Μιλώντας για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας πράσινης αριστεράς

 

Τι βήματα έχουν γίνει ως προς το πλαίσιο κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού στην πράξη

 

Του Γιώργου Μπάλια

Η εκδήλωση του Γαλατσίου και τα μηνύματα που εξέπεμψε, μπορεί να αποτελέσουν μια σημαντική στιγμή στην πορεία διαμόρφωσης των ιδεολογικοπολιτικών χαρακτηριστικών του ΣΥΡΙΖΑ καθώς, άλλωστε, αυτή η αέναη πορεία είναι εγγενές χαρακτηριστικό όλων των ζωντανών οργανισμών, όπως είναι και τα κόμματα. Ένα στοιχείο, που προσδιορίζει αυτή την εν δυνάμει σημαντική στιγμή, είναι το ευχάριστο γεγονός ότι ο πρωθυπουργός, για πρώτη φορά, έθεσε με τόσο εμφατικό τρόπο τη σύνδεση της αριστεράς με την οικολογία, έτσι ώστε η νέα πράσινη αριστερά να προωθήσει ταυτόχρονα τον κοινωνικό και τον οικολογικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Εδώ και πολλά χρόνια άρχισε να αναπτύσσεται ένα νέο ιδεολογικοπολιτικό πρόταγμα, αυτό του οικοσοσιαλισμού, στο κέντρο του οποίου βρίσκεται η στόχευση αυτού του διπλού μετασχηματισμού. Ένας τεράστιος πλούτος ιδεών που κινούνται σε αυτό το πλαίσιο αναδύθηκε τόσο στο πεδίο της θεωρίας όσο και της πολιτικής παντού στον κόσμο και ιδίως στην Ευρώπη. Θα πρέπει να τονιστεί ότι στο πεδίο της πολιτικής στην Ελλάδα άρχισαν οι σχετικές επεξεργασίες από πολύ νωρίς κυρίως στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, πρώτα στο ΚΚΕ εσωτ και στη συνέχεια στην ΑΚΟΑ (όπως το υποδηλώνει και ο τίτλος της). Δυστυχώς, αυτή η πορεία διαμόρφωσης του πολιτικού υποκειμένου της οικοαριστεράς δεν συνεχίστηκε, όσο θα έπρεπε. Πέρα από το ότι αυτή η σύνδεση αριστεράς και οικολογίας δεν κατέστη δυνατόν να μορφοποιηθεί σε πολιτική πρόταση με συγκεκριμένους άξονες, δεν μπορεί να μην επισημάνει κανείς ότι το ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς ασχολήθηκε ελάχιστα έως καθόλου με την ανάδειξη του ζητήματος του οικοσοσιαλισμού, ιδίως το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Ζητούμενο ο τρόπος υλοποίησής της

