Μπορεί να γίνει κι αλλιώς

Δεν είναι μονόδρομος η εικόνα εξαθλιωμένων ανθρώπων στο έλεος της παγωνιάς.

saloni2

Καμιά φορά οι εικόνες λένε ολόκληρη την αλήθεια, ίσως γιατί αποδομούν μεγάλα λόγια και αποκαλύπτουν σε όλο τους το μεγαλείο ότι δίπλα στη λέξη «ανημποριά», μπορεί να μπει τουλάχιστον ένα μεγάλο ερωτηματικό. Την ανημποριά μπορούμε να τη δεχτούμε, να τη συζητήσουμε, να δούμε πώς μπορούμε να την υπερβούμε, το ερωτηματικό, όμως, δίπλα της;
Αλλά ας αρχίσουμε να περπατάμε μέσα στις εικόνες, δηλαδή μέσα στους ανθρώπους, τις σκηνές, τα τσαντίρια, τη βροχή, το κρύο, που τις συνθέτουν.

Εικόνες δυστυχίας

Εικόνα πρώτη: Μόρια, μια ολόκληρη πολιτεία, ένα πολυεθνικό χωριό, μια σκηνούπολη, λασπουριά… Οι εξαθλιωμένοι χώνονται στις σκηνές, αυτές τις καλοκαιρινές, που πολλοί από μας κάνουμε διακοπές στα νησιά των ονείρων μας. Το νερό γεμίζει τους χώρους, τα απλωμένα ρούχα, οι υπνόσακοι, τα παπούτσια μάταια προσπαθούν να στεγνώσουν. Ο καιρός το απαγορεύει.
Κόσμος πάει και έρχεται, είναι η ώρα του φαγητού. Σε λίγα λεπτά η ουρά γίνεται ένα τεράστιο ανθρώπινο φίδι, αναμονή… Να είναι χίλιοι, δύο χιλιάδες; Αναμονή, κούραση, εκνευρισμός, το ρύζι περιμένει.
Έστω για λίγο ας περάσουμε στην εικόνα της Σάμου, πάλι την ώρα του φαγητού. Ρύζι, τι άλλο; Μόνο που είναι παγωμένο, κάτι σαν παγωτό, που σταδιακά λιώνει κατά τη διάρκεια του ακατανόητου ταξιδιού του από την Κόρινθο στην Αθήνα και από εκεί στο νησί. Τουλάχιστον στη Μόρια το φαγητό έρχεται από την πόλη της Μυτιλήνης, ζεστό. Κάποιοι φωνάζουν για την ποιότητα, αλλά και την ποσότητα του φαγητού. Κάποιοι άλλοι φωνάζουν «no good μακαρόνια, no good». Ασυνόδευτος δείχνει φωτογραφία του πριν το ταξίδι. Έως και στρουμπουλός… Δείχνει με χαρακτηριστικές κινήσεις το σώμα του όπως είναι σήμερα, αδύνατος, σχεδόν σκελετωμένος.
Η ουρά παραμένει ακίνητη, μεγαλώνει στο πίσω μέρος της. Αναρωτιέται κανείς τι θα γινόταν αν εκείνη την ώρα η βροχή ξέσπαγε. Αναμονή, κούραση, εκνευρισμός, το ρύζι περιμένει.
Την ίδια ώρα στη Χίο πρόσφυγες παίρνουν μέρος σε απεργία πείνας, διαμαρτυρόμενοι για την έλλειψη θέρμανσης και την κακή ποιότητα φαγητού. Το ίδιο και στη Λαμία…
Το ιατρείο είναι γεμάτο κόσμο, μικρά παιδιά, μεγάλοι, ανάπηροι πολέμου, έγκυες. Οι γιατροί δίνουν μάχη, όπως και οι εκατοντάδες εργαζόμενοι, και αυτοί των 490 ευρώ. Μάχη με τον καιρό, το πλήθος των προσφύγων και μεταναστών, με τις ανάγκες. Μάχη με την ψυχολογική κούραση, τη ματαίωση προσδοκιών, τον εγκλεισμό, την αναμονή για το πολυπόθητο τρίπτυχο, για το άσυλο. Μάχη με το φόβο της επιστροφής στην Τουρκία…
«Δεν θέλω να μάθω ελληνικά», λέει ένας νεαρός πρόσφυγας από το Αφγανιστάν. «Αγγλικά θέλω», και ρωτάει πότε θα φύγει από το νησί. «Ημερομηνία», λέει.
Η ουρά παραμένει ακίνητη, η μάχη του φαγητού, το ρύζι περιμένει. Και αναρωτιέται κανείς γιατί είναι μόνο ένα το σημείο διανομής του φαγητού και ακούγεται μια φωνή που λέει: «αυτό είναι βασανιστήριο». Και μήπως δεν είναι;
Ο Καρίμ έγινε 18, έτσι έδειξαν οι φρονιμίτες του, και τον έβγαλαν από την πτέρυγα των ασυνόδευτων. Άνοιξαν την πόρτα και του έδειξαν το αχανές camp, τις σκηνές, τη λασπουριά. Παρακάλεσε ο Καρίμ, έβαλε τα κλάματα, που να πάει; Βγήκε, γύρισε, έψαξε, εις μάτην… Σκηνή δεν βρέθηκε να κοιμηθεί. Γύρισε πίσω. Παρακάλεσε. Μπήκε στα κρυφά.
Ήρθε το βράδυ βάρκα, 48 άνθρωποι, ανάμεσά τους μωρά, τρεις γυναίκες σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ασυνόδευτα παιδιά, πέντε στον αριθμό, δύο νέοι που είχαν στα χέρια τους σημείωμα ότι ανήκουν στην ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, όλοι και όλες από την Αφρική.

