Μνήμη και λήθη, ενοχή και κάθαρση

Χάινριχ Μπελ «Μπιλιάρδο στις εννιάμισι»
(μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις, 2018)

Αν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Ουίλιαμ Φόκνερ, στο Ρέκβιεμ για μια μοναχή, έθετε στην ουσία το ερώτημα πώς, με ποιον τρόπο, το παρελθόν συνεχίζει να υπάρχει στο παρόν μας και να το καταδιώκει, ήρθε στο τέλος της ίδιας δεκαετίας, το 1959, ο Χάινριχ Μπελ να γράψει ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που πραγματεύονται αυτό το δύσβατο και ολισθηρό θέμα.

Η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μέσα σε μία, μόνο, ημέρα – μια μέρα του Σεπτεμβρίου του 1958. Πρωταγωνιστές, η οικογένεια Φαίμελ, τρεις γενιές των Φαίμελ, τρεις γενιές αρχιτεκτόνων, που ετοιμάζονται να σμίξουν με αφορμή ένα κοινωνικό γεγονός. Όλοι όμως ζουν με τον δικό τους, ιδιόρρυθμο με μια έννοια, τρόπο το παρόν τους, με αποτέλεσμα ένα γεγονός, ήσσονος ίσως σημασίας, να πυροδοτήσει μια μακρά σειρά από καταβυθίσεις στο παρελθόν, από «αναδρομές των ηρώων του στην προσωπική και την οικογενειακή τους ιστορία», με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να μετατρέπεται κατ’ ουσίαν σε μια «λογοτεχνική μελέτη πάνω στη λήθη» που δείχνει με τον πιο ζωντανό τρόπο ότι «η πλημμελής διαλεκτική ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν λειτουργεί παραμορφωτικά και για τα δύο», όπως πολύ εύστοχα σημειώνει στην αρχή του δικού της επιμέτρου η μεταφράστρια του βιβλίου, Μαργαρίτα Ζαχαριάδου.
Τρεις γενιές λοιπόν και η «σκοτεινή παρακαταθήκη που κληροδοτούσαν από γενιά σε γενιά», ένας αιώνας στη διάρκεια του οποίου η γερμανική κοινωνία μοιάζει να μην τολμάει, να μην μπορεί, να μη θέλει να αντιμετωπίσει τις επιλογές της σε όλη τους την έκταση και το βάθος. Ένας αιώνας που συντίθεται σιγά-σιγά από αναμνήσεις και αναδρομές, ένα νήμα που ενώνει τους 18χρονους, γεννημένους το 1885, που ατενίζουν «με τερατώδη αισιοδοξία το μέλλον που τους επιφύλασσε η μοίρα: να σκοτωθούν στο Βερντέν, να αιμορραγήσουν μέχρι θανάτου στους βάλτους του Σομ ή, πενήντα χρόνια αργότερα, σε κάποιο στρατιωτικό νεκροταφείο κοντά στον Πύργο Τιερί, να αποτελέσουν αφορμή για συμφιλιωτικά τσιτάτα που θα γράψουν τουρίστες», τον ναζιστικό τρόμο και τους νεκρούς στον Δεύτερο Μεγάλο Πόλεμο που «άλλαξε το περίγραμμα του ορίζοντα», τους τρεις κυρίους με τα σκούρα ρούχα που μια μέρα του Σεπτεμβρίου του 1958 βγήκαν στο μπαλκόνι του δωματίου 211, περιμένοντας, λες, την κάθαρση.
Στο φόντο της πλοκής υπάρχει ένα γεγονός που δεν παύει να στοιχειώνει τον Μπελ, ο οποίος αλλού θυμάται και γράφει για την τραγική ιστορία της καταδίκης επτά νεαρών κομμουνιστών (ο νεότερος 19 ετών) σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού, για επίθεση σε ναζί. Η βάρβαρη ποινή εκτελέστηκε στις 3 Νοεμβρίου του 1933 στην Κολωνία (την πόλη όπου γεννήθηκε ο Χάινριχ Μπελ) και ο συγγραφέας θυμάται πάντα εκείνη τη μέρα όπου στην πόλη κυριαρχούσε «φόβος και σοκ», σαν αυτό που «πριν από την καταιγίδα κάνει τα πουλιά να πετάξουν στον ουρανό και να ψάξουν για καταφύγιο». Ο ίδιος ο Γκέρινγκ είχε πει τότε πως όλο αυτό θα αποτελούσε παραδειγματισμό για όποιον σήκωνε χέρι στους εθνικοσοσιαλιστές. Έτσι, η οργισμένη ουμανιστική ματιά και η πολιτική στράτευση του Χάινριχ Μπελ συγκλίνουν σε ένα πραγματικό μίσος για τον ναζισμό.