Ας επανέλθουμε όμως στην πρόταση του πρωθυπουργού. Είναι αναντίρρητο ότι η ανάγκη διαμόρφωσης μιας πράσινης αριστεράς λαμβάνει έναν επείγοντα χαρακτήρα λόγω, κυρίως, του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής στο οποίο συμπυκνώνονται οι τρεις διαστάσεις της σύγχρονης κρίσης δηλαδή η οικονομική, η κοινωνική και η περιβαλλοντική. Η αντιμετώπιση της γενικότερης περιβαλλοντικής και κοινωνικής κρίσης δεν μπορεί να βρει διέξοδο παρά μόνο μέσω της ανάδειξης και της ενίσχυσης του ρυθμιστικού ρόλου των δημόσιων αρχών που κινούνται υποχρεωτικά σε ένα πλαίσιο άμεσων και μακροπρόθεσμων δράσεων καθόσον είναι αδύνατον να αντιμετωπιστούν τέτοια μείζονα ζητήματα από την αγορά -όπως προτείνουν, στον άλφα ή στο βήτα βαθμό οι δυνάμεις της δεξιάς- δεδομένου ότι η αγορά αποσκοπεί αποκλειστικά στο (βραχυπρόθεσμο) κέρδος. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, αυτής της κρίσης είναι πρώτα απ’ όλα υποχρέωση της αριστεράς, διότι είναι η κατεξοχήν πολιτική δύναμη η οποία συνδέει τους βραχυπρόθεσμους με τους μακροπρόθεσμους στόχους καθώς ο σκοπός της παραμένει πάντοτε ο κοινωνικός μετασχηματισμός, έργο μακράς διάρκειας.
Ενώ αυτή είναι η υποχρέωση της αριστεράς, παραμένει ζητούμενο ο τρόπος υλοποίησής της. Παραμένει ζητούμενο διότι δεν αρκεί ο γενικός διακηρυκτικός στόχος της σύνδεσης των ιδεών της αριστεράς με τις ιδέες της οικολογίας, αλλά απαιτείται η επεξεργασία και η εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων που θα υπηρετούν αυτή τη σύνδεση. Μέχρι τώρα, η αριστερά επικεντρώνοταν, κατά βάση, στη διατύπωση ενός γενικόλογου πολιτικού σχεδίου χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις διότι κατατρύχονταν από το φόβο ότι καθετί το συγκεκριμένο συνεπιφέρει αναγκαστικά άσκηση δεξιάς πολιτικής. Αυτό συνιστά την παιδική ασθένεια της αριστεράς, από την οποία πρέπει να απαλλαγούμε. Και ο μόνος τρόπος είναι να αναμετρηθούμε κατάματα με την πραγματικότητα, πολλώ δε μάλλον τώρα που η αριστερά είναι στην κυβέρνηση.

