Μπορεί ο Μαρξ να εξηγήσει τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα;

theoria1

Σε ένα άρθρο του Μισέλ Ισόν το 1925 ο Κέινς έγραφε: «Πώς μπορώ να αντιμετωπίσω ένα δόγμα που έχει αναγορευτεί σε Βίβλο, πράγμα που αποκλείει κάθε κριτική, έναν τόμο πολιτικής οικονομίας που έχει παραγραφεί, που δεν είναι μόνο εσφαλμένος από επιστημονική άποψη, αλλά δεν έχει οποιοδήποτε ενδιαφέρον, οποιαδήποτε πιθανή εφαρμογή στο σημερινό κόσμο;» Πιο πρόσφατα, το 2017, ένας βιογράφος του Μαρξ ήταν εξίσου κατηγορηματικός: «Στο έργο του Μαρξ βρίσκουμε ελάχιστα πράγματα που να έχουν ενδιαφέρον για τις τάσεις της οικονομίας ή για την οικονομική θεωρία του τέλους του 19ου και του 20ού αιώνα». Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι, που, αντίθετα, θεωρούν ότι η συμβολή του Μαρξ δεν έχει παραγραφεί και παραμένει μια γόνιμη αναφορά για την κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού.

Οικονομική επιστήμη εναντίον πολιτικής οικονομίας

Αν και τοποθετείται στην προέκταση των κλασικών (Άνταμ Σμιθ και Ρικάρντο), το έργο του Μαρξ εισάγει μια ρήξη και συνάγει με την κριτική προσέγγισή του συμπεράσματα επικίνδυνα για την καθεστηκυία τάξη. Έπρεπε, λοιπόν, να περάσουμε από την πολιτική οικονομία στην οικονομική επιστήμη και να επιλέξουμε ένα άλλο παράδειγμα, για λόγους που εκθέτει με σαφήνεια ο Τζον Μπέιτς Κλαρκ: «Οι εργαζόμενοι, μας λένε, αποστερούνται το προϊόν που παράγουν […] Αν αυτή η κατηγορία είχε βάση, κάθε λογικός άνθρωπος θα έπρεπε να γίνει σοσιαλιστής, και η θέλησή του να μετασχηματίσει το οικονομικό σύστημα θα ήταν το μέτρο και η έκφραση της έννοιας της δικαιοσύνης». Πρέπει, λοιπόν, «να αναλύσουμε το προϊόν της οικονομικής δραστηριότητας στα συστατικά στοιχεία του, ώστε να δούμε αν η φυσική λειτουργία του ανταγωνισμού οδηγεί ή όχι στο να αποδίδεται σε κάθε παραγωγό το τμήμα του πλούτου που δημιουργείται και με τη δική του συμβολή». Αυτή είναι η κυρίαρχη σήμερα θεωρία της διανομής.
Στο δεύτερο βιβλίο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ εκθέτει τα σχήματα της αναπαραγωγής, όπου διακρίνει δύο μεγάλους τομείς: τον τομέα Ι που παράγει επενδυτικά προϊόντα και τον τομέα ΙΙ που παράγει προϊόντα καταναλωτικά. Περιγράφει τους όρους αναπαραγωγής, με άλλα λόγια τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις επιχειρήσεις και τις εκροές τους. Οι σχέσεις αυτές εκφράζονται με τη μορφή της ανταλλακτικής αξίας, αλλά ο Μαρξ επιμένει να τονίζει ότι η δομή αυτής της προσφοράς οφείλει να αντιστοιχεί στη δομή της κοινωνικής ζήτησης σε αξίες χρήσης. Αυτή η προσέγγιση του Μαρξ, προφανώς, αντλεί την έμπνευσή της από τον περίφημο Οικονομικό Πίνακα του Φρανσουά Κενέ (1766), που, όπως λέει, ήταν «μια σύλληψη τόσο απλή όσο και ιδιοφυής για την εποχή του».
Αν και δεν ξεκινάει, λοιπόν, από το μηδέν (θα μπορούσαμε εδώ να αναφέρουμε τον Στιούαρτ και τον Σισμοντί ως πηγές έμπνευσής του), μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Μαρξ είναι ο θεμελιωτής της σύγχρονης μακροοικονομίας. Αυτό του το αναγνώριζε η αριστερή κεϊνσιανή Τζόαν Ρόμπινσον, παρότι τηρούσε αυστηρά κριτική στάση απέναντι στον Μαρξ: «Το να θεωρείς ως αφετηρία τον Μαρξ σημαίνει ότι επιφυλάσσεις πολλά προβλήματα για τον Κέινς», έλεγε. Και ο Πολ Σάμουελσον, πολύ καυστικός κριτικός του Μαρξ, έχει πει: «Αναμφίβολα θα είχαμε όλοι ωφεληθεί, αν διαβάζαμε νωρίτερα τους πίνακες του Μαρξ».
Αλλά η πιο σαφής αναγνώριση του Μαρξ προέρχεται από τον Βασίλι Λεόντιεφ, που το 1937 είχε πει: «Ο Μαρξ ανέπτυξε το βασικό σχήμα που περιγράφει τις σχέσεις μεταξύ του κλάδου των καταναλωτικών αγαθών και των επενδυτικών αγαθών. Παρότι δεν ολοκληρώνει την ανάλυση του θέματος, το μαρξικό σχήμα αποτελεί μια από τις σπάνιες προτάσεις, για τις οποίες υπάρχει ευρύτατη συναίνεση ανάμεσα στους θεωρητικούς του οικονομικού κύκλου». Και προσθέτει: «Η σύγχρονη ανάλυση του οικονομικού κύκλου σαφέστατα οφείλει πολλά στη μαρξική οικονομική ανάλυση. Χωρίς να εγείρουμε θέμα προτεραιότητας, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι τρεις τόμοι του Κεφαλαίου έχουν συμβάλει περισσότερο από κάθε άλλο έργο στην τοποθέτηση αυτού του ζητήματος στο κέντρο της οικονομικής συζήτησης».
Ένα από τα στοιχεία της σημερινής κρίσης είναι η πίστη ότι ο χρηματιστικός τομέας μπορεί να είναι αυτόνομη πηγή αξίας. Μια πίστη που έρχεται από πολύ παλιά: «Για τους αγοραίους οικονομολόγους, που επιχειρούν να εμφανίσουν το κεφάλαιο σαν ανεξάρτητη πηγή αξίας και δημιουργίας αξίας, η μορφή αυτή είναι προφανώς ένα κελεπούρι, καθώς συσκοτίζει την προέλευση του κέρδους και χαρίζει στο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής –καθώς το διαχωρίζει από την ίδια τη διαδικασία– μια ανεξάρτητη ύπαρξη» (Κεφάλαιο, βιβλίο ΙΙ, κεφ. 24).

