Μικρά σχόλια για βιβλία που διάβασα

athanasiou_1

Κλαρίσε Λισπέκτορ
«Η ώρα του αστεριού»
(μτφ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες, 2016)

«Θά ’ρθει μια μέρα […] θα βασίζομαι μόνο σ’ εμένα, στην αλήθεια μου, τόσο ολοκληρωτικά δοσμένη σ’ ό,τι κάνω που θα είμαι ανίκανη να μιλήσω, πάνω απ’ όλα θα ’ρθει μια μέρα όπου όλη μου η κίνηση θά ’ναι δημιουργία, γέννα, θα κάψω όλα τα πλοία που εδρεύουν εντός μου, θ’ αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβάμαι […] και τότε τίποτα δεν θα εμποδίσει το δρόμο μου προς τον άφοβο θάνατο, από οποιαδήποτε πάλη ή ανάπαυλα θα σηκωθώ κραταιή κι ωραία σαν νιόβγαλτο πουλάρι».
Αυτά τα λόγια σε πρώτο πρόσωπο, από το προηγούμενο (και μοναδικό μέχρι την πρόσφατη έκδοση της Ώρας του αστεριού) βιβλίου της Κλαρίσε Λισπέκτορ που είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά, το Κοντά στην άγρια καρδιά (μτφ. Αμαλία Ρούβαλη, εκδ. Τυπωθήτω, 2008), είναι πολύ χαρακτηριστικά της θυελλώδους παρουσίας της Λισπέκτορ στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.
Στην Ώρα του αστεριού, ο αναγνώστης μπαίνει στο κλίμα από την πρώτη-πρώτη σελίδα, από τον (πολλαπλό) τίτλο κιόλας. Και από την αφιέρωση: «Αυτή η ιστορία λαμβάνει χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημόσιας συμφοράς. Πρόκειται για βιβλίο ατελείωτο γιατί του λείπει η απάντηση», για να συνεχίσει λίγο παρακάτω: «όσο θα έχω ερωτήσεις και δεν θα υπάρχει η απάντηση θα συνεχίσω να γράφω». Καθώς στις σελίδες του βιβλίου αποτυπώνεται η μορφή της πρωταγωνίστριας, μιας κοπέλας που «ήταν δυστυχισμένη εν αγνοία της», μιας γυναίκας που «δεν είχε αυτό το ντελικάτο κάτι που ονομάζουν γοητεία», μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που νιώθει «αποκαμωμένος από τη λογοτεχνία», βλέπουμε να ξεδιπλώνεται ένα κείμενο συμπυκνωμένης έντασης που «διερευνά τα όρια της γλώσσας» (όπως γράφει στο σημείωμά του ο μεταφραστής), «τεντώνει τις χορδές της στα σημεία εκείνα που η λέξη συνορεύει με τον γόο, τη σιωπή, το ουρλιαχτό, την αγλωσσία». Ένα κείμενο που δοκιμάζει τα όρια της αφήγησης, της γραφής, της στίξης (είναι γνωστή ίσως η περιπέτεια με την πρώτη γαλλική μετάφραση έργου της Λισπέκτορ, που προσπάθησε να «λειάνει» και να κάνει πιο «βατή» τη στίξη του κειμένου).
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1920, αλλά το 1922 η οικογένειά της μετανάστευσε στη Βραζιλία. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς μέσα σε λίγες γραμμές τη λογοτεχνία της Λισπέκτορ. «Η πιο αληθινή ζωή μου είναι μη αναγνωρίσιμη, άκρως εσωτερική και δεν υπάρχει ούτε μια λέξη που να τη σημαίνει», γράφει η ίδια. Στην εξαιρετική ελληνική έκδοση υπάρχει ένα επίμετρο της Ελέν Σιξού, ένα πληρέστατο εργοβιογραφικό σημείωμα καθώς και ένα σημείωμα του μεταφραστή, που όλα μαζί βοηθούν τον αναγνώστη να αποκτήσει μια σχετικά πλήρη εικόνα για μια μοναδική συγγραφέα που άφησε ένα ιδιαίτερο και βαθύ ίχνος στη λογοτεχνία.

