Μικρό λεξιλόγιο, μικρά όνειρα, μεγάλη καταστροφή

Ετζέ Τεμελκουράν «Πώς χάνεται μια πατρίδα»,
εκδ. Διόπτρα 2020, σελ. 245

Το πολύ πρόσφατο βιβλίο της Ετζέ Τεμελκουράν «How to lose a country» που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά με τίτλο «Πώς χάνεται μια πατρίδα» από τις εκδόσεις Διόπτρα, είναι ένα μανιφέστο εναντίον του εθνικισμού και, ιδίως, του (δεξιού) λαϊκισμού. Ορμώμενη από την εμπειρία της διακυβέρνησης Ερντογάν στην Τουρκία, που ξεκίνησε κάπως ήπια για να εξελιχθεί σε εφιάλτη, η διάσημη δημοσιογράφος και συγγραφέας «διαβάζει» τις περιπτώσεις Τραμπ, Φάρατζ και λοιπών ομοϊδεατών υπό το πρίσμα ακριβώς του ερντογανισμού και στέλνει στον κόσμο μια μεγάλη προειδοποίηση: ότι αυτά που κάνουν πολιτικοί σαν τον Τραμπ τα έχει δει ήδη και ξέρει πώς ακριβώς εξελίσσονται. Και ότι το να θεωρούμε πως όσα βλέπουμε αλλού και μας κάνουν να φρίττουμε δεν θα μπορούσαν να συμβούν στα μέρη μας, είναι απλώς μια αυταπάτη. Δίνει λοιπόν ακριβώς τη συνταγή του πώς γίνεται το έγκλημα, παραθέτοντας και αναλύοντας «τα 7 βήματα από τη Δημοκρατία στη Δικτατορία».
Το 2006, σε ένα μοδάτο καφέ της Κωνσταντινούπολης, η Τεμελκουράν συναντάει έναν άνθρωπο του Ερντογάν, που ζητούσε επιμόνως να την δει επί ένα χρόνο. Της πρότεινε απερίφραστα να συνεργαστεί μαζί τους. «Μας στηρίζεις και σε βοηθάμε», της είπε. Και της έκανε ταυτόχρονα και απροκάλυπτο φλερτ. Θα μπορούσε να είχε δεχθεί, γιατί εκείνη την εποχή ο Ερντογάν απολάμβανε μεγάλης αναγνώρισης εντός και εκτός χώρας. Τον ξαπόστειλε όμως, και από εκείνη τη μέρα έγινε για τα φιλοκυβερνητικά έντυπα και σάιτ μια σατανική γυναίκα, πότε κατάσκοπος του Ιράν και πότε παλλακίδα ενός σεΐχη. Για τα ξένα μέσα ενημέρωσης, βέβαια, είναι πολύ σοβαρή αρθρογράφος, και τα άρθρα της δημοσιεύονται στους New York Times, στο New Statesman, στο Der Spiegel.
Αρκετά χρόνια πριν, τα πρώτα σημάδια είχαν διαφανεί μέσα από ένα ποίημα: ήταν 1999 και ο Ερντογάν απήγγειλε σε δημόσια εκδήλωση τους εξής στίχους: «Οι μιναρέδες είναι οι ξιφολόγχες μας, / οι τρούλοι τα κράνη μας, / τα τζαμιά οι στρατώνες μας / και οι πιστοί οι στρατιώτες μας». Τον φυλάκισαν γι’ αυτό, για τέσσερις μήνες, για «υποδαύλιση θρησκευτικού μίσους», κάνοντάς τον ήρωα. Η συνέχεια είναι γνωστή. Και 17 χρόνια μετά, τη νύχτα του πραξικοπήματος, «το ποίημα ηχεί σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, σαν υπόσχεση που τηρήθηκε με τίμημα μια ολόκληρη χώρα». Είναι τότε που οι ιμάμηδες καλούσαν από τα τζαμιά τους ψηφοφόρους / πιστούς να βγουν στους δρόμους και να σώσουν τη δημοκρατία του Ερντογάν, που έτσι μετατράπηκε σε κάτι πολύ πιο δικτατορικό από αυτό που ήδη ήταν.

