Μπονγκ Τζουν-Χο: Η κομψότητα στη σκηνοθεσία

Του Στράτου Κερσανίδη

Τα «Παράσιτα» ήταν η μεγάλη επιτυχία της σεζόν η οποία φέτος ολοκληρώθηκε νωρίτερα εξαιτίας της πανδημίας. Η ταινία, η οποία κέρδισε 4 βραβεία Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, πρωτότυπου σεναρίου και ξενόγλωσσης ταινίας) καθώς και μια σειρά από σημαντικά βραβεία παγκοσμίως (Μεγάλο Βραβείο Φεστιβάλ Κανών, BAFTA ξενόγλωσσης ταινίας και σεναρίου κ.ά.), έκανε ευρέως γνωστό στο παγκόσμιο κοινό το σκηνοθέτη Μπονγκ Τζουν-χο.

Βέβαια, ο γεννημένος το 1969 νοτιοκορεάτης σκηνοθέτης ήταν ήδη γνωστός εκτός από την πατρίδα του, στο χώρο των διεθνών φεστιβάλ καθώς και μεταξύ των κριτικών και των σινεφίλ.
Μπήκε στο χώρο του κινηματογράφου το 1997 υπογράφοντας το σενάριο της ταινίας «Μοτέλ Κάκτος», ενώ εμφανίστηκε ως σκηνοθέτης για πρώτη φορά το 2000 με την ταινία «Σκύλος που γαβγίζει». Μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει 7 ταινίες στις οποίες έχει γράψει και το σενάριο, ενώ μόνον ως σεναριογράφος υπογράφει ακόμη 4 ταινίες.
Τρεις απρόβλητες στη χώρα μας ταινίες του Μπονγκ Τζουν-χο, κάνουν πρεμιέρα αυτό το μήνα μέσα από την ελληνική πλατφόρμα ανεξάρτητου κινηματογράφου Cinobo (CinemaNoBorders), δίνοντας την ευκαιρία στο κοινό να γνωρίσει το κινηματογραφικό σύμπαν ενός από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Πρόκειται για τις ταινίες «Σκύλος που γαβγίζει» (2000), «Μνήμες φόνων» (2003) και «Μητέρα» (2009).

