Νά’μαστε πάλι εδώ. Ξανακατασκευάζοντας τον ομοφυλόφιλο

 

Του Δημήτρη Παπανικολάου

 

Τον τελευταίο καιρό γίνεται ξανά στη χώρα μια καλή συζήτηση για τη διαφορά, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και μεταναστών, την ελληνική ιθαγένεια και τους αποκλεισμούς της, και την πολιτική δυναμική των κινημάτων ταυτότητας, μεταξύ των οποίων και των κινημάτων σεξουαλικής ταυτότητας και ταυτότητας φύλου. Η δυναμική αυτής της συζήτησης είναι ουσιαστική και ριζοσπαστική – είναι επίσης κομβική για την Αριστερά. Βρισκόμαστε επιτέλους στο σημείο να μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε με όρους δημόσιας σφαίρας ότι ο λόγος της διαφοράς δεν περιορίζει τα αιτήματα, δεν μιλάει για αποκλειστικές ταυτότητες. Τουναντίον, αναδεικνύει τη συμμετοχικότητα των ταυτοτήτων – το ότι, με άλλα λόγια, κανείς μας δεν έχει μια και αποκλειστική ταυτότητα, και καμιά ταυτότητα δεν είναι συμπαγής, πλην όμως μπορεί να είναι, την ίδια στιγμή, πλατφόρμα διεκδίκησης και αναστοχασμού σχετικά με την πολιτική παρέμβαση, την ιστορική συνειδητοποίηση και την κοινωνική συμμετοχή. Ο προβληματισμός για τη βιοπολιτική και τη θανατοπολιτική, τα αιτήματα ενάντια στον αποκλεισμό και τη διασπορά ηθικού πανικού, οι κινηματικές στρατηγικές που διαμορφώνουν την πολιτική θέση τους εξελικτικά και όχι προγραμματικά, η μάχη για αντιπροσωπευτική δημόσια σφαίρα, ανοιχτό πολιτισμικό αρχείο και ουσιαστική γενεαλόγηση των κοινωνικών κατακτήσεων και δικαιωμάτων, όλα τούτα που βρίσκονται πια στο κέντρο της αναγκαίας για τη χώρα προοδευτικής σκέψης, είναι συζητήσεις που προέκυψαν από τα κινήματα της διαφοράς και από αυτά συνεχίζουν να υποστηρίζονται.

Κι όμως, σέρνεται ακόμα μια βαθειά και καταστατική φοβία, στον τρόπο που περιγράφεται και αντιμετωπίζεται η διαφορά (κάθε διαφορά), ιδίως όταν φτάνουμε να συζητήσουμε το πώς αυτή προβάλλεται ως ταυτοτικό χαρακτηριστικό, και συζητείται ως πλαίσιο πολιτικής συνειδητοποίησης και κοινωνικής στρατηγικής. Για να πάρουμε μια ιστορία που γνωρίζω καλά: ο ομοφυλόφιλος, ακόμα και σήμερα, ακόμα και στην Αριστερά, συνεχίζει να αντιμετωπίζεται ως “περίεργο” (και, συχνά, από τις πολιτικές ελίτ, ως “πάρεργο”), ως ξένο σώμα, ως στοιχείο μονίμως και επιμόνως διάφωνο, αν όχι ύποπτο, ένα σύμπτωμα «της εποχής που οι ιδεολογικές συλλογικότητες έχουν αποδυναμωθεί». Ακόμα κι όταν είναι κοινωνικά και πολιτικά ενεργός, αυτό συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον, προς όφελος του “σκανδάλου” που είναι η ομοφυλοφιλία του και (κυρίως) του θράσους του να κάνει την ομοφυλοφιλία του αυτή παντιέρα. Ο ομοφυλόφιλος, όσο κι αν μιλάει δημόσια, δουλεύει ανοιχτά και αγωνίζεται συλλογικά, δεν παύει για μερικούς να είναι, ενδεχομένως, κρυφός και κρυφή, να έχει πάτρωνες και περίεργα δίκτυα που τον στηρίζουν, να είναι ξένο σώμα, επηρεασμένο από ξενόφερτες πρακτικές, να μην έχει ταξική (και «ιδεολογικά συλλογική») συνείδηση, να έχει περίεργες ατζέντες και… εξουσία που υπόπτως όλο και μεγαλώνει… Μπρρρρρρρρ…

Τούτη την βαμπιρική καρικατούρα ένας συνεπής αριστερός τη σήμερον ημέρα δεν θα τολμούσε να την εκφράσει δημοσίως, εντούτοις και γι αυτόν, τον συνεπή μέσο αριστερό, ο ομοφυλόφιλος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, “ενδιαφέρουσα περίπτωση”. Αλλά είναι, πάντως, περίπτωση.