Ποιος είναι ο «πραγματικός λαός»;

Αυτό όμως ήταν το τελευταίο στάδιο. Στην αρχή, φτιάχτηκε «κίνημα». Που είχε ως αιχμή του δόρατος τον «πραγματικό» λαό. Ποιος είναι όμως ο «πραγματικός λαός»; Αυτό είναι ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα του βιβλίου. Γιατί το γεγονός ότι υπάρχει πολύς κόσμος που ψηφίζει ανθρώπους όχι μόνο όπως ο Ερντογάν αλλά και ο Τραμπ, ο Φάρατζ, ο Όρμπαν, ο Κατσίνσκι, η Λεπέν φέρνει πολλούς, ακόμα και αριστερούς διανοούμενους σε αμηχανία. Άλλοι λένε ότι απλώς πολλοί «παρασύρονται», άλλοι αναρωτιούνται «μήπως οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους κακοί». Η ερώτηση είναι όμως λάθος, και σκοπός της Τεμελκουράν είναι «να τρέξει στο γρήγορο την ταινία τρόμου» και να βοηθήσει τους ανθρώπους της Δύσης να εντοπίσουν τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του λαϊκισμού ώστε να προετοιμαστούν καλύτερα να τα αντιμετωπίσουν.
Πρέπει βέβαια να ξεκινήσει κανείς από την παραδοχή ότι τέτοιου τύπου ηγέτες καταφέρνουν και αποκτούν κάποια λαϊκή βάση. Και ότι πρόκειται, λέει η Τεμελκουράν, για «ιστορική τάση». Για να το καταλάβουν, πολλοί, ξαναδιαβάζουν τις «Απαρχές του Ολοκληρωτισμού» της Χάνα Άρεντ, ωστόσο εδώ, συμπληρώνει η Τεμελκουράν, έχουμε περάσει από την «Κοινοτοπία του κακού» στο κακό της κοινοτοπίας. Της κοινοτοπίας και της ευτέλειας. «Οι αποκρουστικές ηθικές αρχές που έχουν προκύψει στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής θα διαρρεύσουν προς τα κάτω και θα πολλαπλασιαστούν, θα έρθουν στην πόλη σας και θα διεισδύσουν ακόμα και στην περιφραγμένη κοινότητά σας», προειδοποιεί σε όλους τους τόνους. Με δυσοίωνο μάλιστα τρόπο, λέει ότι σε αρκετές χώρες του δυτικού κόσμου, «ένα άχρωμο και άοσμο αέριο μετακινείται από την επαρχία στις μεγάλες πόλεις: ένα αέριο καμωμένο από πίκρες. Στον αέρα πλανιέται “η οσμή μιας τελικής έκβασης”».

Μια εποχή διάλυσης

Την έννοια του «πραγματικού λαού» η Τεμελκουράν την άκουσε από οπαδούς τους Ερντογάν, λίγο πριν αυτός κερδίσει για πρώτη φορά τις εκλογές, το 2002. Την ίδια έκφραση άκουσε να την χρησιμοποιεί πολύ αργότερα ο Νάιτζελ Φάρατζ. Μίλησε για «νίκη του πραγματικού λαού», την επομένη του δημοψηφίσματος για το Brexit, τον Ιούνιο του 2016. Επρόκειτο για ένα λαό κυρίως της επαρχίας, που έτρεφε αισθήματα πικρίας απέναντι στους μορφωμένους αλλά και προς τους ανθρώπους των μεγαλουπόλεων. Την έχουν χρησιμοποιήσει κι άλλοι. Πρόκειται για μια εποχή διάλυσης, λέει η Τεμελκουράν, και τα προοδευτικά κινήματα που προσπάθησαν να δώσουν συλλογικές απαντήσεις σε αυτό, από το Σιάτλ το 1999 μέχρι την πλατεία Ταχρίρ, δεν κατάφεραν προς το παρόν να πετύχουν το σκοπό τους. Αντίθετα, «μια εντελώς διαφορετική μάζα ανθρώπων, με πολύ πιο περιορισμένο λεξιλόγιο, πιο μικρά όνειρα για τον κόσμο και λιγότερη πίστη στη συλλογική επιβίωση της ανθρωπότητας» φτιάχνει «τείχη» (άλλη λέξη προσφιλής στα δεξιά κινήματα) προκειμένου να βρεθεί στη σωστή πλευρά, «να είναι από τους τυχερούς που θα επιβιώσουν υπό την ηγεσία ενός ισχυρού άντρα».

