«Mouzalas’ prison»

tsiakalos

Του Γιώργου Τσιάκαλου*

Τέτοιες μέρες πριν ένα χρόνο στην Ειδομένη «οι αλληλέγγυοι» βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια συστηματική εκστρατεία δαιμονοποίησής τους, που είχε πυρήνα την κατηγορία ότι παρακινούν τους εγκλωβισμένους να περάσουν μαζικά τα σύνορα, αψηφώντας διεθνείς συμφωνίες, στρατούς και αστυνομίες. Καμιά από τις κατηγορίες δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Σήμερα όλες ξεχάστηκαν. Όμως η αλήθεια είναι ότι «οι αλληλέγγυοι» μπορούν να κατηγορηθούν για κάποιες πτυχές της συμπεριφοράς τους τότε. Με μια χαρακτηριστική φράση της δικής μας, παλιάς, Αριστεράς μπορούν να κατηγορηθούν για «λεγκαλιστικές αυταπάτες» (με διαφορετικό, φυσικά, αντικείμενο από εκείνο που κυριαρχούσε στις συζητήσεις μας πριν πενήντα χρόνια).
Χιλιάδες ήταν οι γυναίκες με βρέφη και μικρά παιδιά που περπάτησαν χιλιάδες χιλιόμετρα, επέζησαν στο Αιγαίο, έφτασαν στην Ειδομένη, κι εκεί -για λίγες μέρες, μερικές φορές μόνο για λίγες ώρες- έχασαν τη δυνατότητα να προχωρήσουν και να συναντηθούν, όπως είχαν δικαίωμα, με τις οικογένειές τους σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Εκείνες τις ημέρες που αναλογίζονταν αν πρέπει να προσπαθήσουν να περάσουν παράνομα τα σύνορα, με όσους κινδύνους συνεπάγονταν αυτή η κίνηση, μας βρήκαν δίπλα τους να εξηγούμε ότι στη δική τους περίπτωση τα σύνορα δεν είχαν κλείσει οριστικά, η Συμφωνία Δουβλίνο ΙΙΙ ίσχυε, και μέσα σε τρεις μήνες, το αργότερο σε τέσσερις, θα μπορούσαν να πάνε νόμιμα στους δικούς τους.
Πράγματι, η σχετική συμφωνία ίσχυε και συνεχίζει να ισχύει, όμως η πλειονότητα εκείνων των γυναικών με τα βρέφη και τα μικρά παιδιά τους βρίσκεται ακόμη εδώ. Γιατί έτσι αποφάσισαν οι αρμόδιοι στη δική μας χώρα. Στη δική μας χώρα, όχι στις άλλες.