Δύο χιλιόμετρα από την κόλαση

Εικόνα δεύτερη: Καρά Τεπέ. Μια αυτοσχέδια πλατεία, παγκάκια, παντοπωλείο, παιδική χαρά, ένα μικρό γήπεδο ποδοσφαίρου με πλαστικό χλοοτάπητα, μπασκέτες, χώροι αναψυχής, τα μαθήματα, η μουσική, τα παιδικά χαμόγελα, οικίσκοι. Άλλη εικόνα και ας είναι στο χώρο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, με πολλαπλές δυσκολίες. Χίλιοι περίπου άνθρωποι ανήκουν στο «χωριό» του Καρά Τεπέ, όπως το λένε, που λειτουργεί με την ευθύνη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ένας σύριος πρόσφυγας έγινε ψαράς, τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα και το βράδυ γίνεται μια μεγάλη μουσική εκδήλωση υπό την αιγίδα του δήμου Λέσβου και του «χωριού» στο δημοτικό θέατρο. Βιολιά και άλλα μουσικά όργανα που έφτασαν από τα πέρατα του κόσμου. Ένα μπουκάλι λάδι φτάνει στα χέρια του υπεύθυνου του «χωριού», του Σταύρου Μυρογιάννη, αποτέλεσμα μιας συλλογικής προσπάθειας των ίδιων των προσφύγων.
Τα παιδιά παίζουν χαρούμενα, μια άλλη εικόνα, διαφορετική από αυτήν της Μόριας. Η ώρα του φαγητού, ο διοικητής δοκιμάζει, ελέγχει. Δεν υπάρχει ουρά, αξιοπρέπεια. Το φαγητό διανέμεται πόρτα-πόρτα στα σπιτάκια, ούτε που το καταλαβαίνεις. Μόρια – Καρά Τεπέ σημειώσατε δύο. Τι σχέση μπορούν να έχουν οι δύο εικόνες, οι δύο κόσμοι, οι δύο πρακτικές; Τι σχέση μπορούν να έχει η μέρα με τη νύχτα;
Δημοτικό Θέατρο: Βράδυ, η σκηνή είναι έτοιμη και η πλατεία γεμάτη από πολύχρωμο κόσμο. Ντόπιοι, γυναίκες και άντρες, πρόσφυγες από το Καρά Τεπέ, μετανάστες, παιδιά, προσφυγόπουλα, όλα τα χρώματα του κόσμου. Βγαίνουν τα μικρά με φορεσιές από την πατρίδα τους και με τα βιολιά στα χέρια. Ίσα που τα σηκώνουν, ίσα με το μπόι τους. Αρχίζει η συναυλία. Τραγουδούν, το κοινό ενθουσιάζεται. Οι εικόνες αλλάζουν. Διεθνούς φήμης βιολιστές από τα Κανάρια νησιά και απ΄ αλλού, μαζί με τα παιδιά δίνουν ρεσιτάλ. Μήνες δουλειά στο «χωριό» με την καθοριστική βοήθεια μιας κολομβιανής γυναίκας που έφτασε στη χώρα μας, και από εκείνη την ημέρα προσφέρει εθελοντικά στο «χωριό» και τα παιδιά του. Το κοινό χειροκροτά. Τα λόγια ζεστά, πραγματικά αλληλέγγυα, ο ρατσισμός χάνει έδαφος. «Κάθε πρωί όλοι μας βλέπουμε τον ίδιο ήλιο», λέει η φίλη μας από την Κολομβία.