Οι ταινίες

Στο «Σκύλο που γαβγίζει» (Barking dog never bite) βασικός χαρακτήρας είναι ο Γιουν-τζου, ο οποίος ζει με την έγκυο γυναίκα του σε μια μεγάλη πολυκατοικία. Η οικονομική του κατάσταση δεν είναι ιδιαίτερα καλή καθώς ουσιαστικά εργάζεται μόνον η γυναίκα του ενώ αυτός προσπαθεί να πάρει μια θέση καθηγητή στο κολέγιο. Μόνο που για να γίνει αυτό θα πρέπει να δωροδοκήσει τον πρύτανη. Επιπλέον, ο Γιουν-τζου ενοχλείται αφάνταστα από έναν σκύλο που γαβγίζει και αποφασίζει να τον εξολοθρεύσει. Όταν βλέπει μπροστά του ένα σκυλάκι, και νομίζοντας πως είναι ο «ένοχος», το πιάνει αλλά, επειδή δεν μπορεί να το σκοτώσει, το κλειδώνει στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Τελικά, η κατάσταση αρχίζει να περιπλέκεται όταν το κοριτσάκι που έχασε το σκύλο γεμίζει με αφισάκια τη γειτονιά με τα οποία αναζητά το σκύλο της. Μια κοπέλα βλέπει μια μέρα με τα κιάλια έναν άνδρα να πετά από την απέναντι ταράτσα ένα σκυλάκι. Η γυναίκα του Γιουν-τζου αγοράζει ένα σκυλάκι κάτι που τον δυσαρεστεί. Η κατάσταση περιπλέκεται περαιτέρω καθώς εμπλέκονται ένας άστεγος που ζει στο υπόγειο, ο θυρωρός ο οποίος φαίνεται πως του αρέσει το σκυλίσιο κρέας, μια ηλικιωμένη γυναίκα, δυο νεαρές φίλες. Ευφυέστατη ταινία, με ανατροπές, ρυθμό και κατάμαυρο χιούμορ.
Οι «Μνήμες φόνων» (Memories of murder) είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Το 1986 σε μια μικρή πόλη γίνεται ένα διπλό φονικό. Δύο αστυνομικοί αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν την υπόθεση. Όμως ο δολοφόνος αποδεικνύεται πολύ έξυπνος, μένει ασύλληπτος και οι φόνοι συνεχίζονται. Έτσι φτάνει για βοήθεια ένας ντεντέκτιβ της αστυνομίας από τη Σεούλ, ο οποίος χρησιμοποιεί δικές του μεθόδους. Ο καιρός περνά και κανένα στοιχείο δεν οδηγεί στον πραγματικό δολοφόνο. Κάποιοι, οι οποίοι θεωρούνται ύποπτοι και συλλαμβάνονται, μετά από λίγο αφήνονται ελεύθεροι καθώς δεν αποδεικνύεται η ενοχή τους. Καθώς ο καιρός περνά, η υπόθεση γίνεται όλο και πιο μυστηριώδης ενώ οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Σκοτεινή και υποβλητική ατμόσφαιρα, διάχυτο μυστήριο και σασπένς και ένα παζλ που γίνεται όλο και πιο σύνθετο και δύσκολο στη συναρμολόγησή του.
Στη «Μητέρα» (Mother) παρακολουθούμε τον αγώνα της Χέι-τζα, μια γυναίκας η οποία προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητα του γιου της ο οποίος κατηγορείται για το φόνο μιας κοπέλας. Ο 27χρονος Ντο-τζουν, είναι κάπως ελαφρόμυαλος και αφελής. Η εξάρτησή από τη μητέρα του είναι εμφανής και η ίδια προσπαθεί να τον προστατεύσει όσο μπορεί καλύτερα. Μια μέρα πηγαίνει να συναντήσει έναν φίλο του σε ένα μαγαζί αλλά εκείνος δεν έρχεται. Ο Ντο-τζουν ενώ τον περιμένει πίνει αρκετά, με αποτέλεσμα να φύγει μεθυσμένος. Επιστρέφοντας στο σπίτι του συναντά μια κοπέλα στο δρόμο και την ακολουθεί. Εκείνη προσπαθεί να του ξεφύγει και ο νεαρός, βλέποντας πως δεν έχει ελπίδες, αποφασίζει να φύγει. Την άλλη μέρα η κοπέλα βρίσκεται σκοτωμένη επάνω σε μια ταράτσα. Οι υποψίες στρέφονται στον Ντο-τζουν ο οποίος συλλαμβάνεται και κατηγορείται για το φόνο. Η μητέρα του όμως δεν μπορεί να δεχτεί πως ο γιος της είναι ο δολοφόνος. Έτσι αρχίζει από μόνη της να ερευνά τα γεγονότα φτάνοντας στην αλκοολική γιαγιά του θύματος, και σε έναν ηλικιωμένο ρακοσυλλέκτη. Οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη, τα ερωτηματικά πληθαίνουν, το ίδιο και οι αμφιβολίες. Το φινάλε δίνει μια απάντηση, αλλά…