Αναμένοντας την οικογενειακή επανένωση

Σύμφωνα με τη Συμφωνία του Δουβλίνου, αιτούντες άσυλο σε μία χώρα έχουν δικαίωμα να ζητήσουν να μεταφερθεί και να εξεταστεί η αίτησή τους στο κράτος όπου ένα άλλο μέλος της πυρηνικής οικογένειάς τους έχει κάνει πιο πριν αίτηση ασύλου. Αυτό σημαίνει ότι όσα άτομα είχαν έρθει τότε στην Ελλάδα και είχαν μέλος της οικογένειάς τους (σύζυγο, γονιό, παιδί) που είχε κάνει αίτηση ασύλου αλλού στην Ευρώπη ή -ακόμη καλύτερα- είχε πάρει άσυλο ή προστασία, αυτά είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αίτηση ασύλου στην Ελλάδα και να ζητήσουν τη μεταφορά της αίτησής τους στην άλλη χώρα, και μ’ αυτόν τον τρόπο την επανένωση με την οικογένειά τους. Πρόκειται για δικαίωμα που ίσχυε και ισχύει αμετάβλητο μέχρι σήμερα, και αυτός ήταν ο λόγος που θεμελίωνε τη βεβαιότητα ότι μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του 2016 οι χωρισμένες οικογένειες θα μπορούσαν να επανενωθούν, και περίπου μισά από τα εγκλωβισμένα άτομα εκείνης της εποχής θα είχαν αναχωρήσει από την Ελλάδα.
Η διαδικασία της επανένωσης έχει τις εξής φάσεις: α) υποβολή αίτησης ασύλου στην Ελλάδα, στην οποία οι ενδιαφερόμενοι/ες δίνουν τα στοιχεία των συγγενικών προσώπων τους που βρίσκονται στην άλλη χώρα.
β) Η αίτηση δεν εξετάζεται εδώ, απλώς μαζί με τα συνοδευτικά στοιχεία μεταφέρεται στην αρμόδια υπηρεσία του άλλου κράτους.
γ) Εκείνη εξετάζει τα στοιχεία και, εφόσον ισχύουν, μέσα σε δύο μήνες αποστέλλει στην Ελλάδα την απόφαση αποδοχής της οικογένειας.
δ) Η Ελλάδα κοινοποιεί στην οικογένεια τη σχετική απόφαση και εκδίδει το έγγραφο εξόδου από τη χώρα (laissez passer), το οποίο με φαξ κοινοποιεί και στο κράτος προορισμού. Η μετακίνηση γίνεται με προγραμματισμό και δαπάνη της Ελλάδας ή με προσωπικό προγραμματισμό και δαπάνη της οικογένειας. Στο σχετικό εκτελεστικό κανονισμό προβλέπεται ότι απόλυτη προτεραιότητα πρέπει να δίνεται στη δεύτερη περίπτωση, δηλαδή στη μετακίνηση που οργανώνεται και πληρώνεται από την ίδια την οικογένεια. Ας σημειωθεί ότι όλες οι διαδικασίες ανάμεσα στα κράτη γίνονται ηλεκτρονικά μέσω του εσωτερικού κυκλώματος Dublinet, συνεπώς δεν υπάρχουν καθυστερήσεις παραδοσιακού τύπου.
Τα παραπάνω σημαίνουν στην πράξη ότι πράγματι μέσα σε τρεις μήνες είναι δυνατή η επανένωση της οικογένειας. Γι’ αυτό το λόγο έγινε πιστευτή η δήλωση που έκανε στις 22 Μαρτίου 2016 η επικεφαλής του γραφείου Θεσσαλονίκης της Υπηρεσίας Ασύλου, Μαρία Μουρμουρή, ότι «στη συνάντησή μας (που αφορούσε την παραλαβή του δελτίου αιτούντος μετά την προκαταγραφή) ενημερώνουμε ότι ίσως χρειαστεί να παραμείνουν έως 2 επιπλέον μήνες στην Ελλάδα, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία μετεγκατάστασης». Κανείς δεν πίστευε ότι αυτό θα ήταν δυνατό για τη δύσκολη περίπτωση μετεγκατάστασης προσφύγων για την οποία υπάρχουν αντιρρήσεις από πολλές χώρες, αλλά θεωρούσε αυτονόητο ότι θα γινόταν στην εύκολη περίπτωση των οικογενειακών επανενώσεων. «Ούτε σκέψη για παράνομη μετακίνηση, υπομονή δυο-τρεις, άντε τέσσερις μήνες», ήταν η φράση που λεγόταν με ειλικρίνεια από όσους/ες είχαν άμεση σχέση με χωρισμένες οικογένειες.
Κι έτσι πήραμε -ναι, «πήραμε», σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο- πολλές οικογένειες στο λαιμό μας. Γιατί δεν μπορούσαμε να φανταστούμε την έκταση και, κυρίως, τη μορφή της «αποτρεπτικής πολιτικής» του αρμόδιου υπουργού. Για τον οποίον, αποτρεπτική πολιτική σημαίνει αυστηρή εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής για τους/τις πρόσφυγες, όταν αυτή είναι περιοριστική έως απάνθρωπη, και, αντίθετα, καταστρατήγησή της στις λίγες περιπτώσεις που αυτή σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό σημαίνει στην πράξη: καμιά παρέκκλιση από τη συμφωνία με την Τουρκία, πλήρης εφαρμογή της απάνθρωπης πολιτικής στα νησιά, η Μόρια πρέπει να φωνάζει σε όσους σχεδιάζουν να έρθουν: «εδώ σβήνουν οι ελπίδες, θα υποφέρετε!». Αντίθετα, ωμή καταστρατήγηση του δικαιώματος για γρήγορη οικογενειακή επανένωση που δίνει η Συμφωνία του Δουβλίνου, το Whats App πρέπει να μεταφέρει καθημερινά χιλιάδες φορές το μήνυμα: «μην έρχεστε εδώ, θα υποφέρετε, δεν υπάρχει σεβασμός στα νομοθετημένα δικαιώματά μας, μείνετε εκεί που βρίσκεστε ή μαζέψτε χρήματα και φύγετε με διακινητές!».

