Να υπερασπιστούμε το άρθρο 82 Α ΠΚ

Ένα σχόλιο για την εξαγγελθείσα τροποποίηση του άρθρου 137 Α του Ποινικού Κώδικα για τα βασανιστήρια

Το 2015, στην επίσημη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Ελλάδα, μεταξύ των άλλων καταγραφόταν ο δισταγμός των θυμάτων ρατσιστικής βίας να προχωρήσουν σε καταγγελία των περιστατικών εξαιτίας της απροθυμίας των διωκτικών αρχών να ερευνήσουν τις σχετικές υποθέσεις, ενώ ταυτόχρονα η παρενόχληση από μέρους της Αστυνομίας ατόμων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά όπως διεμφυλικών χαρακτηριζόταν ως «συνηθισμένο φαινόμενο»¹.
Αν και ο ρυθμός ανάπτυξης και διάδοσης των εξτρεμιστικών ρατσιστικών συμπεριφορών που γνωρίσαμε τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης φαίνεται να έχει υποχωρήσει, και αυτό οφείλεται κυρίως στην πρόοδο της δίκης της Χρυσής Αυγής, ωστόσο η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να οδηγήσει την Πολιτεία να παραιτηθεί από την προσπάθεια να εφιστά διαρκώς την προσοχή της αστυνομίας και των φορέων απονομής δικαιοσύνης στη διερεύνηση του ρατσιστικού χαρακτήρα του εγκλήματος που καταγγέλλεται².
Το ρατσιστικό έγκλημα προβλέφθηκε για πρώτη φορά στη χώρα το 2014 με το ν. 4285, που προσέθεσε το άρθρο 81 Α, στον Ποινικό Κώδικα. Στη συνέχεια ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε πριν τέσσερα χρόνια με το ν. 4356/2015 να τροποποιήσει το άρθρο αυτό, (από 1.7.2019 έχει αναριθμηθεί ως 82 Α με το νέο Ποινικό Κώδικα), και όχι μόνο να δημιουργήσει διακεκριμένη μορφή για οποιοδήποτε έγκλημα φέρει ρατσιστικά χαρακτηριστικά αλλά και να αποδεσμεύσει την ποινικοποίηση για αυτό από το υποκειμενικό στοιχείο του μίσους που έπρεπε να συνοδεύει την αρχική μορφή του άρθρου. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου ο στόχος ήταν να μην υπάγονται στη διάταξη αποκλειστικά οι δράστες που ενεργούν µε κίνητρο το µίσος, αλλά και όταν µε οποιοδήποτε άλλο κίνητρο επιλέγουν το θύμα εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, είτε επειδή το θεωρούν κοινωνικά ευάλωτο, είτε επειδή από προκατάληψη θεωρούν ότι φέρει κάποιες ιδιαίτερες ιδιότητες. Επειδή λοιπόν η συνδρομή της έννοιας τους μίσους, που παρέπεμπε στην ψυχική διάθεση του δράστη, είχε τέτοιες αποδεικτικές δυσχέρειες ώστε να χρεώνεται τη σπάνια εφαρμογή της διάταξης, επιλέχθηκε η απάλειψη του με σκοπό να ενισχυθεί η τιμωρία του ρατσιστικού εγκλήματος, σύμφωνα και με τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας.
Πρόσφατα στο αναρτημένο σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο νόμου με τίτλο «Τροποποιήσεις Ποινικού Κώδικα, Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις» προβλέφθηκε με προσθήκη στο άρθρο για την απαγόρευση των βασανιστηρίων (137 Α ΠΚ) διάταξης, με την οποία τυποποιείται σε αυτοτελές έγκλημα η διακεκριμένη μορφή βασανισμού όταν συντρέχουν ρατσιστικά χαρακτηριστικά, ένα έγκλημα που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουν «ρατσιστικό βασανιστήριο». Η αρχική ευφορία από την εξαγγελθείσα διάταξη χάθηκε μετά από την προσεκτικότερη ανάγνωσή της. Αναλυτικότερα με την πρώτη παράγραφο της εξαγγελθείσας τροποποίησης τιμωρείται ο υπάλληλος που βασανίζει με σκοπό α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, β) να το τιμωρήσει ή γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα. Με τη δεύτερη όμως παράγραφο του ως άνω άρθρου τιμωρούνται με την ίδια ποινή, τα βασανιστήρια, που τελούνται από τα παραπάνω πρόσωπα ακόμη και χωρίς τον αναφερόμενο στη διάταξη σκοπό, εφόσον η επιλογή του παθόντος γίνεται λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται το άρθρο 82 Α! Και ενώ η απουσία του σκοπού τυγχάνει ευμενούς υποδοχής, από την άποψη ότι απαλείφεται ένας ακόμα περιορισμός του αξιοποίνου, ωστόσο η κατάργηση της διακεκριμένης μορφής των βασανιστηρίων λόγω ρατσιστικών χαρακτηριστικών απαξιώνει μια κορυφαία επιλογή του νομοθέτη να τιμωρεί αυστηρότερα κάθε εγκληματική συμπεριφορά που υπαγορεύεται από την αρνητική προδιάθεση του δράστη απέναντι σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του θύματος³. Εξάλλου είναι γνωστό στους νομικούς της πράξης αλλά και από τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ότι η πλειονότητα των βασανισθέντων από αστυνομικούς π.χ. ανήκει σε κάποια ομάδα που θυματοποιείται ρατσιστικά είτε λόγω φυλετικής καταγωγής, Ρομά, αλλοδαποί, είτε λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού. Αυτό και μόνο το γεγονός καθιστά επιτακτική την αποδοκιμασία της ρατσιστικής συμπεριφοράς με την επιβολή επαυξημένων πλαισίων ποινής.
Το άρθρο 82 Α ΠΚ αποτελεί ένα ισχυρό νομικό εργαλείο καταστολής φαινομένων ρατσισμού και μισαλλοδοξίας με πολλαπλά πλεονεκτήματα στο πεδίο της νομικής αρωγής των θυμάτων και για αυτό πρέπει να το υπερασπιστούμε. Η πρόσφατη κατάργηση στον νέο ΠΚ του άρθρου 361Β, της απαγόρευσης δηλαδή της διακριτικής μεταχείρισης κατά τη συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφοράς υπηρεσιών (βλ. τρόφιμα μόνο για Έλληνες), ήδη συνιστά μια οπισθοδρόμηση στην προσπάθεια της πολιτείας να εμπεδώσει την ανεκτικότητα στις κοινωνικές σχέσεις …και να τεθεί απέναντι σε κάθε μορφή βίας ή μίσους που έχει ως βάση της και κίνητρό της το ρατσισμό ή κάποια μορφή διακρίσεως. Σε τελική ανάλυση, θεωρούμε ότι η αντιμετώπιση των περιστατικών βίας ή μίσους αναδεικνύει τον αγώνα για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων4.