***

film
Στεφάν Οσμόν
«Ανεξέλεγκτα στοιχεία»
(μτφ. Αριάδνη Μοσχονά,
εκδ. Πόλις, 2016)

Καθώς ο αφηγητής προσπαθεί να κλείσει πια οριστικά τους λογαριασμούς του με το παρελθόν, γράφοντας στο Παρίσι ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από την πολιτική του ένταξη και τη σχέση του με τις ένοπλες οργανώσεις, ένα τηλεφώνημα από την Ιταλία έρχεται να τον αναστατώσει: στο τηλέφωνο είναι η Φεντόρα, ο νεανικός του έρωτας, που έχει μόλις αποφυλακιστεί μετά από είκοσι χρόνια εγκλεισμού για τη συμμετοχή της σε ένοπλη οργάνωση.
Αρχίζει έτσι η αναθύμηση και η περιπλάνηση σε εκείνα τα φλογερά χρόνια της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Η αρχική πολιτικοποίηση, το φούντωμα των αγώνων, η αίσθηση ότι «η παγκόσμια επανάσταση θα ξεσπούσε από στιγμή σε στιγμή», οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στις διαδηλώσεις («el pueblo unido…» κόντρα στο «el pueblo armado…»), το πραξικόπημα στη Χιλή, η Επανάσταση των Γαριφάλων στην Πορτογαλία, το Πολυτεχνείο και η πτώση της χούντας στην Ελλάδα, το Βιετνάμ, η Νικαράγουα των Σαντινίστας, οι πρώτες πορείες των ένστολων φαντάρων, αλλά και η εποχή των αλησμόνητων InterRail, της χαράς και του έρωτα.
Ένα πολύ καλογραμμένο βιβλίο, μια πλήρης τοιχογραφία μιας εποχής. Το (σχεδόν μοιρολατρικό) μότο που προτάσσει ο συγγραφέας («το πλεονέκτημα των χαμένων επαναστάσεων είναι πως δεν έχουν το μειονέκτημα να είναι κερδισμένες επαναστάσεις», του Ρενάτο Κούρτσιο, ηγετικού στελέχους των Ερυθρών Ταξιαρχιών) δίνει ένα στίγμα της αποτίμησης του συγγραφέα για εκείνη την εποχή, την οποία αλλού ο συγγραφέας διατυπώνει με ακόμα μεγαλύτερη σαφήνεια: «Σήμερα, το επαναστατικό ρεύμα που είναι, ή μάλλον ήταν, μία από τις παραδόσεις της Αριστεράς, έχει πρακτικά εξαφανιστεί… Αν λυπάμαι; Μάλλον όχι. Οι επαναστάσεις είναι σχεδόν πάντα βίαιες και άδικες» (συνέντευξη στην Εφημερίδα των Συντακτών, 5 Δεκεμβρίου 2016).
Τα «ανεξέλεγκτα στοιχεία» του τίτλου είναι ο τρόπος που αποκαλούσαν τα ΜΜΕ της εποχής τους «αυτόνομους», τους ανένταχτους.

