Μπροστά στην κάλπη

Τελευταίες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές παρατηρούμε μια εξέλιξη, που με μια επιπόλαιη ματιά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θέατρο του παραλόγου. Η ΝΔ, που ως χθες χαρακτήριζε την κυβέρνηση ως τη χειρότερη που πέρασε, προχωρεί με τον πιο επίσημο τρόπο, διά στόματος του προέδρου της, στην αναγνώριση της βελτίωσης της κατάστασης που έχει σημειωθεί με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Πιο χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη δήλωση του κ. Μητσοτάκη: «Δεν έχω το δικαίωμα να πω παρέλαβα καμένη γη». Δήλωση που την ακολούθησε και η επεξήγηση ότι όχι μόνο τα μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης που ψήφισε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και οι δικές του εξαγγελίες «χωράνε στο υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο». Αν η εικόνα συμπληρωθεί και με τη δήλωση ότι «δεν κόβονται τα επιδόματα, παραμένουν στο επίπεδο που είναι σήμερα» και ότι ακόμα και η επονομαζόμενη 13η σύνταξη θα διατηρηθεί, τότε, για να εξηγηθεί αυτή η στάση, δεν αρκεί η αναφορά στην εμφανή αλλαγή τακτικής της ΝΔ ( ήπια αντιπαράθεση, χωρίς τονισμό των ως χθες αντιρρήσεών της για τα «λαϊκιστικά μέτρα» ), προκειμένου να διευκολύνει τη μετακίνηση ψηφοφόρων προς την πλευρά της και να καλύψει όσο μπορεί άλλα, νεοφιλελεύθερα στοιχεία του προγράμματός της.

Ποιος δρέπει τους καρπούς;

Στη ΝΔ φαίνεται ότι έχουν αντιληφθεί κάτι που χρειάζεται να αξιολογηθεί και από τον ΣΥΡΙΖΑ στην ανάλυσή του για τη συγκεκριμένη πολιτική πραγματικότητα: ένα στοιχείο που σε σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος λειτούργησε σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποκλείεται να είναι η επιτυχημένη προσπάθεια επαναφοράς της οικονομίας, των δημοσιονομικών και της κοινωνικής πολιτικής σε ένα πλαίσιο αρκετά ελαστικότερο, ώστε να επιτρέπει τη διεκδίκηση μιας καλύτερης μερίδας στη διανομή του παραγόμενου προϊόντος. Φαίνεται παράδοξο, ίσως, αλλά δεν δρέπει απαραίτητα τους καρπούς μιας πολιτικής, αυτός που φρόντισε για την καρποφορία.
Δεν πρόκειται για μια απολογητική της κυβερνητικής πολιτικής, για μια προσπάθεια υποβάθμισης λαθών, ανεπαρκειών και αστοχιών, αλλά για μια απόπειρα ερμηνείας της συμπεριφοράς ενός σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος. Το τμήμα αυτό δεν αποκλείεται να επέλεξε συνειδητά τον ΣΥΡΙΖΑ για την περίοδο μέχρι το τέλος του προγράμματος προσαρμογής, ελπίζοντας και πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να δώσει με καλύτερα αποτελέσματα τη μάχη της εξόδου. Όμως, είτε δεν ικανοποιήθηκε σ’ ένα βαθμό από την κυβερνητική πολιτική, είτε, το πιθανότερο, θεώρησε πως η «επιστροφή στην κανονικότητα» – όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας με βάση τη θέση του στην κοινωνική δομή – μπορεί να υπηρετηθεί καλύτερα από ένα «κανονικό» κόμμα. Δηλαδή, ένα κόμμα που μπορεί, όπως η ΝΔ, να «τιμωρήθηκε» στην περίοδο αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος και ανόδου νέων πολιτικών υποκειμένων, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντιμετωπίζεται διαφορετικά τώρα, σε μια περίοδο που το προϋπάρχον πολιτικό σύστημα επιχειρεί την ανασύνταξή του.