 

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά καθώς διάβαζα την προηγούμενη Κυριακή το άρθρο της Μάρης Θεοδοσοπούλου σε αυτή την εφημερίδα, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο μου Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (εκδ. Πατάκη). Το άρθρο ξεκινάει, κι αυτό, διαπιστώνοντας ότι «η περίπτωσή μου παρουσιάζει ενδιαφέρον». Και μπορεί αφορμή να παίρνει από το βιβλίο μου, αλλά θέμα του δεν το κάνει. Άλλωστε, στις λίγες γραμμές που με αυτό ασχολείται, η κριτικός βιάζεται να δείξει ότι δεν το έχει και καλοδιαβάσει. Δεν επιμένω εδώ, δεν θέλω να κουράσω τον αναγνώστη, βάζω ως εκ τουτου  βασικές παρανοήσεις και λάθη σε υποσημείωση.[1] Κατά τα άλλα, το άρθρο μπορεί με το βιβλίο να μην ασχολείται, ασχολείται όμως με εμένα ως περίπτωση. Με τη βιογραφία και το βιογραφικό μου. Με τις υποτροφίες μου, τις δουλειές, τις κινήσεις μου. Και πάλι, σε όλα αυτά έχει πολλά λάθη – από το πού και πώς σπούδασα, μέχρι το πού διδάσκω σήμερα. Κι αυτά τα λάθη όποιος θέλει ας τα δει σε υποσημείωση.[2]

Σε ένα άρθρο που, με ακυρολεξίες και επίμονη επίδειξη άγνοιας, μπλέκει από το αν παίζω φλάουτο μέχρι τα συνθήματα στο γκέϊ πράϊντ του περσινού Ιουνίου, κι από την άποψη της κριτικού για τις «φυλετικές [sic] σπουδές» μέχρι την επαναληπτική της διαβεβαίωση ότι είμαι σήμερα ο κρυφός διευθύνων το Αρχείο Καβάφη και έτοιμος να κάνω τους αποκλεισμούς που είχα υποστεί εγώ στο παρελθόν, δεν ξέρω πώς μπορεί και αν πρέπει να απαντήσει κανείς. Αν κάτσω να διακηρύττω ότι δεν είμαι ο διευθυντής του συγκεκριμένου Αρχείου, πέφτω ακριβώς στο περίεργο πλαίσιο στο οποίο ένα κείμενο όπως της κ. Θεοδοσοπούλου θέλει να με εντάξει. Ας σημειώσω, για την ιστορία, το προφανές, ότι δεν είμαι ο αφανής « διευθύνων» το Αρχείο Καβάφη, αλλά και το ότι αυτό, από όσο γνωρίζω, είναι ήδη αυτή τη στιγμή ανοιχτό στους bona fide ερευνητές, χωρίς αποκλεισμους – όμως γι αυτά αρμόδιο είναι να απαντήσει και το Αρχείο Καβάφη. Γιατί κατά τ’ άλλα, αυτό που θέλω να εκθέσω δεν είναι τα λάθη, τις αιτίες ή τις έντεχνες παραλείψεις του κειμένου της ΜΘ (κάποια στιγμή ίσως γράψω ένα συνολικό κριτικό κείμενο για τη συζήτηση που προκάλεσε το βιβλίο μου). Αυτό που θέλω να κάνω εδώ, και που στη δουλειά μου το κάνω ξανά και ξανά και ξανά, με ιστορικό προβληματισμό, πολιτική στόχευση, δημόσια, και εντός συλλογικοτήτων, είναι να εκθέσω το σύστημα λόγου στο οποίο ένα κείμενο όπως της ΜΘ ακούσια ή εκούσια συμμετέχει. Όποιος διαβάσει το βιβλίο μου, που θέλω να πιστεύω ότι είναι την ίδια στιγμή κριτικά αναλυτικό και πολιτικά καίριο, θα καταλάβει τι ακριβώς παρανοεί το κείμενο της ΜΘ. Θα καταλάβει επίσης, όχι τόσο γιατί είναι προσβλητικός ο ειρωνικός κι υποτιμητικός τίτλος της, «Χτες στην ντουλάπα, σήμερα σημαιοφόροι» (ποιος; εγώ; ο Καβάφης; οι Έλληνες γκέι;), ούτε γιατί είναι τόσο ξεπερασμένος. Αλλά γιατί, καμωμένος μ’ άλλα υλικά κι αντιγυρίζοντας την προσβολή και την ειρωνία, ουσιαστικά δείχνει το μέλλον μιας βαθειά πολιτικής, διεκδικητικής, δύσκολης συνειδητοποίησης. Για όλους.