Μια Ηλιαχτίδα στη Λέσβο

Εικόνα τρίτη: 33 ανοιχτές δομές από την οργάνωση Ηλιαχτίδα, η οποία ήταν μία από της πέντε οργανώσεις ανά τον κόσμο που βραβεύτηκαν πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δομές, που σημαίνει 33 σπίτια, 33 νοικοκυριά, που στεγάζουν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες: Μονογονεϊκές οικογένειες, ασυνόδευτα παιδιά, ανάπηρους πολέμου, θύματα σεξουαλικής βίας, έγκυες, άνθρωποι της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.
Σπίτια, άλλα μικρά, άλλα μεγαλύτερα, σε κάθε περίπτωση σαν αυτά που θα επιλέγαμε, τίποτα λιγότερο, τίποτα πίσω απ΄ αυτό. Κυκλοφορούν στην πόλη, ψωνίζουν από τα μαγαζιά, μαγειρεύουν. Πολλαπλές δραστηριότητες, χειροτεχνίες, ποδόσφαιρο, μαθήματα, νομική κάλυψη, φροντιστές, κοινωνικοί λειτουργοί, κοινωνικοί επιστήμονες, γιατροί, μια άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, που δίνει χαραμάδα ελπίδας.
Ασυνόδευτος από το Μπαγκλαντές λέει ότι θέλει να γίνει μάγειρας και ότι του αρέσει το νησί και η Ελλάδα. Άλλος, από το Αφγανιστάν λέει ότι ο τόπος είναι μικρός και έχει γύρω γύρω θάλασσα, πώς θα φύγει; Άλλοι θέλουν να μείνουν, ονειρεύονται μια ζωή στην Λέσβο, σε αυτόν τον ευλογημένο τόπο.
Η «Συνύπαρξη», μια από τις παλιές οργανώσεις στο νησί, έχει αναλάβει εδώ και καιρό να συνοδεύει τα παιδιά σε εκδρομές, σε ταβέρνες, στη θάλασσα. Αλληλέγγυοι και αλληλέγγυες επιχειρούν να κάνουν δουλειά στην κοινότητα, να υπάρξουν κοινές δραστηριότητες, να συναντηθούν οι πολιτισμοί, τα χρώματα, οι άνθρωποι.

Πάνος Λάμπρου
Μέλος Πολιτικής Γραμματείας
και υπεύθυνος του Τμήματος
Δικαιωμάτων ΣΥΡΙΖΑ

 

Δύο αντίθετες οπτικές

Τρεις εικόνες διαφορετικές, που δείχνουν ότι μπορεί να γίνει κι αλλιώς, χωρίς αποτροπή, χωρίς αυταρχισμό, προς όφελος όλων, ντόπιων και προσφύγων. Γιατί, όμως, αυτές οι διαφορές;
Γιατί μπορεί ο δήμος της Λέσβου και όχι το κράτος; Γιατί είναι δύσκολο να εξαφανιστεί η αθλιότητα των σκηνών, την ώρα που οι οικίσκοι περιμένουν; Γιατί το φαγητό ταξιδεύει από πόλη σε πόλη και γιατί οι ουρές δίνουν το τελευταίο χτύπημα στις αντοχές των εξαθλιωμένων ανθρώπων; Γιατί όσοι και όσες εντάσσονται στην οικειοθελή αναχώρηση προς τις πατρίδες τους, είναι υποχρεωμένοι να στοιβάζονται σε χώρους κράτησης μέχρι να γίνει πράξη το ταξίδι επιστροφής; Γιατί δεν προχωράει με πιο γοργούς ρυθμούς η μεταφορά των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων από τα νησιά προς την ενδοχώρα και γιατί θεωρούνται λύση τα κλειστά κέντρα κράτησης, που σε κάθε περίπτωση είναι σε ευθεία σύγκρουση με το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα;
Γιατί, λοιπόν, τέτοιες πρακτικές και επιλογές, που προσβάλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ είναι σαφές ότι μπορούμε κι αλλιώς;