Μπορεί μια παρεξήγηση να φέρει την παλινόρθωση;

Του Μιχάλη Μπαρτσίδη*

Το αρνητικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και περιφερειακών του ΣΥΡΙΖΑ αφήνει βαριά σκιά και πολλά ερωτήματα. Όμως, η σκέψη συγχρόνως με τη συλλογική δράση, η οποία απαιτείται ειδικά σε προεκλογική περίοδο, μπορεί να αναδείξει τα παραγωγικά ερωτήματα και να απαντήσει ξεπερνώντας κάθε πένθος και στενοχώρια. Δεν προβαίνουμε σε ανάλυση όσον αφορά τις οικονομικές, πολιτικές αιτίες και διαστάσεις του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά θα εστιάσουμε αποκλειστικά στο ιδεολογικό πεδίο.

Ο αέρας της αρνητικότητας

Αρχικώς, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι επί μια τριετία κυριάρχησε σταδιακά μια αρνητικότητα η οποία, παρόλο που είχε επισημανθεί ποικιλοτρόπως, δεν κατέστη δυνατόν να αντιμετωπισθεί. Αμέσως μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, η αντιπολίτευση, ΝΔ και ΚΙΝΑΛ, έστησαν τοίχο για να μην ακούγεται τίποτε από όσα έκανε και έλεγε η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ, η αποκαλούμενη υγειονομική ζώνη απομόνωσής του. Η προϊούσα και ως ένα βαθμό αναμενόμενη «μεταστροφή των αισθημάτων» οργανώθηκε σε αντίληψη και αίσθημα, σε σύμπτωμα και σε ιδεολογία από έναν αποτελεσματικό συνδυασμό ΜΜΕ και παρεμβάσεων στα κοινωνικά δίκτυα. Από τη άλλη μεριά, η κριτική για το «όχι που έγινε ναι» όρθωνε επίσης τείχη, ωστόσο η αρνητικότητα ήταν άλλης φύσεως. Η συντηρητική άρνηση που σιγοβράζει μνησίκακα ήταν πολύ πιο ισχυρή και αποτελεσματική. Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ότι αυτονομήθηκαν οι πεποιθήσεις από κάποιου είδους αξιολόγηση συμφερόντων, προσδοκιών και συνθηκών πραγματοποίησής τους. Συνεπώς, στην πολιτική μάχη της αλήθειας κέρδισε κατά κράτος το μπλοκ της συντηρητικής παλινόρθωσης.
Η αρνητικότητα και η μεγάλη δύναμή της να εκτρέπει την ορθολογική ανταλλαγή και διαβούλευση υποτιμήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Επί μια τετραετία η πολιτική επικαθοριζόταν από αυτή την ειδική συνθήκη ετερογένειας των πολιτικών παρατάξεων και μίσους και δεν έγινε αντιληπτή παρά μόνο στην ειδική εκδοχή που έλαβε με αφορμή τις αντιδράσεις στη συμφωνία των Πρεσπών. Εν τέλει, παγίωσε την πρόσληψη περί αποκομμένης από την κοινωνία κυβέρνησης με βάση γνωστά από παλιά αντι-ολοκληρωτικά σχήματα φιλελεύθερης ή αντεξουσιαστικής κριτικής της πολιτικής και του κράτους.
Αν και το απόστημα έσπασε, πλέον, αφού εκφράστηκε στις εκλογές, η ζημιά έγινε, ο αέρας της αρνητικότητας φυσάει στα πανιά τους, έστω χωρίς την ίδια πίεση. Τουλάχιστον, ξέρουμε με τί έχουμε να κάνουμε και μπορούμε να δούμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.