 

Σημείωση της Εποχής: Το κείμενο είναι αναδημοσίευση του ανενεργού λινκ http://epohi.gr/portal/politismos/18019-ksanakataskevazontas-ton-o.mofylofilo και δημοσιεύτηκε αρχικά στις 9/11/2014. Όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, δυστυχώς, όλο το ηλεκτρονικό αρχείο της εφημερίδας έχει χαθεί και είναι αδύνατο να ανακτηθεί. Επομένως, όποτε μας ζητηθεί αναδημοσιεύουμε τα κείμενα.

[1] Σταχυολογώ τα βασικά: Το ‘Roman d’un inverti’ δεν υπάρχει στο Αρχείο Καβάφη, και άρα δεν το βρήκα εκεί, η ΜΘ μάλλον δεν διάβασε το σχετικό κεφάλαιο και γράφει μια ολόκληρη παράγραφο εντελώς άκυρη· δεν αναφέρομαι σε κανένα “closet syndrome” ούτε εγώ, ούτε η θεωρία που χρησιμοποιώ, η οποία μιλά για “epistemology of the closet”· ο Φρόϋντ (σε αντίθεση με αυτό που λέει η ΜΘ) ασχολήθηκε, βεβαίως, με την ομοφυλοφιλία· η φράση “ομαλών και ανωμάλων” δεν είναι δική μου, όπως φαίνεται να πιστεύει η ΜΘ, αλλά του Μαλάνου – εγώ την υπονομεύω· δεν χωρίζω, επιτέλους, του φιλολόγους σε καβαφιστές και cavafistas, λέω όμως ότι έχουμε περάσει από μια εποχή που τον πρώτο λόγο στην πρόσληψη του Καβάφη την είχαν οι φιλόλογοι (εποχή Καβαφιστών), σε μια άλλη εποχή πολλαπλής χρήσης (= και μη φιλολογικής), στην οποία ένα πολυδύναμος Καβάφης αναδύεται (εποχή των Cavafistas [λογοπαίγνιο, hello?]). Όσο για το αν οι Έλληνες που αντέδρασαν το 1983-4 στη χρήση του όρου gay για τον Καβάφη έπρεπε ή δεν έπρεπε να αντιδράσουν έτσι, η ΜΘ είναι σαν να κατηγορεί ότι εγώ (και η τωρινή μου μετάφραση) ήταν ο λόγος που αυτοί δεν το καλοκαταλάβανε αυτό που λέγανε τότε. Γενικά: για όλα όσα συζητά η ΜΘ σχετικά με το βιβλίο μου φαίνεται να φταίω εγώ: ακόμα και για τους αποκλεισμούς, ακόμα και για την ομοφοβία, ακόμα και για τις παραναγνώσεις των άλλων!

[2] Κι εδώ τα βασικά: Σε αντίθεση με αυτά που λέει η ΜΘ, δεν έκανα μεταπτυχιακά στην Οξφόρδη· δεν σπούδασα για δυο χρόνια στο Ωδείο Αθηνών, αλλά, προφανώς, πολλά περισσότερα και από πολύ νωρίτερα· δεν είναι ο τίτλος του πρώτου μου βιβλίου όπως τον γράφει· δεν «ασχολούμαι με τον Καβάφη από τότε που άρχισα να διδάσκω στην Οξφόρδη», αλλά τουλάχιστον απο τότε που δίδασκα στο Λονδίνο (UCL), όπου είχα διοργανώσει σχετικό συνέδριο· στην Οξφόρδη δεν διδάσκω, ούτε ποτέ δίδαξα, στο κολλεγιακό International Gender Studies Center, αλλά στο πανεπιστημιακό τμήμα Ευρωπαϊκής Φιλολογίας (Modern Languages)· δεν ανέλαβα επιστημονικός σύμβουλος του Αρχείου Καβάφη τον Δεκέμβρη του 2012 – η συνεργασία μου με το Αρχείο ξεκινά έξι μήνες μετά· δεν είμαι «διευθύνων» του Αρχείου· και, ελπίζω, δεν «με έχει φέρει στην ελληνική επικαιρότητα το Αρχείο Καβάφη» αλλά ή δουλειά μου. Λεπτομέρειες είναι όλα αυτά – προφανώς. Προβληματίζουν όμως για το βαθμό που δείχνουν την μανία συγκρότησης μιας αφήγησης για τη ζωή μου, και για το τι φαίνεται να υποστηρίζει αυτή η αφήγηση.