***
athanasiou_3
Μαχί Μπινμπίν
«Τα αστέρια
του Σίντι Μουμέν»
(μτφ. Έλγκα Καββαδία,
εκδ. Άγρα, 2016)

Το σύντομο αυτό μυθιστόρημα του Μαροκινού συγγραφέα, ζωγράφου και γλύπτη Μαχί Μπινμπίν είναι η αφήγηση ενός νεκρού – κάτι που ο αναγνώστης το πληροφορείται ήδη από τη δεύτερη σελίδα του βιβλίου. Αφηγητής είναι ο Γιασίν, ένα νεαρό αγόρι από την παραγκούπολη Σίντι Μουμέν της Καζαμπλάνκα που στα 18 του χρόνια αποφασίζει να γίνει βομβιστής αυτοκτονίας.
Τα Αστέρια… όμως είναι κατά βάση μια ολοζώντανη τοιχογραφία της ζωής στις παραγκουπόλεις γύρω από την Καζαμπλάνκα, έναν τόπο που κατοικείται από ανθρώπους «πεινασμένους για χαρά», «μια πελώρια πόλη από ζωντανούς-νεκρούς» όπου «μόλις κάτι πάει καλά, κάτι συμβαίνει για να το καταστρέψει».
Εκεί, μια παρέα παιδιών αρχίζει λίγο-λίγο, γελώντας και παίζοντας και δουλεύοντας και πηγαίνοντας στο σχολείο και παίρνοντας ναρκωτικά, να μαθαίνει τη σκληρή ζωή στην παραγκούπολη, μια ζωή πολλές στιγμές χαρούμενη αλλά χωρίς προοπτική, χωρίς ελπίδα, μια ζωή μέσα στην εγκατάλειψη και σε διαρκή σύγκρουση με τους κρατικούς θεσμούς.
Εκεί γίνεται και η πρώτη επαφή με κάποιους που «έλεγαν ότι το μερτικό μας στη φωτιά της Κόλασης το είχαμε ήδη υποστεί στο Σίντι Μουμέν κι έτσι τίποτα χειρότερο δεν μπορούσε να μας συμβεί», ενώ σε αντίβαρο οι ίδιοι υπόσχονται την αιώνια ευτυχία του παραδείσου.
Ο Μπινμπίν δεν κάνει κοινωνιολογική ανάλυση ενός πολιτικοκοινωνικού φαινομένου που, προφανώς, υπερβαίνει το υπεραπλουστευμένο σχήμα «φτωχοί-που-επαναστατούν-αυτοκτονώντας». Βασισμένος, σε κάποιο βαθμό, σε ένα πραγματικό γεγονός (οι βομβιστές που πραγματοποίησαν την επίθεση στο ξενοδοχείο Φαράχ της Καζαμπλάνκα, το 2003, προέρχονταν όντως από το Σίντι Μουμέν), ο συγγραφέας αποτυπώνει με μια λιτή, καλογραμμένη μυθοπλασία τη δική του ματιά σε μία εκδοχή, μία στιγμή αυτού του φαινομένου. Μάλιστα, ο Μπινμπίν επανέρχεται διαρκώς στο ότι η ζωή των πρωταγωνιστών του έχει και χαρά και γέλιο και έρωτα και φόβο, και γι’ αυτό σε κάποιους υπάρχει και έκπληξη όταν βλέπουν τους άλλους να δέχονται τελικά την τελεσίδικη θυσία.

***

Σάμαρ Γιάζμπεκ
«Οι πύλες του Τίποτα»
(μτφ. Αγγελική Σιγούρου,
εκδ. Καστανιώτη, 2016)

Η γεννημένη στη Συρία Σάμαρ Γιάζμπεκ βρέθηκε –μετά από συλλήψεις και διώξεις– από τις διαδηλώσεις της Αραβικής Άνοιξης, το 2011, να δραπετεύει στο Παρίσι. Μεταξύ Αυγούστου 2012 και Αυγούστου 2013 ξαναμπήκε τρεις φορές κρυφά στη Συρία και συνομίλησε τόσο με μαχητές από διάφορους χώρους όσο και με πολίτες που πάσχιζαν απλώς να επιβιώσουν από το μακελειό. Το αποτέλεσμα είναι αυτό το βιβλίο – μια μαρτυρία, ένα σύνολο από προσωπικές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων οι οποίες συνθέτουν τον εφιάλτη.
Μέσα από τις διηγήσεις βλέπουμε τη διαρκώς αυξανόμενη παρουσία των ισλαμιστικών οργανώσεων, την καταστροφή των έργων τέχνης, τον πόλεμο ως πηγή κέρδους, το πώς «η ειρηνική λαϊκή επανάσταση εναντίον ενός δικτάτορα μετατράπηκε σε ένοπλη επανάσταση την οποία σφετερίστηκαν τα τάγματα των τζιχαντιστών» – βλέπουμε, δηλαδή, μια ερμηνεία, μια εκδοχή, μια απόπειρα που, χωρίς να μπαίνει σε βαθιές πολιτικές αναλύσεις, προσπαθεί να θέσει έστω το ερώτημα «ποιοι σφετερίστηκαν την επανάσταση και τη μετέτρεψαν σε θρησκευτικό πόλεμο».
Στις μαρτυρίες αποτυπώνονται ιστορίες γεμάτες ένταση, όταν, για παράδειγμα, οι άνθρωποι μετατρέπουν τα σπίτια τους σε δρόμους και περάσματα για να δημιουργούν μέσα στην πόλη διαδρομές ασφαλείς από τους ελεύθερους σκοπευτές ή όταν ακόμα και η προσφυγιά σημαδεύεται –σε βαθμό ζωής ή θανάτου– από το ταξικό στοιχείο: «Οι Σύριοι πρόσφυγες συνωστίζονται στην αίθουσα του αεροδρομίου. Ανήκουν κυρίως στη μεσαία τάξη. Οι φτωχοί παραμένουν σε καταυλισμούς των συνόρων».