Ματίνα Πούλου,
δικηγόρος – ΔΝ Νομικής,
πρώην μέλος Κεντρικού
Επιστημονικού Συμβουλίου Φυλακών

Σημειώσεις

1. Βλ. Μ. Καϊάφα – Γκμπάντι, «Η ποινική καταστολή της ρατσιστικής ρητορείας, των εγκλημάτων ρατσισμού και της ρατσιστικής διάκρισης: προς μια ουσιαστική προστασία της αξίας του ανθρώπου», Ποιν Δικ 2016 σελ. 102.
2. Στις 24.5.2006 εκδόθηκε εγκύκλιος – διάταξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας με αριθμ. 7100/4/3 με θέμα την αντιμετώπιση του ρατσισμού της ξενοφοβίας της μισαλλοδοξίας και της μη ανεκτικότητας κατά την αστυνομική δράση ζητώντας από τους αστυνομικούς να διερευνούν το ρατσιστικό κίνητρο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
3. Βλ. Γ. Βούλγαρης, «Τα εγκλήματα μίσους και η ποινική αντιμετώπιση τους στην Ελλάδα», ΠοινΔικ 2015, σελ. 277-278.
4. Επί λέξει Π. Αλικάκος, Πρωτοδίκης, «Το περιστατικό βίας ή μίσους ως αξιόποινη πράξη», ΠοινΔικ 2016 σελ. 41.