Να υ­πε­ρα­σπι­στού­με την υ­φ’ ό­ρον α­πο­φυ­λά­κι­ση

papastergiou

Του Βα­σί­λη Πα­πα­στερ­γίου

Το πε­ρι­στα­τι­κό της λη­στείας στο Φά­λη­ρο, που έ­γι­νε ευ­ρύ­τε­ρα γνω­στή λό­γω της α­στείας λε­πτο­μέ­ρειας της πρό­σκαι­ρης δια­φυ­γής του ε­νός λη­στή στη ντου­λά­πα του δια­με­ρί­σμα­τος, ε­πα­νέ­φε­ρε στη δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση το ζή­τη­μα των ευερ­γε­τι­κών ρυθ­μί­σεων του νό­μου 4322/2015 και ι­δίως τις ρυθ­μί­σεις του για την υ­φ’ ό­ρον α­πό­λυ­ση κρα­του­μέ­νων. Η δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση γί­νε­ται με τους λαϊκι­στι­κούς ό­ρους που δια­μορ­φώ­νει κυ­ρίαρ­χα το πο­λύ­πλευ­ρο φά­σμα της ελ­λη­νι­κής (α­κρο)δε­ξιάς, που συ­ντί­θε­ται α­πό πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, μέ­σα μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης (κυ­ρίως τη­λε­ο­πτι­κούς σταθ­μούς), «α­νε­ξάρ­τη­τες» προ­σω­πι­κό­τη­τες κλπ.
Θεω­ρώ αυ­το­νό­η­το πως ό­λοι κα­τα­νοού­με ό­τι τα ζη­τή­μα­τα της ποι­νι­κής κα­τα­στο­λής και της κρά­τη­σης εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κά και ε­πο­μέ­νως εί­ναι κα­λό ο δη­μό­σιος διά­λο­γος να διε­ξά­γε­ται με στοι­χειώ­δη γνώ­ση των πραγ­μα­τι­κών και νο­μι­κών δια­στά­σεων του ζη­τή­μα­τος και προ­σπα­θώ­ντας να α­πο­φύ­γου­με τον πει­ρα­σμό να υ­πά­γου­με τα πά­ντα στην μι­κρο­πο­λι­τι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση. Από την άλ­λη, δεν μπο­ρού­με πα­ρά να δεχ­θού­με ό­τι — ά­σχε­τα α­πό την κα­λή ή κα­κή προ­αί­ρε­ση των α­σκού­ντων κρι­τι­κή— οι α­νη­συ­χίες της κοι­νής γνώ­μης για την ε­γκλη­μα­τι­κό­τη­τα και τα πο­σο­στά υ­πο­τρο­πής δεν πρέ­πει να α­πα­ξιώ­νο­νται κα­θώς εί­ναι σε έ­να βαθ­μό εύ­λο­γες.