***
athanasiou_5
Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ
«Το μάτι»
(μτφ. Γιώργος-Ίκαρος
Μπαμπασάκης,
εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Σμίροφ, όταν έρχεται αντιμέτωπος με μια ταπείνωση που τον υπερβαίνει, δοκιμάζει να αυτοκτονήσει, ο ίδιος μάλιστα θεωρεί πως το έχει πετύχει, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να αφηγείται («Ω, πόσο ισχυρή είναι η ανθρώπινη σκέψη, που μπορεί ακόμα και μετά θάνατον να συνεχίσει τον καλπασμό της»), για να μετατραπεί έτσι σε έναν «εξωτερικό παρατηρητή» του κόσμου του, πλάθοντας μια καλειδοσκοπική εικόνα για τον εαυτό του, μια φασματική, θολή φιγούρα, σχεδόν πλασματική, καθώς ο ίδιος εκμηδενίζεται υπάρχοντας μόνο μέσα από τις (αντιφατικές και συμπληρωματικές) ματιές και αφηγήσεις των άλλων, μέσα σε ένα διαρκές παιχνίδι με καθρέφτες: «όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που γνώρισα, δεν ήταν ζωντανά όντα, αλλά μονάχα περιστασιακοί καθρέφτες για τον Σμίροφ».
Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και μεταφρασμένο πάλι από τον ίδιο μεταφραστή κυκλοφόρησε πρόσφατα και άλλο ένα βιβλίο του Ναμπόκοφ, Η άμυνα του Λούζιν: η ιστορία ενός ιδιοφυούς σκακιστή που συντρίβεται κάτω από το βάρος τόσο του δικού του ταλέντου («ύστερα από κάθε σκακιστική συνάντηση του τουρνουά, ήταν ακόμη μεγαλύτερη η δυσκολία του να συρθεί έξω από τον κόσμο των σκακιστικών συλλήψεων και συνδυασμών – έτσι ώστε άρχισε να εμφανίζεται μια δυσάρεστη σχάση και κατά τη διάρκεια της ημέρας») όσο και των πιέσεων του περίγυρού του, για να μπει τελικά σε μια βασανιστική ψυχολογική διαδρομή προς το πιο σκληρό τέλος.

***
athanasiou_6
Φίλιπ Κ. Ντικ
«Τα τρία στίγματα
του Πάλμερ Έλντριτς»
(μτφ. Δημήτρης Αρβανίτης, εκδ. Κέδρος, 2016)

Τον 21ο αιώνα, όταν η ζωή στη Γη έχει γίνει πια αβίωτη λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας, οι κάτοικοι του πλανήτη, υπό την ηγεσία του ΟΗΕ, αποικίζουν όλους τους πλανήτες του σύμπαντος. Σε έναν εφιαλτικό κόσμο τον οποίο θα ακολουθήσει –είναι βέβαιο– ένα ακόμη χειρότερο μέλλον, μοναδική διέξοδος που έχει μείνει στους ανθρώπους είναι οι ψευδαισθήσεις. Καθώς ο ανταγωνισμός για το εμπόριο των ναρκωτικών φαίνεται να εμπλέκεται με ευρύτερα σχέδια απόλυτης εξουσίας, προβάλλει η αινιγματική και φασματική μορφή του πανίσχυρου μεγιστάνα Πάλμερ Έλντριτς.
Σε αυτόν τον καμβά βλέπουμε να αναδύονται οι γοητευτικές αμφισημίες που χαρακτηρίζουν όλο το έργο του Ντικ και αποτυπώνουν ξανά μια πραγματικότητα ρευστή, ασταθή, πολλαπλή. Στα Στίγματα…, ένα από τα πιο γνωστά βιβλία του, ο Φίλιπ Ντικ διερευνά για άλλη μια φορά τα όρια του ανθρώπινου και της ανθρώπινης εμπειρίας και θέτει μια σειρά από φιλοσοφικά, μεταφυσικά και πολιτικά ερωτήματα, δίνοντας έτσι τις συντεταγμένες μιας από τις πιο πολιτικές εκδοχές επιστημονικής φαντασίας που έχουν γραφτεί.
Το βιβλίο κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση, καθώς είχε εκδοθεί και το 1986 (μτφ. Ρ. Χάτχουτ, εκδ. Ars Longa).