Η διαφωνία

Ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε μνημόνιο, έκανε δε λάθη στρατηγικά και τακτικής τα οποία έχουν επιπτώσεις. Ωστόσο, υποστηρίζω ότι σημειώθηκε μια μεγάλη ιδεολογική μεταστροφή τα αίτια της οποίας δεν εξαντλούνται σε αυτό. Βρισκόμαστε στη στιγμή της υπερ-συντηρητικής αντί-δρασης στη δημοκρατική εξέγερση της αξιοπρέπειας από το 2011 έως και το 2015. Δεν φετιχοποιώ την ήττα του 2015 και υποστήριξα την στρατηγική της «αντίστασης στα σημεία» που ακολουθήθηκε έκτοτε. Μνημόνιο αλλά και αναβολή των δυσάρεστων μέτρων για το μέλλον σημαίνει προσπαθώ να κάνω τη διαφορά με καθυστέρηση κερδίζοντας χρόνο μέχρι να έρθω σε καλύτερη θέση. Είτε το πεις παράλληλο πρόγραμμα για προστασία των υποκατώτατων στρωμάτων, είτε ενίσχυση των νέων δικαιωμάτων, είτε παροχές μετά τον Αύγουστο του 2018, το αποτέλεσμα αυτής της στρατηγικής φαίνεται ότι είναι μικρότερο του αναμενομένου. Δεν μπορείς να συνεχίζεις την αναβολή όταν λες ότι βγήκαμε από την επιτήρηση και ο λαός έχει δικαίωμα να ζητάει περισσότερα μετά από εννιά χρόνια κρίση. Ο χρόνος κύλησε ξαφνικά. Αυτή είναι η παρεξήγηση μεταξύ κυβέρνησης και λαού, η διαφωνία. Πρόκειται για μια παρανόηση, όπως την εννοεί ο Ρανσιέρ, και όχι ότι φταίει ο λαός που δεν μας καταλαβαίνει (Κύρκος ή ΚΚΕ ακόμη και σήμερα). Τώρα ήρθε η ώρα της καπιταλιστικής επιτάχυνσης. Η παρεξήγηση όσον αφορά το χρόνο στην πολιτική είναι ο κρισιμότερος παράγοντας. Παράδειγμα ακραίο: ο λαός έδειξε υπομονή δυόμισι χρόνια στιβαζόμενος στα λεωφορεία του ΟΑΣΘ και κάποια στιγμή λέει δεν πάει άλλο, ας ιδιωτικοποιηθεί προκειμένου να υπάρχει τουλάχιστον ένα λεωφορείο να πηγαίνω σπίτι μου. Πόσο χρόνος απαιτείται για να κριθεί ένα εγχείρημα και μια στρατηγική; Προφανώς όχι άπειρος και δεν σε σώζει η δωρεάν συγκοινωνία για τους ανέργους.
Και όμως με την τακτική που ακολουθήθηκε πάλι θα ήμασταν ευχαριστημένοι αν δεν αντιμετωπίζονταν οι ευρωεκλογές ως ψήφος εμπιστοσύνης. Και τώρα ακόμη διατηρήθηκε ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό της αριστερής δημοκρατικής παράταξης ως σημαντικής και ισχυρής δύναμης.
Γιατί όμως τέτοιας έκτασης διαφορά; Διότι η τακτική της αρνητικότητας και της υγειονομικής ζώνης της αντιπολίτευσης συντονίστηκε χρονικά με μια μεγάλη ιδεολογική συντηρητική στροφή διεθνώς.

Απώλεια του «ηθικού πλεονεκτήματος»

