Μνήμες και ιστορίες από την Κολομβία

Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες «Η μορφή των λειψάνων» (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος, 2018)

 

Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε «Ο χαμένος παράδεισος» (μτφ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2018)

 

Μετά από το προηγούμενο, πολυσυζητημένο βιβλίο του Η λήθη που θα γίνουμε, ο Κολομβιανός συγγραφέας Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε επανέρχεται με ένα καινούργιο μυθιστόρημα που επίσης περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της πρόσφατης (αλλά και λιγότερο πρόσφατης) ιστορίας της χώρας του.
Τρία αδέλφια, μια οικογένεια, τρεις κληρονόμοι, ζωές που η καθεμιά με τον τρόπο της περιστρέφεται γύρω από τη Λα Οκούλτα, μια φάρμα χαμένη κάπου στα βουνά της Κολομβίας («η Οκούλτα ήταν δάσος, μετά έγινε φάρμα παραγωγής καφέ και κτηνοτροφικό αγρόκτημα, τώρα είναι ένα σπίτι στην εξοχή με λίγη γη ολόγυρα»), σε ένα μυθιστόρημα που σκιαγραφεί την ιστορία μιας πορείας προς την ωριμότητα μέσα σε μια χώρα που αλλάζει κι αυτή με τρόπο ραγδαίο και συνήθως σκληρό.
Μια αφήγηση συχνά γοητευτική, μια ιστορία γραμμένη σε χαμηλούς τόνους, μέσα από την φωνή των τριών αφηγητών (των τριών αδελφών, του Αντόνιο, της Εύα και της Πιλάρ), με την οποία ο συγγραφέας ιχνηλατεί την οδύνη και την αγωνία μιας χώρας που ψάχνει να βρει τον δρόμο της, συχνά περνώντας μέσα από τον φόβο («ο κόσμος λέει πως τίποτε απ’ όσα γίνονται δεν μπορούμε να τα πούμε, πως όλοι πρέπει να τρώμε σιωπηλοί»).
Χωρίς να διεκδικεί την αυθεντία της πολιτικής ανάλυσης, ο συγγραφέας αποτυπώνει την εικόνα της γενικευμένης και ασύντακτης βίας (τα αδέλφια σταματούν να πηγαίνουν στη Λα Οκούλτα «πρώτα εξαιτίας των ανταρτών που λήστευαν, απήγαν και σκότωναν, μετά εξαιτίας των παραστρατιωτικών που εκβίαζαν, λήστευαν και σκότωναν», ενώ μετά «τα πράγματα ομαλοποιήθηκαν, επειδή το κράτος ξανάγινε το μόνο που μπορούσε να σκοτώνει») – βίας που μάστιζε τη χώρα επί χρόνια (και που βέβαια οδήγησε στη δημιουργία των γνωστών στερεοτύπων για την Κολομβία και για την αναπαραγωγή αυτών των στερεοτύπων, ακόμα και από ντόπιους συγγραφείς), ενώ τελικά η χώρα αλλάζει, ασφαλώς όχι μόνο για τους λόγους που συνήθως περιγράφουν αυτά τα στερεότυπα περί της βίαιης χώρας: «ό,τι δεν κατάφεραν να μας κάνουν ούτε οι εμφύλιοι πόλεμοι ούτε το αντάρτικο ούτε οι παραστρατιωτικοί, το κατάφεραν οι επιχειρηματίες».