Αποτελεσματικοί φραγμοί

 

Αν χρειάζεται να κάνει κάποιος κριτική στα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ στο πεδίο αυτό, δεν είναι τόσο γιατί δεν έκανε ως κυβέρνηση όσα απαιτούσε η κρίσιμη περίσταση, αλλά γιατί δεν μπόρεσε, από μια ευνοϊκή θέση που βρέθηκε, να συμβάλει και ως κόμμα στη μετατροπή της αμφισβήτησης του πολιτικού συστήματος σε μια σταθερή διαδικασία και απαίτηση αναδιάταξής του προς όφελος της αριστεράς και των σύμμαχων δυνάμεων.
Κάτι τέτοιο, εκτός άλλων, θα απαιτούσε και μια επεξεργασμένη και με επιμονή εφαρμοζόμενη στρατηγική πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών. Οσο δύσκολη κι αν φαίνεται μια τέτοια προοπτική, άλλο τόσο απαραίτητη είναι. Και, οπωσδήποτε, δεν περιορίζεται σε κάποιες κινήσεις πιθανότατα σε σωστή κατεύθυνση, αλλά χωρίς στρατηγικό βάθος και καλλιέργεια της κατάλληλης κουλτούρας. Γιατί είναι τόσο απαραίτητη; Διότι διαμορφώνει τις κατάλληλες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ώστε αμφιταλαντευόμενες λόγω της κοινωνικής θέσης τους μερίδες του εκλογικού σώματος να αποτρέπονται από τη σύγκλιση με τη δεξιά, να αποσπώνται από την επιρροή της και από την επιρροή του μύθου ότι η δεξιά είναι αυτή που νοιάζεται για την τύχη τους. Ισχυρισμός που ποτέ δεν επαληθεύτηκε διεθνώς, στο παρελθόν αλλά και πολύ πρόσφατα. Αυτές ακριβώς οι αμφιταλαντευόμενες μερίδες ήταν που δέχτηκαν και στη χώρα μας σοβαρότατα πλήγματα από τις εφαρμοσμένες νεοφιλελεύθερες ιδέες εκείνων που παρουσιάζονται σήμερα σαν σωτήρες τους. Τώρα γίνεται πιο κατανοητή η επιμονή αυτής της εφημερίδας να τονίζεται το προγραμματικό στοιχείο στο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ, το σχέδιό του για την επόμενη τετραετία: για να γίνει σαφέστατη η διαφορά του με το σχέδιο της ΝΔ και για τονιστεί η σχέση συνέχειας και συνάφειας που έχει αυτό με την πολιτική που μας έβγαλε από την επιτροπεία – και, αντίστοιχα, η σχέση αντίθεσης που έχει με την πολιτική που θεωρούσε σωτήρια τα μνημόνια και τώρα τα νοσταλγεί (βλέπε ισχυρισμούς Στουρνάρα και Παπαδημητρίου).

Κρίσιμο στοιχείο η συνέχεια

Μα είναι ώρα τώρα για τέτοιες συζητήσεις; Ποτέ δεν είναι άκαιρη η προσπάθεια να δούμε λίγο πιο βαθιά από την επιφάνεια, να ενισχύσουμε την επιχειρηματολογία μας και την πειστικότητά της, ακόμη και την τελευταία ώρα πριν την κάλπη. Για την περίσταση αυτή δεν θα μπορούσα να βρω πιο εύστοχο και συνεκτικό κείμενο υπέρ της ενίσχυσης της προοπτικής που άνοιξε το 2015 και κατά της οπισθοδρόμησης, από αυτό το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Βαλντέν ( «Η αριστερά στην κυβέρνηση», Θεμέλιο):
«Στις δύσκολες αυτές συνθήκες έχει σημασία αν τη χώρα θα συνεχίσουν να την κυβερνούν δυνάμεις με κοινωνική ευαισθησία, που αναζητούν τα περιθώρια για άσκηση μιας πολιτικής υπέρ των εργαζομένων και συμπαρατάσσονται διεθνώς με όσους αγωνίζονται για την ήττα του νεοφιλελευθερισμού, ή θα έχουμε παλινόρθωση των δυνάμεων που μας έφεραν στην κατάρρευση, συμμερίζονται στην ουσία τη φιλοσοφία των δανειστών και αποτελούν ενεργό συνιστώσα όσων παλεύουν λυσσαλέα για τη συνέχιση των σημερινών πολιτικών στην Ευρώπη.
Αλλά και πέρα από την οικονομία, το δίλημμα είναι αν η χώρα θα παραμείνει στο δρόμο της αριστεράς και του αντιεθνικισμού σε τομείς όπως το μακεδονικό, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το προσφυγικό, ή θα κυβερνηθεί και πάλι από μια παράταξη που ενσωματώνει όλο και περισσότερο σκληρά δεξιά, αυταρχικά ή ακροδεξιά στοιχεία, έχει καταστήσει τον εθνικισμό αιχμή της πάλης της για την εξουσία και εμπνέεται από έναν εμπαθή ρεβανσισμό.»
Εσύ αποφασίζεις.

Χ. Γεωργούλας