***
athanasiou_7
Κολμ Τομπίν
«Μπρούκλιν»
(μτφ. Αθηνά Δημητριάδου,
εκδ. Ίκαρος, 2016)

Στο Μπρούκλιν, ο Κολμ Τομπίν αφηγείται την ιστορία της Έιλις, μιας φτωχής κοπέλας από την Ιρλανδία, τη δεκαετία του 1950. Καθώς στην κωμόπολη όπου ζει, η Έιλις τα κουτσοβολεύει με δουλειές του ποδαριού, όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία κάνει το μεγάλο βήμα και μεταναστεύει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στο Μπρούκλιν, πολύ πιο μακριά από τους τρεις αδελφούς της, που έχουν μεταναστεύσει στην Αγγλία.
Η ανακάλυψη του νέου κόσμου και της νέας ζωής αρχίζει ήδη από το πλοίο, καθώς η Έιλις ακούει τις συμβουλές για να περάσει από το κέντρο υποδοχής των μεταναστών, στο Έλις Άιλαντ. Ακόμα και η βαλίτσα θέλει προσοχή: «παραείναι ιρλανδέζικη και τους Ιρλανδούς τους σταματάνε».
Ο νέος, άλλοτε λαμπερός και άλλοτε γκρίζος, κόσμος που η Έιλις ανακαλύπτει στο Μπρούκλιν δεν θυμίζει σε τίποτα τη ζωή της στην Ιρλανδία. Το ίδιο το Μπρούκλιν αλλάζει μέρα με την ημέρα, και η ιδιοκτήτρια του πολυκαταστήματος στο οποίο δουλεύει η Έιλις λέει ότι «γίνονται μεγάλες αλλαγές και απέξω» τη μέρα που θα τους ανακοινώσει ότι «θα υποδεχόμαστε τις έγχρωμες κυρίες όπως όλες τις πελάτισσες του καταστήματος μας».
Ωστόσο, η ζωή ποτέ δεν προχωράει ευθύγραμμα και κάποια στιγμή η Έιλις θα βρεθεί αντιμέτωπη με το μεγάλο δίλημμα της επιλογής σε ποιον από τους δύο κόσμους θα θελήσει να ζήσει.
Ένα μυθιστόρημα για τον αγώνα μιας νέας γυναίκας που, σε δύσκολες εποχές και σε δύσκολους τόπους, προσπαθεί να διεκδικήσει τόσο τις επιλογές της όσο και το κόστος τους.

***
ahanasiou_8
Ρίτσαρντ Φορντ
«Ημέρα Ανεξαρτησίας»
(μτφ. Θωμάς Σκάσσης,
εκδ. Πατάκη, 2016)

Για άλλη μια φορά στην Ημέρα Ανεξαρτησίας συναντάμε τον γνωστό Φρανκ Μπάσκομπ, τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με κρίσιμες, υπαρξιακές καμπές στη ζωή του.
Ένα βιβλίο φαινομενικά στατικό, με λίγη δράση και χαμηλόφωνη πλοκή, αλλά γεμάτο εσωτερική ένταση στις ψυχολογικές διαδρομές και τις αναζητήσεις του πρωταγωνιστή. Ταυτόχρονα, ένα βιβλίο γεμάτο από ρητούς ή υπόρρητους πολιτικούς σχολιασμούς, το οποίο αποτυπώνει την ασφυκτική σύγχρονη Αμερική και την εξίσου ασφυκτική νοοτροπία που κυριαρχεί σε αυτή, το ξεφτισμένο «αμερικανικό όνειρο», μια ζωή όπου το «προσέχω» γίνεται απειλή και σημαίνει «παρακολουθώ και επεμβαίνω» («σε τούτη τη γειτονιά οι άνθρωποι προσέχουν ο ένας τον άλλο»…), μια ζωή βαρετή και νεκρή όπου κάποιοι «πλήττουν θανάσιμα και εύχονται κάποιος να προσπαθήσει να τους κλέψει». Απλοί άνθρωποι που ζει ο καθένας με τον δικό του τρόπο την κρίση του – κρίση οικονομική, επαγγελματική, προσωπική, αλλά και μια κρίση που πολλές φορές γίνεται υπαρξιακή όταν «συνειδητοποιούν σιωπηλοί σαν πτώματα ότι δεν γίνεται να αποφύγουν να αντικρίσουν τον εαυτό τους».
Στον περίγυρο, οι «πρόσφατες απολύσεις», τα δάνεια που δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, τα μαγαζιά που πτωχεύουν, οι ανεπούλωτες φυλετικές πληγές, «ο πρόεδρος Ρίγκαν επισκέφθηκε τη Ρωσία, στην Αϊτή έγινε πραξικόπημα, η ξηρασία έπληξε το μεσαίο τμήμα της χώρας και οι Λέικερς πήραν το πρωτάθλημα μπάσκετ. Η ζωή, κατά τα φαινόμενα, συνεχίστηκε».

Κώστας Αθανασίου