Ιστορία, ιστορίες, συνωμοσίες

Τον εαυτό του επιλέγει ως αφηγητή και ως έναν από τους πρωταγωνιστές ο –επίσης Κολομβιανός– συγγραφέας Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες στη Μορφή των λειψάνων. Ο συγγραφέας, όταν έρχεται σε επαφή με κάποιους συμπατριώτες του που ασχολούνται επίμονα με την ταραγμένη ιστορία της χώρας τους, αρχίζει κι αυτός να αναδιφά και να γνωρίζει σε όλο και μεγαλύτερο βάθος κάποιες κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της Κολομβίας, οι οποίες στην ουσία καθόρισαν για χρόνια την κατάσταση στη χώρα.
Κομβικό σημείο στο βιβλίο, η δολοφονία του υποψήφιου προέδρου Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν, στις 9 Απριλίου του 1948. Η ημερομηνία αυτή έχει σημαδέψει τη χώρα: «η 9η Απριλίου είναι ένα κενό στην ιστορία της Κολομβίας, αλλά είναι και πολλά άλλα πράγματα: μια μοναχική πράξη που έστειλε έναν ολόκληρο λαό σ’ έναν αιματηρό πόλεμο, μια μαζική νεύρωση που μας έκανε να χάσουμε κάθε εμπιστοσύνη στον ίδιο μας τον εαυτό μας για πάνω από μισό αιώνα».
Αφορμή για να εμπλακεί ο συγγραφέας στην περιπέτεια αυτής της καταβύθισης στην ιστορία, είναι η γνωριμία του με έναν άνθρωπο μάλλον μυστηριώδη, τον Κάρλος Καρβάγιο, ο οποίος έχει εμμονή με το πρόσωπο και τη δολοφονία του Γκαϊτάν, και μάλιστα θα φτάσει στο σημείο να εισβάλει στο μουσείο που είναι αφιερωμένο σε αυτόν για να σπάσει μια προθήκη, με μοναδικό σκοπό να αγγίξει, απλώς, το κοστούμι που φορούσε ο Γκαϊτάν τη στιγμή της δολοφονίας του. Σε όλα αυτά όμως υπάρχει μια «μικρή» λεπτομέρεια: ο Καρβάγιο είναι ένας από τους ανθρώπους που έχουν εμμονή και με τις συνωμοσίες, με τις θεωρίες συνωμοσίας. Γι’ αυτόν δεν υπάρχουν συμπτώσεις, υπάρχουν μόνο σχέδια και αόρατες χείρες («οι μαριονετίστες του κόσμου»…) που κινούν τα νήματα (ποιος βρίσκεται πίσω από τη δολοφονία του Κένεντι, αν η Γαλλική Επανάσταση ήταν στην πραγματικότητα μια σκευωρία της μπουρζουαζίας, ποιος ευθύνεται για το αεροπορικό δυστύχημα που οδήγησε στον θάνατο του Γαρδέλ…).

Μυθοπλαστική ανάπλαση κρίσιμων στιγμών

Από εκεί και ύστερα, ο συγγραφέας αρχίζει να σκαλίζει όλο και περισσότερο και να μαθαίνει για διάφορα μείζονα ιστορικά γεγονότα που έχουν παίξει κρίσιμο ρόλο στη χώρα, ξεκινώντας από άλλη μια δολοφονία –εκείνη του στρατηγού Ουρίμπε Ουρίμπε, το 1914– και φτάνοντας στην εποχή του Εσκομπάρ και της έκδοσης των ναρκεμπόρων στις ΗΠΑ.
Κάποιες στιγμές ο συγγραφέας προβληματίζεται για την Ιστορία («αυτό που εσείς ονομάζετε Ιστορία, Βάσκες, δεν είναι παρά η αφήγηση που επικράτησε») και, ενώ αρχικά χλευάζει όλες τις θεωρίες συνωμοσίας με τις οποίες βομβαρδίζεται, στην πορεία, με επιχείρημα την αμφισβήτηση της «επίσημης ιστορίας», μοιάζει κάποιες στιγμές σχεδόν να το ξανασκέφτεται και να βλέπει όλες αυτές τις «συνωμοσίες» με διαφορετικό μάτι. Ταυτόχρονα αναρωτιέται για το παρελθόν της χώρας του («άρχισα ν’ αντιλαμβάνομαι ότι το παρελθόν της χώρας μου φαίνεται ακατανόητο και σκοτεινό, μια πραγματική δυστοπία») και τη βία που έχει επί χρόνια αποτελέσει το σήμα κατατεθέν της («όχι, δεν ξεφεύγεις απ’ τη βία της Κολομβίας», λέει, για να προσθέσει χαρακτηριστικά παρακάτω ότι, όταν επέστρεψε μετά από χρόνια απουσίας στην Κολομβία, «βρήκα την πόλη μου απροσδόκητα άγρια, εχθρική, δυσανεκτική. Η βία δεν εκλυόταν πια από κάποιους πολύ συγκεκριμένους δράστες, σε πόλεμο με τους πολίτες, αλλά απ’ τους ίδιους τους πολίτες»).
Το λιτό ύφος του κειμένου αντισταθμίζει την επιλογή των μακροσκελών αφηγήσεων ή και των επαναλήψεων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, καθώς σιγά-σιγά οικοδομεί ένα βιβλίο πολύ ενδιαφέρον στη μυθοπλαστική του ανάπλαση κρίσιμων στιγμών της ιστορίας της Κολομβίας, ανεξάρτητα αν τελικά ο αναγνώστης συμπλέει ή έχει επιφυλάξεις για το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπει τα ιστορικά γεγονότα αλλά και την ίδια την ιστορία.

Κώστας Αθανασίου