Ορθή διά­τα­ξη

Η ε­πί­μα­χη διά­τα­ξη προ­βλέ­πει τη δυ­να­τό­τη­τα υ­φ’ ό­ρον α­πό­λυ­σης κρα­του­μέ­νου με διά­τα­ξη του αρ­μό­διου ει­σαγ­γε­λέα ως ε­ξής: ό­ταν έ­χει συ­μπλη­ρω­θεί το 1/10 της ε­πι­βλη­θεί­σας ποι­νής για ποι­νές έως τρία έ­τη, το 1/5 για ποι­νές έως πέ­ντε χρό­νια, τα 2/5 για ποι­νές έως 10 έ­τη και το 1/3 της πραγ­μα­τι­κής έ­κτι­σης για ποι­νές ά­νω των 10 χρό­νων.
Ισχύει, δε, προ­σω­ρι­νά (αρ­χι­κά θε­σπί­στη­κε για έ­να έ­τος, αλ­λά ή­δη η ι­σχύς της πα­ρα­τά­θη­κε) α­ντί της πά­γιας διά­τα­ξης που προ­βλέ­πει την α­πο­φυ­λά­κι­ση του κρα­τού­με­νου με την συ­μπλή­ρω­ση των 3/5 της ποι­νής για κα­κουρ­γή­μα­τα και των 2/5 για πλημ­με­λή­μα­τα.
Δια­πι­στώ­νου­με ε­πο­μέ­νως ό­τι η (ευ­με­νής για τον κρα­τού­με­νο) α­πό­κλι­ση α­πό την πά­για ρύθ­μι­ση εί­ναι μεν ση­μα­ντι­κή —και αυ­τό εί­ναι θε­τι­κό— αλ­λά ό­χι τό­σο δρα­μα­τι­κή, ώ­στε να δι­καιο­λο­γού­νται ό­σα ε­ξω­φρε­νι­κά λέ­γο­νται τις τε­λευ­ταίες η­μέ­ρες. Με την ε­φαρ­μο­γή των ε­πί­μα­χων δια­τά­ξεων, ο πλη­θυ­σμός των φυ­λα­κών μειώ­θη­κε κα­τά πε­ρί­που 2000 κρα­τού­με­νους (α­πό 11700 σε 9600 πε­ρί­που) με τη μείω­ση να α­φο­ρά κα­τά το ή­μι­συ σε κρα­τού­με­νους για πα­ρα­βά­σεις του νό­μου πε­ρί ναρ­κω­τι­κών. Κρί­νο­ντας συ­νο­λι­κά, νο­μί­ζω ό­τι πρό­κει­ται για ορ­θή ρύθ­μι­ση, δια­τη­ρώ­ντας την ε­κτί­μη­ση ό­τι θα μπο­ρού­σε να προ­βλέ­πε­ται ε­ξαί­ρε­ση α­πό αυ­τή για τα ε­γκλή­μα­τα βίας (αν­θρω­πο­κτο­νίες, λη­στείες, βια­σμοί κλπ) ή για κά­ποια α­πό αυ­τά.
Το ζή­τη­μα έ­χει σί­γου­ρα πολ­λές πα­ρα­μέ­τρους εκ των ο­ποίων στη δη­μό­σια συ­ζή­τη­ση πολ­λές υ­περ­το­νί­ζο­νται και κά­ποιες α­πο­σιω­πού­νται.
Μέ­ρος του προ­βλή­μα­τος α­πο­τε­λούν οι ι­διαί­τε­ρα βα­ριές ποι­νές που προ­βλέ­πουν οι ελ­λη­νι­κοί ποι­νι­κοί νό­μοι. Οι —πράγ­μα­τι ε­πιει­κείς— δια­τά­ξεις για την υ­φ’ ό­ρον α­πό­λυ­ση ε­πι­χει­ρούν ε­πο­μέ­νως να με­τριά­σουν τις συ­νέ­πειες αυ­τού του πλη­θω­ρι­σμού ε­τών κά­θειρ­ξης και φυ­λά­κι­σης του ποι­νι­κού νο­μο­θέ­τη. Δια­φο­ρε­τι­κά, ας εί­μα­στε βέ­βαιοι ό­τι ο πλη­θυ­σμός των φυ­λα­κών θα ή­ταν τε­ρά­στιος, πολ­λα­πλά­σιος του ση­με­ρι­νού. Δεν νο­μί­ζω ό­τι υ­πάρ­χει σώ­φρων άν­θρω­πος που θα υ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν μια τέ­τοια ε­ξέ­λι­ξη.
Μέ­ρος του προ­βλή­μα­τος —που α­πο­σιω­πά­ται— εί­ναι και το γε­γο­νός ό­τι η σχε­τι­κή πλειο­ψη­φία των κρα­του­μέ­νων των ελ­λη­νι­κών φυ­λα­κών πα­ρα­μέ­νουν (πα­ρά την μείω­ση που πε­ρι­γρά­φη­κε πιο πά­νω) οι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι για πα­ρα­βά­σεις του νό­μου πε­ρί ναρ­κω­τι­κών, δη­λα­δή —στη με­γά­λη τους πλειο­ψη­φία— μι­κρο­δια­κι­νη­τές. Η α­πό­λυ­τη, δε, πλειο­ψη­φία των κρα­του­μέ­νων των ελ­λη­νι­κών φυ­λα­κών εί­ναι συ­μπο­λί­τες μας που δεν έ­χουν δια­πρά­ξει κά­ποια α­δί­κη­μα που σχε­τί­ζε­ται με τη χρή­ση βίας (δη­λα­δή πα­ρα­βά­τες του νό­μου πε­ρί ναρ­κω­τι­κών, δια­κι­νη­τές με­τα­να­στών χω­ρίς χαρ­τιά, κρι­θέ­ντες έ­νο­χοι για δια­κε­κρι­μέ­νες κλο­πές κλπ). Απο­σιω­πά­ται ε­πί­σης, στο δη­μό­σιο διά­λο­γο το γε­γο­νός ό­τι τα ε­γκλή­μα­τα βίας δεν πα­ρου­σιά­ζουν κά­ποια αύ­ξη­ση τα τε­λευ­ταία χρό­νια, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι η ό­ξυν­ση της κρί­σης ί­σως θα ευ­νοού­σε κά­τι τέ­τοιο.