Ανεργία και εφεδρικός εργατικός στρατός

theoria2

Αυτός ο τύπος ψευδαίσθησης είναι δυνατός όταν η ανάλυσή μας βασίζεται στην «προσθετική» θεωρία της αξίας, όπου το εθνικό εισόδημα οικοδομείται ως άθροισμα των εισοδημάτων, των διαφόρων «παραγόντων της παραγωγής». Η μαρξιστική θεωρία, αντίθετα, είναι «αφαιρετική»: οι ειδικότερες μορφές κέρδους (τόκοι, μερίσματα, πρόσοδοι κ.λπ.) αποτελούν τμήματα μιας συνολικής υπεραξίας, της οποίας ο συνολικός όγκος είναι προκαθορισμένος. Δεν γίνεται «να πλουτίζεις την ώρα που κοιμάσαι», παρά μόνο αν παίρνεις μερίδιο από αυτή τη συνολική υπεραξία. Και αυτός ο μηχανισμός απόσπασης μεριδίου έχει όρια: τα όρια της εκμετάλλευσης, που αποτελεί την πραγματική βάση του Χρηματιστηρίου. Η κρίση, λοιπόν, αποτελεί σημάδι της επιστροφής στην πραγματικότητα, μια υπενθύμιση αυτού του αυστηρού νόμου της αξίας.
Εδώ και τέσσερις δεκαετίες, ο σύγχρονος καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από την επίμονη μαζική ανεργία και την εξάπλωση της προσωρινής εργασίας. Ένας από τους τρόπους εξήγησης αυτής της κατάστασης είναι η επίκληση ενός ποσοστού ανεργίας, το οποίο θεωρείται σημείο ισορροπίας και χαρακτηρίζεται μάλιστα «φυσικό». Όμως αυτό «το ποσοστό ανεργίας που δεν ανεβάζει τον πληθωρισμό», είναι επίσης το ποσοστό που δεν ρίχνει τα επίπεδα του κέρδους. Έτσι, ανακαλύπτουμε ξανά την έννοια του «εφεδρικού βιομηχανικού στρατού», για τον οποίο μιλούσε ο Μαρξ: «Οι διαφορετικές αναλογίες σύμφωνα με τις οποίες η εργατική τάξη αποσυντίθεται σε ενεργό και εφεδρικό στρατό, η αύξηση ή η μείωση του σχετικού υπερπληθυσμού, ο βαθμός “στράτευσης” ή “αποστρατείας” της, με μια λέξη οι κινήσεις επέκτασης ή συστολής που αντιστοιχούν στη διαδρομή του βιομηχανικού κύκλου, αποτελούν τα στοιχεία που προσδιορίζουν αποκλειστικά αυτές τις μεταβολές» (Κεφάλαιο, βιβλίο Ι, κεφ. 25).
Βλέπουμε εδώ μια αρκετά πιστή περιγραφή των κανόνων λειτουργίας ενός καπιταλισμού που αποσκοπεί στην αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης μέσω της διατήρησης σε υψηλά επίπεδα του ποσοστού ανεργίας και συνεπώς συμπίεσης των μισθών με την αποσύνδεσή τους από την πορεία ανόδου της παραγωγικότητας.

Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός

Το νήμα που διατρέχει την ανάλυση του Μαρξ είναι η διαπίστωση ότι « βάση [του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής] αποτελεί η ίδια η παγκόσμια αγορά» (Κεφάλαιο, βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. 20). Αυτή η αντίληψη προεκτάθηκε από τους θεωρητικούς του ιμπεριαλισμού, οι οποίοι έδειξαν ότι η παγκόσμια οικονομία έπρεπε να θεωρείται ως ένα σύνολο δομημένο με ασύμμετρο τρόπο. Σήμερα η παγκοσμιοποίηση χαρακτηρίζεται από νέους μηχανισμούς, αλλά το ουσιώδες είναι η ολοκληρωτική ελευθερία των κεφαλαίων.
Ένας ιδιοκτήτης επιχείρησης, ο Πέρσι Μπάρνεβικ, πρόεδρος τότε του ελβετικο-σουηδικού ομίλου ΑΒΒ, όριζε το 2001 την παγκοσμιοποίηση ως «ελευθερία για τον όμιλό μου να επενδύει όπου και όταν θέλει, να παράγει ό,τι θέλει, να αγοράζει και να πουλάει όπου θέλει και να υφίσταται τους ελάχιστους περιορισμούς από την πλευρά του εργατικού δικαίου και της κοινωνικής νομοθεσίας». Είναι αυτό ακριβώς που έβλεπε ο Μαρξ: «Οι πάγιοι νόμοι της καπιταλιστικής παραγωγής καταλήγουν να εμπλέκουν όλους τους λαούς στο δίκτυο της παγκόσμιας αγοράς» (Κεφάλαιο, βιβλίο Ι, κεφ. 32).

Η νέα εμπορευματοποίηση

theoria3

Μία από τις πιο εντυπωσιακές τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού είναι η τάση μετατροπής σε εμπόρευμα όσων αγαθών δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι εμπόρευμα. Και πρώτα απ΄ όλα των δημόσιων υπηρεσιών και των κοινωνιών υπηρεσιών. Αλλά είναι κυρίως η εργατική δύναμη η ίδια που ο σύγχρονος καπιταλισμός θέλει να φέρει σε τέτοια κατάσταση, ώστε να αποτελεί καθαρό εμπόρευμα. Ο στόχος των «μεταρρυθμίσεων» της αγοράς εργασίας είναι να φτάσουμε στο σημείο να πληρώνεται ο εργαζόμενος μόνο όταν παράγει αξία. Αυτό σημαίνει ότι μειώνονται στο ελάχιστο τα στοιχεία που συνθέτουν τον κοινωνικό μισθό, ότι μετατρέπονται ξανά σε εμπόρευμα οι συντάξεις και η περίθαλψη και εξαφανίζεται η ίδια η έννοια της νόμιμης διάρκειας της εργασίας.
Το σχέδιο αυτό αρνείται την κοινωνική πρόοδο, που περνάει μέσα από την απο-εμπορευματοποίηση της εργασίας. Για τον Μαρξ η επέκταση του  ελεύθερου χρόνου, που την καθιστά εφικτή η πρόοδος στο πεδίο της παραγωγικότητας, είναι ο μοχλός που επιτρέπει στην εργασία να μην είναι πια ένα εμπόρευμα και στην αριθμητική των κοινωνικών αγαθών να αντικαταστήσει τη λογική του κέρδους. Είναι ακριβώς η προοπτική που σκιαγραφεί ο Μαρξ στο τέλος του Κεφαλαίου.

Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις

Για να μπορέσει να λειτουργήσει με σχετικά αρμονικό τρόπο, ο καπιταλισμός έχει ανάγκη από ένα επαρκές ποσοστό κέρδους και από διεξόδους. Όμως, χρειάζεται και μια συμπληρωματική προϋπόθεση, που αφορά τη μορφή των διεξόδων: πρέπει να αντιστοιχούν σε τομείς που μπορούν, χάρη στην αυξημένη παραγωγικότητα, να υποστηρίξουν μια οικονομική μεγέθυνση με ένα διατηρήσιμο ποσοστό κέρδους. Από την άποψη αυτή, μπορούμε να αναλύσουμε το πέρασμα του καπιταλισμού από τη φάση  του «φορντισμού» στη «νεοφιλελεύθερη» φάση του, που χαρακτηρίζεται κυρίως από το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους αποκαθίσταται, αλλά ούτε το ποσοστό συσσώρευσης ούτε η παραγωγικότητα το ακολουθούν.
Το λίμνασμα του σύγχρονου καπιταλισμού σε μια υφεσιακή φάση προκύπτει από το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στο μετασχηματισμό των κοινωνικών αναγκών και τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός τις αναγνωρίζει και τις ικανοποιεί. Αλλά αυτό συνεπάγεται ότι το ιδιαίτερο προφίλ της παρούσας φάσης κινητοποιεί, αναμφίβολα για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, τα στοιχεία μιας συστημικής κρίσης.
Η ανάλυση αυτή μας παραπέμπει στο πιο βασικό επίπεδο της μαρξικής κριτικής. Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι ένα άδικο (εκμετάλλευση) και ασταθές (κρίσεις) σύστημα. Αλλά, μετά από ένα σημείο, γίνεται επίσης ένα σύστημα που εμφανίζεται σαν ανορθολογικό, ακριβώς εξαιτίας των επιτυχιών του, που του επέτρεψαν να είναι αποτελεσματικό.

Η δυνατότητα μιας άλλης οικονομικής λογικής

Η μαρξική προσέγγιση της μακροχρόνιας δυναμικής του κεφαλαίου θα μπορούσε τελικά να συνοψιστεί ως εξής: η κρίση είναι βέβαιο ότι θα έρθει, όχι όμως και η καταστροφή. Η κρίση είναι βέβαιη, με την έννοια ότι  όλες οι ρυθμίσεις που επινοεί ο καπιταλισμός, ή που του επιβάλλονται, δεν μπορούν να εξαλείψουν με μόνιμο τρόπο τον ασταθή και αντιφατικό χαρακτήρα της λειτουργίας του. Όμως οι περιοδικές κρίσεις που σημαδεύουν την ιστορία του, δεν συνεπάγονται κατά κανένα τρόπο ότι ο καπιταλισμός οδηγείται αναπόφευκτα στην τελική κατάρρευσή του. Σε κάθε μία από αυτές τις «μεγάλες κρίσεις» η επιλογή είναι ανοικτή: είτε θα ανατραπεί ο καπιταλισμός, είτε θα αναγεννηθεί με μορφές λιγότερο ή περισσότερο βίαιες (πόλεμοι, φασισμός) και λιγότερο ή περισσότερο οπισθοδρομικές (νεοφιλελευθερισμός).
Βρίσκουμε, λοιπόν, στο έργο του Μαρξ χρήσιμα εργαλεία για την ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού. Ωστόσο, η πραγματική ιδιαιτερότητα της μαρξικής προσέγγισης βρίσκεται αναμφίβολα στην κριτική του στην πολιτική οικονομία (αυτός άλλωστε είναι ο υπότιτλος του Κεφαλαίου), που αξιώνει τη δυνατότητα μιας άλλης οικονομικής λογικής: η ανθρωπότητα οφείλει να αποβλέπει στη (συλλογική) μεγιστοποίηση της ευημερίας, αντί να κυνηγάει την (ιδιωτική) μεγιστοποίηση του κέρδους.
Ο καπιταλισμός είναι ένα συμπαγές σύστημα που τα θεμελιώδη στοιχεία του δεν μεταβάλλονται (πέρα τις συγκεκριμένες μορφές που παίρνουν). Είναι, συνεπώς, δύσκολο να μεταρρυθμιστεί, πολύ περισσότερο που σήμερα τείνει να ανασυστήσει τους όρους μιας «καθαρής» λειτουργίας, που αντιπαρατίθεται μετωπικά προς την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών και τη διαχείριση των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Είναι, λοιπόν, υπαρκτό το ζήτημα της ριζικής αμφισβήτησης αυτού του τρόπου λειτουργίας.