Ενάντια στη λήθη

Ο Μπέλ, στο Μπιλιάρδο…, συνθέτει ένα όντως περίπλοκο αλλά εξαιρετικά γοητευτικό κείμενο. Πολυφωνική αφήγηση, διαρκές παιχνίδι με τα πρόσωπα και τους χρόνους, φλασμπάκ, εσωτερικοί μονόλογοι, αιχμηρός σχολιασμός, ψιλοκεντημένο ύφος και γλώσσα, και τελικά ένα κείμενο απολύτως διαυγές για τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που θα φανούν πρόθυμοι να βυθιστούν στην ανάγνωση ενός τόσο απολαυστικού και πλούσιου κειμένου. «Ένα πρωτοποριακό μυθιστόρημα, τόσο από άποψη μορφής όσο και περιεχομένου» που όταν εκδόθηκε για πρώτη φορά, αναμενόμενα ίσως, εξόργισε ή περιφρονήθηκε από μια γερμανική κοινωνία που «δεν ήταν ακόμη ιδεολογικά έτοιμη να κοιταχτεί στον καθρέφτη», όπως γράφει ο Γιάννης Πάγκαλος στο δικό του επίμετρο αυτής της τόσο φροντισμένης ελληνικής έκδοσης του βιβλίου.
Ο αγώνας του Χάινριχ Μπελ ενάντια στη λήθη (άρα και ενάντια σε όποιο εξωραϊστικό ξαναγράψιμο της ιστορίας) ήταν πολιτικός και ήταν διαρκής. Το Μπιλιάρδο… είναι λοιπόν «ένα μυθιστόρημα “μνήμης”», όπως το χαρακτηρίζει ο Γ. Πάγκαλος, για να προσθέσει ότι «“κόκκινο πανί” για τον Μπελ είναι η αδιατάρακτη ακολουθία της προπολεμικής και της μεταπολεμικής κατάστασης πραγμάτων». Έτσι, υπό το πρίσμα εκείνης της ματιάς προς το μέλλον που «διατηρεί τη μνήμη ζωντανή» εξηγείται η κορυφαία πράξη της γιαγιάς στο τέλος του βιβλίου, που αυτομάτως παίρνει χαρακτήρα όχι εκδικητικό αλλά πολιτικό (και χωρίς περαιτέρω spoiler…).

Στράτευση που χρειάζεται να κριθεί αυτοτελώς

Ο Μπελ δεν δίστασε ποτέ να σκαλίσει και να ματώσει τις πληγές που η Γερμανία φρόντιζε να αποκρύπτει. Στα χέρια του το περίφημο «γερμανικό θαύμα» θρυμματίζεται, ακόμη περισσότερο, εξευτελίζεται. Έτσι, η φιγούρα του ξενοδόχου που ενθουσιάζεται με τον νεκρό στο ξενοδοχείο του είναι εντελώς χαρακτηριστική: «μόνο έτσι μπαίνεις στα πρωτοσέλιδα», λέει ο διευθυντής που «δέχτηκε την ανακοίνωση όχι με φρίκη αλλά με ευχαρίστηση, δεν κούνησε λυπημένα το κεφάλι αλλά έτριψε τα χέρια του», δίνοντας τις δέουσες συμβουλές στους υπαλλήλους του, ζητώντας απ’ αυτούς «ένα ύφος ελαφράς συμπόνιας»…
Ο Χάινριχ Μπελ, πάντα θυμωμένος, πάντα με τη δική του ηθική, είχε μια διαρκή πολιτική δράση, μια στράτευση που μπορεί και πρέπει να κριθεί αυτοτελώς για τα θετικά και τα αρνητικά της, ανάλογα προφανώς με τις απόψεις του καθενός και της καθεμιάς. Μια στράτευση όμως που κατόρθωνε διαρκώς να ανοίγει χαραμάδες και να εισδύει στη λογοτεχνία του χωρίς να υπονομεύει την ποιότητα των βιβλίων του. Άλλωστε, όχι μόνο η πολιτική του στάση αλλά και τα βιβλία του προκαλούσαν πάντα θυελλώδεις αντιδράσεις, από τις Απόψεις ενός κλόουν (του οποίου η έκδοση ετοιμάζεται, πάλι από τις εκδόσεις Πόλις) μέχρι τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αστέρες της κίτρινης δημοσιογραφίας της χώρας του τού επιτέθηκαν ακόμα κι όταν βραβεύθηκε με το Βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία, το 1972.

Κώστας Αθανασίου