Ένας βίαιος κόσμος

Ψάχνοντας ένα χαρακτηρισμό που να ταιριάζει στο πολυεπίπεδο σινεμά του Μπονγκ Τζουν-χο κατέληξα στη λέξη, συναρπαστικό.
Νομίζω πως του ταιριάζει απόλυτα, καθώς ως θεατής έχω παρακολουθήσει τις ταινίες του με μεγάλο ενδιαφέρον και πάντοτε στο φινάλε είχα μια αίσθηση απόλυτης ικανοποίησης. Είναι δηλαδή ένα σινεμά χορταστικό, ψυχαγωγικό, ιντριγκαδόρικο.
Οι ταινίες του είναι ανθρωποκεντρικές μόνο που οι ήρωές του δεν βρίσκονται τοποθετημένοι σε έναν κόσμο επίπλαστης ευδαιμονίας, αλλά μέσα στον αληθινό βίαιο κόσμο της καθημερινότητας. Γιατί η βία δεν εκφράζεται μόνον από τις ακραίες της μορφές αλλά εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε βήμα, σε κάθε συναναστροφή, σε κάθε κοινωνική σχέση. Η βία είναι κομμάτι της καθημερινότητας και σε αυτόν τον κόσμο ζούμε. Εκφράζεται είτε πετώντας ένα σκυλάκι από την ταράτσα είτε αφήνοντας το πτώμα μιας μαθήτριας στην ταράτσα.
Βέβαια, όπως έγινε ιδιαίτερα εμφανές στα «Παράσιτα», μια καθαρά πολιτική αλληγορία με έντονες ταξικές αναφορές, ο Μπονγκ Τζουν-χο ποτέ δεν αφήνει έξω από το σινεμά του την κοινωνική ματιά. Όλα όσα συμβαίνουν στις ταινίες του δεν συμβαίνουν σε ένα ουδέτερο περιβάλλον ούτε σε συνθήκες εργαστηρίου, αλλά στον αληθινό και αγγελικά πλασμένο καπιταλιστικό κόσμο.
Έτσι στις «Μνήμες φόνων» βλέπουμε την αστυνομία να αδυνατεί να στείλει ενισχύσεις επειδή οι δυνάμεις της είναι απασχολημένες με τη καταστολή των διαδηλώσεων. Στο «Σκύλο που γαβγίζει» βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να πρέπει να δωροδοκήσει τον πρύτανη για να πάρει θέση καθηγητού στο κολέγιο. Στη «Μητέρα» βλέπουμε τους δυο νέους να αναζητούν τον οδηγό της πολυτελούς Μερσέντες που χτύπησε και εγκατέλειψε τον έναν από αυτούς, στο μοναδικό σημείο της πόλης που θα μπορούσε να πάει: στο γκολφ.
Βέβαια πολλά ακόμη στοιχεία διαπερνούν τις ταινίες του σχολιάζοντας έμμεσα και υπαινικτικά τις ταξικές κοινωνικές δομές και τη δομή της εξουσίας, όπως οι εργασιακές σχέσεις, οι απολύσεις, η αστυνομική βία, η φτώχια. Με όλα αυτά εν τέλει να συνθέτουν ένα βίαιο κόσμο.
Πολυεπίπεδος κινηματογράφος στον οποίο το αστυνομικό μυστήριο συναντά το φιλμ νουάρ, η αγωνία και το σασπένς συναντούν το μαύρο χιούμορ, η κοινωνική σάτιρα το θρίλερ. Η ηθική δεν προσεγγίζεται με κανόνες αντικειμενικότητας αλλά εντελώς υποκειμενικά μέσα από τις καταστάσεις που βιώνουν οι ήρωές του.
Δεν υπάρχει τίποτε τυχαίο στις ταινίες του νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη. Όλες οι σκηνές παίζουν το ρόλο τους, όλα είναι σχεδιασμένα ώστε να συμπληρώνουν ένα συγκεκριμένο παζλ. Η πολύ καλή δουλειά που γίνεται στο ντεκουπάζ είναι εμφανής. Αυτό που βλέπουμε ως θεατές, δεν είναι μόνον συναρπαστικό αλλά και ιδιαίτερης καλλιτεχνικής και αισθητικής αξίας. Θα λέγαμε λοιπόν πως αυτό το οποίο χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο του Μπονγκ Τζουν-χο είναι η κομψότητα της σκηνοθεσίας, που τον κάνει να μοιάζει με λεπτό κέντημα το οποίο όμως είναι φτιαγμένο από στέρεα υλικά.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com