Το πλαίσιο του κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού

Έτσι, λοιπόν, ακολουθώντας τη διαλεκτική του συγκεκριμένου (όπως τη διαβάζαμε στον Κ. Κόσικ) θα αναφερθούμε σε τρεις ειδικότερους άξονες της περιβαλλοντικής πολιτικής, οι οποίοι προσδιορίζουν το πλαίσιο του κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού στην πράξη. Πρόκειται για την πολιτική σχετικά με την κλιματική αλλαγή, την προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας και τη διαχείριση των αποβλήτων.
Η κλιματική αλλαγή, ιδίως μετά τη συμφωνία του Παρισιού (2015) αποτελεί κεντρικό πολιτικό στόχο όλων των οργανωμένων κοινωνιών (και των ΗΠΑ παρά την αρνητική στάση του Τραμπ), ιδίως της ΕΕ η οποία διαχρονικά ήταν η ηγέτιδα δύναμη παγκοσμίως στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η ΕΕ, λοιπόν, επεξεργάζεται σχέδια και προγράμματα τα οποία θα πρέπει να υλοποιήσουν τα κράτη μέλη. Εξέχουσα θέση μεταξύ αυτών των σχεδίων είναι ο Κανονισμός 2018/1999 για τη διακυβέρνηση της ενεργειακής ένωσης και της δράσης για το κλίμα. Βασικό στοιχείο του είναι η πρόβλεψη ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει μέχρι τις 31-12-2019 να υποβάλουν στην Επιτροπή ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για την ενέργεια και το κλίμα. Το εν λόγω σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει νομικά δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου 45% έως το 2030, για την επίτευξη ποσοστού 32% έως το 2030 ανανεώσιμης ενέργειας και για την επίτευξη ποσοστού 32,5% έως το 2030 ενεργειακής απόδοσης σε επίπεδο ΕΕ.
Αρκετά κράτη μέλη έχουν ήδη θεσμοθετήσει νομικά δεσμευτικούς στόχους και έχουν ξεκινήσει διαδικασίες ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών. Στη χώρα μας, χωρίς να μηδενίζουμε τις προσπάθειες που έχουν γίνει μέχρι τώρα, θα πρέπει να τονίσουμε ότι είμαστε σε καθυστέρηση σχετικά με την εκπόνηση και υλοποίηση συγκεκριμένων εθνικών μέτρων μετριασμού και προσαρμογής. Παράλληλα δε, τίθεται σε αμφισβήτηση κατά πόσον η πολιτική της χώρας σχετικά με την εξόρυξη υδρογονανθράκων είναι συμβατή με την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας του Παρισιού και της αντίστοιχης πολιτικής της ΕΕ. Απαιτείται, λοιπόν, να ξεκινήσει μια οργανωμένη συζήτηση για τα εν λόγω ζητήματα για να καταλήξει σε ένα νέο επαναπροσδιορισμό των στόχων. Άλλωστε, και στο ζήτημα αυτό -όπως σε όλα τα περιβαλλοντικά ζητήματα- δεν αρκεί η επιστημονική ορθολογικότητα (οι ειδικοί) αλλά είναι αναγκαία και η κοινωνική ορθολογικότητα (η γνώμη των πολιτών).
Το άλλο σημαντικό ζήτημα της προστασίας της βιοποικιλότητας δεν έτυχε και της καλύτερης δυνατής αντιμετώπισης στη χώρα μας. Η ανυπαρξία σχεδίων διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών natura 2000, το ελλιπές, στρεβλό και αντιφατικό εθνικό θεσμικό πλαίσιο, η έλλειψη εθνικών ρυθμίσεων για το πρωτόκολλο της Ναγκόγια και οι προβληματικές και χρονοβόρες διαδικασίες περιβαλλοντικής αδειοδότησης αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την κακή εικόνα για το μείζον αυτό ζήτημα. Και εδώ, λοιπόν, χρειάζεται ένας επαναπροσδιορισμός της πολιτικής με κύριους άξονες τη διαμόρφωση ενός νέου συνεκτικού θεσμικού πλαισίου σχετικά με την προστασία της βιοποικιλότητας και με τη συνολική διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Να σημειωθεί ότι είμαστε το μοναδικό από τα παλαιά κράτη μέλη (ΕΟΚ 15) που αντιμετωπίζει τόσα και τέτοια προβλήματα στην αντιμετώπιση της απώλειας και της μείωσης της βιοποικιλότητας.
Το τελευταίο ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων αποτελεί το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό ζήτημα της χώρας. Ενώ έχει θεσπιστεί εθνική νομοθεσία αυτή δεν εφαρμόζεται καθόλου ή στην καλύτερη των περιπτώσεων εφαρμόζεται πλημμελώς. Παραμένουμε ένα από τα ελάχιστα κράτη μέλη που στηρίζουμε την πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων στην υγειονομική ταφή, που αποτελεί το τελευταίο στάδιο της ιεράρχησης της διαχείρισης. Με άλλες λέξεις, αντιστρέφουμε πλήρως τους στόχους και τις δεσμεύσεις της νομοθεσίας. Έτσι, τα ποσοστά ανακύκλωσης και αξιοποίησης είναι σε απελπιστικά μικρά ποσοστά, ενώ η πολιτική για κατασκευή ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης αποβλήτων με τη μορφή ΣΔΙΤ ενισχύουν αντί να μειώσουν το πρόβλημα. Μάλιστα δε, για να ολοκληρώσουμε αυτή τη (ζοφερή) εικόνα θα πρέπει να τονίσουμε ότι δεν διαθέτουμε εγκαταστάσεις διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων (είμαστε η μοναδική χώρα μαζί με την Κύπρο, τη Μάλτα και τη Βουλγαρία). Οι ευθύνες δεν ανήκουν μόνο στου ΥΠΕΝ αλλά εξακτινώνονται σε όλη τη διοικητική πυραμίδα φθάνοντας μέχρι τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Για το λόγο αυτό χρειάζεται μια δραστική ανανέωση του θεσμικού πλαισίου που θα είναι το αποτέλεσμα μιας εθνικής, καλά οργανωμένης, συζήτησης στην οποία θα πρέπει να λάβουν μέρος όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς και οι πολίτες.