζει το θεωρητικό λόγο με την παραγωγή άμεσων επιστημονικών αποτελεσμάτων. Ο συγγραφέας το κάνει αυτό και στο περιοδικό που εκδίδει, τις «Κοινωνικές Επιστήμες», το κάνει και στη γενικότερη παρουσία του στο δημόσιο χώρο, ανοίγοντας διαύλους ανάμεσα στις επιστήμες, τις τέχνες και την κοινωνία.

Μανώλης Πιμπλής