Αδιέξοδη η σκλήρυνση

Απέ­να­ντι στις ε­πι­ση­μάν­σεις αυ­τές, η πλευ­ρά που ε­παγ­γέλ­λε­ται την αυ­ταρ­χι­κή σκλή­ρυν­ση, εκ­με­ταλ­λεύε­ται με­μο­νω­μέ­να πε­ρι­στα­τι­κά και δια­τυ­πώ­νει την α­πλή και σα­φή προ­τρο­πή: αυ­ξή­στε τις ποι­νές, χτί­στε κι άλ­λες φυ­λα­κές! Εί­δα­με, δυ­στυ­χώς, αυ­τή τη γνώ­μη να δια­τυ­πώ­νε­ται στα δελ­τία της υ­ψη­λής τη­λε­θέ­α­σης α­πό δι­κη­γό­ρο, μέ­λος του ΔΣ του ΔΣΑ και ε­πί­δο­ξο πρό­ε­δρο του ΔΣΑ προ­ερ­χό­με­νο α­πό το χώ­ρο του λε­γό­με­νου «α­κραίου κέ­ντρου». Η α­πά­ντη­ση αυ­τή συ­χνά κερ­δί­ζει τις αρ­χι­κές ε­ντυ­πώ­σεις εκ­με­ταλ­λευό­με­νη και το αί­σθη­μα του γε­νι­κευ­μέ­νου φό­βου με τη σα­φή­νεια και την α­πλό­τη­τά της. Όμως, σε κά­θε δεύ­τε­ρη α­νά­γνω­ση α­πο­δει­κνύε­ται ά­στο­χη και α­διέ­ξο­δη και εί­ναι θε­τι­κό ό­τι και η ση­με­ρι­νή η­γε­σία του υ­πουρ­γείου Δι­καιο­σύ­νης δεν εν­δί­δει σε αυ­τές τις κραυ­γές.
Πό­σες νέες φυ­λα­κές ά­ρα­γε πρέ­πει να χτι­στού­ν; Πό­σο ε­πι­τυ­χη­μέ­νο μπο­ρεί να κρι­θεί το πα­ρά­δειγ­μα της ελ­λη­νι­κής φυ­λα­κής (με τις γνω­στές συν­θή­κες που ε­πι­κρα­τούν ε­κεί) α­πό την ά­πο­ψη του σω­φρο­νι­σμού, της ε­πα­νέ­ντα­ξης και της μη υ­πο­τρο­πής; Θα έ­κα­νε την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία α­σφα­λέ­στε­ρη έ­νας πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρος α­ριθ­μός κρα­του­μέ­νω­ν;
Από την άλ­λη πλευ­ρά, θα ξε­κι­νή­σει κά­πο­τε η συ­ζή­τη­ση στα σο­βα­ρά για τις ε­ναλ­λα­κτι­κές της κρά­τη­σης ποι­νές; Θα υ­πάρ­ξει μια σο­βα­ρή συ­ζή­τη­ση για τους ό­ρους της κοι­νω­νι­κής ε­πα­νέ­ντα­ξης των κρα­του­μέ­νων προ­κει­μέ­νου να μειω­θούν τα πο­σο­στά υ­πο­τρο­πής;
Πέ­ρα α­πό τις κραυ­γές και τον η­θι­κό πα­νι­κό, αυ­τή εί­ναι η κρί­σι­μη συ­ζή­τη­ση. Η (α­κρο)δε­ξιά ξέ­ρει να θέ­τει τα ζη­τή­μα­τα που την α­φο­ρούν και να κυ­ριαρ­χεί στο δη­μό­σιο διά­λο­γο, πράγ­μα που έ­χει πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες και α­πο­τε­λέ­σμα­τα. Το ζή­τη­μα εί­ναι, λοι­πόν, πώς δια­μορ­φώ­νει και προω­θεί τις α­πό­ψεις της η άλ­λη πλευ­ρά, η πλευ­ρά της αλ­λη­λεγ­γύης και των δι­καιω­μά­των του αν­θρώ­που. Και ε­δώ υ­πάρ­χει πολ­λή δου­λειά α­κό­μα να γί­νει.

Ο Βα­σί­λης Πα­πα­στερ­γίου εί­ναι δι­κη­γό­ρος Αθη­νών.