Όταν ένας βομβαρδισμός έγινε θέαμα

Η δημιουργία «κινήματος» από τον «πραγματικό λαό» είναι λοιπόν το πρώτο βήμα από τα επτά που οδηγούν στη δικτατορία. Ακολουθούν η ανατροπή της λογικής, η απάλειψη της ντροπής και βέβαια η κατάλυση των δικαστικών και πολιτικών μηχανισμών. Υπάρχουν και κάποια ακόμα, ιδιαίτερα σημαντικό είναι ωστόσο να σταθούμε στη δημιουργία μιας ψεύτικης πραγματικότητας. Δεν έχει σημασία αν είσαι λ.χ. αδαής σε κάτι, μπορείς πάντα να έχεις την οποιαδήποτε άποψη γι’ αυτό το κάτι. Μπορείς να αμφισβητείς επιστημονικές αλήθειες και να λες ότι η γη είναι επίπεδη, με μόνο το επιχείρημα ότι δεν θες άλλο κάποιες «καταπιεστικές ελίτ», όπου στη θέση της «ελίτ» μπορεί να είναι, λ.χ. για έναν αδιάφορο και αδαή μαθητή που μόλις τέλειωσε το σχολείο και έχει δικαίωμα ψήφου, ο χαμηλόμισθος πρώην καθηγητής του.
Το βασίλειο αυτό της άγνοιας επενδύει πολλά, εκτός από την έννοια της «καταπιεστικής ελίτ», και στην έννοια του «σεβασμού». Είναι η στιγμή που παίρνει χαρακτηριστικά μαφίας, σαν το νονό του Κόπολα που απαιτεί σεβασμό. Σεβασμό απαιτούν όχι μόνο οι οπαδοί του Ερντογάν, αλλά και του Τραμπ. Η ίδια αυτή λέξη έγινε το σύνθημα του Όρμπαν: «Σεβασμός για τους Ούγγρους». Το δίκτυο ανταλλαγής σεβασμού μεταξύ απολυταρχικών ηγετών, λέει η Τεμελκουράν, είναι μεγάλο: ο Βίλντερς σέβεται τον Φάρατζ που σέβεται τον Τραμπ, ενώ Τραμπ και Πούτιν δείχνουν αλληλοσεβασμό.
Βέβαια όλα αυτά, λέει η Τουρκάλα συγγραφέας, έχουν ρίζες που ανάγονται στη δεκαετία του ’80. Η χρήση μιας νηπιακής γλώσσας που παρατηρούμε από τέτοιας στάθμης ηγέτες, που θεωρούν τους ψηφοφόρους τους παιδιά, έχει τις ρίζες της στην εποχή της Θάτσερ και του Ρίγκαν που μας απάλλαξαν από εναλλακτικές λύσεις και υποβάθμισαν την πολιτική σε διαχείριση. Η δε αντικατάσταση της αλήθειας από ανοησίες, η δημιουργία δηλαδή της λεγόμενης «μετα-αλήθειας», ενώ είναι πολύ παλιά ιστορία, βρήκε νέο πεδίο δόξης λαμπρό γύρω στο 1990. «Το φάσμα της εναλλακτικής αλήθειας – των εξαιρετικά οργανωμένων ψεμάτων μεγάλης κλίμακας – είχε ως προάγγελό του την κανονικοποίηση της ξεδιαντροπιάς», λέει η συγγραφέας. Τότε που σημειώθηκε «ένας σεισμός που άλλαξε τον συναισθηματικό μας κόσμο». Ήταν Αύγουστος του 1991 όταν υποχρεωθήκαμε οι πάντες στον κόσμο να παρακολουθούμε για πρώτη φορά σε ζωντανή μετάδοση από το CNN τη συμμαχική εισβολή στο Ιράκ. Ένας βομβαρδισμός έγινε θέαμα, όταν το 1972 μια μόνο φωτογραφία από το Βιετνάμ έβγαλε τους Αμερικανούς στους δρόμους. Το καλό και το κακό, το ωραίο και το άσχημο δεν είχαν χάσει ακόμα τη σαφήνειά τους, λέει η Ετζέ Τεμελκουράν. Τώρα και οι δημοκρατίες θολώνουν. Και «δεν είναι απορίας άξιο που όλο και περισσότεροι άνθρωποι παραδίδονται στην κούραση του παιδιού που απλώς θέλει να φτάσει στο τέλος του παραμυθιού και να αποκοιμηθεί».

Μανώλης Πιμπλής