Κρατούμενες οικογένειες

Επειδή, βεβαίως, η Ελλάδα δεν μπορεί να αρνηθεί πλήρως τα δικαιώματα που προβλέπονται στις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με την οικογενειακή επανένωση, εφαρμόζει στην πράξη τη μεγαλύτερη δυνατή καθυστέρηση. Στην προκαταγραφή, στην υποβολή αίτησης ασύλου, στη μεταβίβαση του αιτήματος προς το άλλο κράτος, στην επίδοση στις οικογένειες της απόφασης αποδοχής τους, στη μεταφορά προς την άλλη χώρα.
Ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή φαίνεται καθαρά από δύο αποφάσεις. Η πρώτη αφορά τη διαδικασία προκαταγραφής μέσω skype όλων των προσφύγων μετά το κλείσιμο των συνόρων (όπου δινόταν η ημερομηνία για την υποβολή της αίτησης ασύλου): στις οικογένειες που ήθελαν να δηλώσουν ότι ζητούν επανένωση δινόταν η δυνατότητα να το κάνουν μόνο μία ημέρα την εβδομάδα για μία ώρα, ενώ οι υπόλοιποι μπορούσαν να το κάνουν καθημερινά! Η δεύτερη αφορά τη μετακίνηση στο άλλο κράτος: Η Ελλάδα αρνείται αδικαιολόγητα τη δυνατότητα που κατά προτεραιότητα δίνεται από το Δουβλίνο ΙΙΙ, δηλαδή το δικαίωμα της άμεσης μετακίνησης της οικογένειας με δικό της προγραμματισμό και δικές της δαπάνες. Επιλέγει να κρατάει εδώ μέχρι έξι μήνες τις οικογένειες και να πληρώνει τα έξοδα ταξιδιού από τον κρατικό προϋπολογισμό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι -σύμφωνα με την ανακοίνωση της ίδιας της Υπηρεσίας Ασύλου- το 2016 έγιναν δεκτές από άλλες χώρες 2.462 οικογένειες, όμως μετακινήθηκαν μόλις 1.107 άτομα. Τα υπόλοιπα ήταν αυτά που βλέπαμε να παγώνουν το χειμώνα στα λεγόμενα Κέντρα Φιλοξενίας. Καμιά δικαιολογία δεν δόθηκε γι’ αυτό το γεγονός –λογικό, αφού δεν υπάρχει.

Μία χαρακτηριστική περίπτωση

Το Φεβρουάριο του 2016 πέρασε στην Ελλάδα μέσω Λέσβου η 32χρονη Φάτιμα, Κούρδισα από τη Συρία, μαζί με τα δύο παιδιά της, οκτώ και δύο ετών, και τον 28χρονο αδερφό της, Νασάτ. Ο σύζυγος της Φάτιμα βρίσκεται στη Γερμανία και έχει πάρει άσυλο ήδη εδώ και δύο χρόνια. Συνεπώς, η ίδια και τα παιδιά της είχαν το αναμφισβήτητο δικαίωμα της μετάβασης στη Γερμανία. Βεβαίως, το ίδιο δεν ίσχυε για τον αδερφό της, νέος, χωρίς οικογένεια, δύσκολα μπορούσε να χαρακτηριστεί «ευάλωτο» άτομο. Στη Λέσβο, «φυσικά» δεν δόθηκε στη Φάτιμα η δυνατότητα υποβολής αίτησης ασύλου. Μετά το κλείσιμο της Ειδομένης έμειναν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και στις 9 Ιουνίου κατάφεραν να προκαταγραφούν μέσω skype. Η ημερομηνία που δόθηκε στον Νασάτ για να υποβάλει αίτηση ασύλου ήταν η 23η Ιουλίου 2016. Η αντίστοιχη ημερομηνία για τη Φάτιμα ήταν η 2α Νοεμβρίου (δηλαδή πέντε μήνες αργότερα), η αίτησή της μεταβιβάστηκε στη Γερμανία στις 30 Ιανουαρίου 2017 (τρεις μήνες αργότερα), η απόφαση αποδοχής από τη Γερμανία ήρθε στην υπηρεσία της Ελλάδας στις 10 Μαρτίου (μέσα σε 39 ημέρες), αλλά μέχρι σήμερα δεν της έχει επιδοθεί η απόφαση από την Υπηρεσία Ασύλου. Θα γίνει μετά από καιρό και, επειδή η Ελλάδα αρνείται -παράνομα!- το δικαίωμα να φύγει αμέσως με δικά της έξοδα (τα οποία ήδη έχουν αναλάβει αλληλέγγυοι από την Καταλωνία), η επανένωση της οικογένειας δεν πρόκειται να γίνει πριν από τον Σεπτέμβριο. Εν τω μεταξύ, είναι πια μόνη με τα παιδιά της, καθώς εδώ και ένα μήνα ο αδερφός της, που υπόκειτο στη δύσκολη διαδικασία της μετεγκατάστασης -για την οποία ο αρμόδιος υπουργός δηλώνει κάθε τόσο ότι οι άλλες χώρες την καθυστερούν αδικαιολόγητα- βρίσκεται ήδη στη Γερμανία!
Μερικές χιλιάδες άτομα, κυρίως μητέρες με μικρά παιδιά, βρίσκονται στην ίδια κατάσταση. Η πρώτη προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει ήδη κατατεθεί και τις επόμενες εβδομάδες θα ακολουθήσουν πολλές ακόμη. Είναι βέβαιο ότι θα κερδηθούν, διότι πλούσια είναι η σχετική νομολογία, και τότε ίσως αναγκαστεί ν’ αλλάξει την απάνθρωπη πολιτική του ο αρμόδιος υπουργός. Μέχρι τότε, η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποκαλείται από τις κρατούμενες οικογένειες και τους συγγενείς τους «Mouzalas’ prison».

* Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.