Κάθε συντηρητική αντί-δραση ποντάρει στην διάψευση των προσδοκιών από την ριζοσπαστικοποίηση της ισοελευθερίας και της δημοκρατίας, ώστε να επαναφέρει τις αξίες της ευταξίας (order) και ασφάλειας, της πίστης στην σοφία της παράδοσης και την κοινωνική ιεραρχία και στην πατριαρχία, της οριστικής υποτέλειας του χρεωμένου ανθρώπου στην αυθεντία των αρχόντων και των ειδημόνων. Πολλή ελευθερία, αταξία, ανάμειξη των ειδών και των κοινωνιών, αλαζονεία των αδαών και κακογουστιά, λένε. Ενώ η διακυβέρνηση ήταν μετρίως πετυχημένη με ελάχιστες εναλλακτικές όψεις αλλά τίμια και καθαρή, εντούτοις, μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίστηκε από κάποιου είδους απώλεια του «ηθικού πλεονεκτήματος».
Προσοχή στο σημείο αυτό. Έλεγαν πολλοί, αριστεροί και μη, ότι ευθύνεται ο ΣΥΡΙΖΑ που πρόδωσε και κατέστρεψε την έννοια της αριστεράς για πάντα. Ας το πούμε κάπως προκλητικά και μετά το μετριάζουμε: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «πρόδωσε» τις αξίες μας, αλλά έχασαν οι αξίες μας για πολλούς και υπέρτερους λόγους. Η αντί-δραση επιβάλλει άλλες αξίες που φαίνονται πιο ικανοποιητικές και επαρκείς. Στο πεδίο της οικονομίας οι πολίτες ήλπισαν στην κρατική προστασία αλλά δεν θεωρούν ότι κατάφεραν κάτι, για αυτό τώρα στρέφονται στην «ανάπτυξη» για να βρουν δουλειές, να γίνουν «επιχειρηματίες του εαυτού τους». Όσον αφορά την εναλλακτική διακυβέρνηση και το Κράτος δεν φάνηκε καμιά διαφορά όπου είχαμε απλή αναπαραγωγή μερίδας της γραφειοκρατίας και του παλιού μοντέλου. Στο πεδίο των ιδεών, ο ΣΥΡΙΖΑ συγκρούστηκε καθαρά υπέρ των δικαιωμάτων- όχι επαρκώς με την Εκκλησία- συγκρούστηκε με τον εθνικισμό για το Μακεδονικό, με επιπτώσεις, αλλά δεν πρόδωσε αξίες. Δεν αθωώνω τον ΣΥΡΙΖΑ για τις ευθύνες αλλά όλα αυτά αξιοποιήθηκαν καταλλήλως από τη μυστική δύναμη της συντηρητικής αρνητικότητας και εξυπηρέτησαν την παλινόρθωση. Αυτός είναι ο εχθρός και όχι το θέμα με τις «συντάξεις». Η αυτοκριτική έχει νόημα μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξήγησης των λόγων για τους οποίους επικρατούν οι ιδέες και αξίες του συντηρητισμού.
Στο σημείο αυτό εδώ τίθεται ένα κρίσιμο και λεπτό ερώτημα. Πώς κρατήθηκε η κυβέρνηση τέσσερα χρόνια, με βάση μια έμμεση νομιμοποίηση αφού δεν υπήρχαν αντιδράσεις και διαδηλώσεις που να την αμφισβητούν και ξαφνικά βρεθήκαμε μπροστά σε αυτή την μεγάλη διαφορά; Βασίζονταν σε στήριξη απέξω του κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού, όπως ισχυρίζονται μερικοί εξ αριστερών, ή αποτέλεσε πράγματι «καθεστώς», όπως λένε οι λυσσασμένοι φιλελεύθεροι, το οποίο ως τέτοιο δεν αντιλαμβάνεται παρά μόνο την τελευταία στιγμή της κατάρρευσης του ότι δεν διαθέτει πλέον νομιμοποίηση; Νομίζω ότι περιέγραψα παραπάνω ένα χρονικό και ιστορικό ασύμπτωτο ως αρχή για μια απάντηση.

Ουβερτούρα

Ας επιστρέψουμε στον πυρήνα της αλήθειας της συντηρητικής αντίδρασης, στο δυνατό της σημείο: η αναδιάταξη των ηθικών αξιών ως αποτέλεσμα της διάψευσης προσδοκιών. Πρέπει να τοποθετηθούμε στα θέματα που αξιοποίησε ο συντηρητισμός περί ασφάλειας- ευταξίας- υποταγής- κοινωνικής ιεραρχίας και να μετασχηματίσουμε την αριστερή στρατηγική. Να απαντήσουμε με κριτική ώστε να παράσχουμε εργαλεία νέου προγραμματικού λόγου στα ανωτέρω κρίσιμα σημεία και μάλιστα τάχιστα. Να μην επικαλεστούμε μόνο το φόβο για όσα θα κάνει η Δεξιά. Έχουμε διδάγματα από το κίνημα αλληλεγγύης για τη σιγουριά στις γειτονιές και για μια δημοκρατική δημόσια εξουσία αντί της ασφάλειας, διδάγματα χειραφέτησης από το παγκόσμιο κίνημα γυναικών και ευάλωτων ομάδων αντί της πατριαρχίας, επιβράδυνσης από το κίνημα της κλιματικής αλλαγής έναντι της ιδεολογίας της απογείωσης του καπιταλισμού από την οποία γοητεύεται η μεσαία τάξη. Όλα αυτά είναι σοφία και «μήτις» κατάλληλες για απάντηση στην «σοφία» της συντηρητικής παράδοσης.
Η αριστερή, ριζοσπαστική, δημοκρατική παράταξη θα παραμείνει στις αξίες της αλλά αναθεμελιωμένες, δηλαδή αλλαγμένες από την συνάντησή τους με την ιστορία και την πολιτική. Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ και η δημοκρατική παράταξη θα πει «τα ίδια αλλά αλλιώς» με την ελπίδα της δράσης και θα πιάσουν τόπο. Είναι στο χέρι μας να βγούμε μπροστά και ο λαός θα είναι αυτή τη φορά στο ραντεβού.

* Ο Μ. Μπαρτσίδης είναι επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και διδάσκει στο ΕΑΠ.