Νέες ψευδαισθήσεις που έρχονται από το παρελθόν

«Νομοθετούμε απ’ την αρχή ένα νέο εργατικό δίκαιο», ξεκαθάρισε πριν από μερικές μέρες ο υπουργός Εργασίας, ενώ ο πρωθυπουργός δήλωσε σχετικώς: «τα μέτρα της επικαιρότητας, να γίνουν πυροδότες διαρκών μεταρρυθμίσεων. Πρόκειται για κατακτήσεις που θα μας βοηθήσουν, ώστε μετά την καταιγίδα να κάνουμε μία νέα αρχή. Με άλλα λόγια, μετά την εμπειρία του κορωνοϊού, είναι στο χέρι μας η “ανάγκη του σήμερα” να θεμελιώσει την “αναγέννηση του αύριο”». Οι διατυπώσεις αυτές αποκαλύπτουν τη διάθεση για πρόσδοση μονιμότητας στις εισαγόμενες ρυθμίσεις, κάτι που καταμαρτυρά και η διάρκεια ορισμένων για έξι μήνες, σε αντιδιαστολή με την τακτική «βλέποντας και κάνοντας», που ακολούθησε η κυβέρνηση σχετικά με την ενίσχυση –ορισμένων κατηγοριών- των αδύναμων στρωμάτων, και όχι μόνο.
Η εξαήμερη απασχόληση, τα ελαστικά ωράρια (είτε συλλογικά, είτε με ατομική συμφωνία), η εργασία με «βάρδιες» τριών ή τεσσάρων ημερών σε επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κρίση, η «εξαφάνιση» επιδομάτων και έξτρα παροχών, τις οποίες προέβλεπαν οι κλαδικές συμβάσεις και οι μειώσεις μισθών έως τα επίπεδα του εκάστοτε νομοθετημένου μισθού ή ημερομισθίου, είναι παθογένειες του χώρου της εργασίας που ωχριούν ενώπιον των νέων διευκολύνσεων για την εργοδοτική μεριά. Η καταπάτηση των ωραρίων με φαινόμενα μέχρι και 12ωρης εργασίας, η αναστολή της δήλωσης των υπερωριών και των ωρών εργασίας στο «ΕΡΓΑΝΗ», η αναστολή των συμβάσεων εργασίας, η αναστολή των απεργιακών δικαιωμάτων, η επαναφορά του μέτρου επίταξης και επιστράτευσης απεργών, η εκ περιτροπής απασχόληση των εργαζομένων φαίνεται να εντάσσονται στα μακροπρόθεσμα σχέδια χάραξης του νέου τοπίου που οραματίζονται οι κυβερνώντες.
Θα περίμενε κάποιος ανυποψίαστος ότι με τη συμβολή της ιστορίας της πολιτικής οικονομίας και της πολιτικής επιστήμης θα έβρισκε κοινά αυτής της βιοπολιτικής με τις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης, πολύ πριν την ανάπτυξη ενός αντίρροπου συνδικαλιστικού κινήματος. Η μορφή των ψευδαισθήσεων που έχει την τάση να αναπαράγει το ανωτέρω εργασιακό περιβάλλον που μόλις περιγράφηκε, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια άλλη υπόθεση.

Η ψευδαίσθηση της ελευθερίας

Ο Μαρξ υποστήριζε ότι σε κάθε σύστημα παραγωγής υπάρχουν αυτοφυή στον τρόπο παραγωγής αποτελέσματα απόκρυψης, δηλαδή συνθήκες ψευδαισθήσεων που στηρίζονται στην εκάστοτε μορφή εμφάνισης του τρόπου παραγωγής. Στην εργασία του δούλου (δουλοκτητικό σύστημα) ακόμα και το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας, που ο δούλος αναπληρώνει απλώς την αξία των δικών του μέσων συντήρησης, παρουσιάζεται σαν εργασία για τον αφέντη του (…). Αντίθετα στη μισθωτή εργασία (καπιταλιστικό σύστημα) ακόμα και η υπερεργασία, δηλαδή η απλήρωτη εργασία, παρουσιάζεται σαν πληρωμένη εργασία. Εκεί η σχέση ιδιοκτησίας κρύβει την εργασία που κάνει ο δούλος για τον εαυτό του, εδώ η χρηματική σχέση κρύβει την απλήρωτη εργασία του μισθωτού εργάτη (Μαρξ 1978-α: 557).
Είναι η ψευδαίσθηση ελευθερίας στον καπιταλισμό το ιδεολογικό σχήμα που εμποδίζει τα άτομα να (ανα)γνωρίσουν τι κάνουν. «Ο εργαζόμενος για να μετασχηματισθεί σε μισθωτό πρέπει να είναι “ελεύθερος” με διπλή έννοια. Από τη μία με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμά του. Και από την άλλη, με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργατική του δύναμη» (Μαρξ 1978-α: 179).
Η διάθεση της κυβέρνησης με την αγαστή σύμπλευση του ΣΕΒ για καθολίκευση της κάλυψης των αναγκών των επιχειρήσεων δια της μεταφοράς εργαζομένων μέσω σχημάτων «δανεισμού», δηλαδή η ανταλλαγή τους με μορφή συνεχούς κίνησης που θα αποδεσμεύει και το κράτος από επιδοτήσεις, καταργεί την αυταπάτη ελευθερίας να εμπορεύεται ο εργαζόμενος την ιδιοκτησία του εαυτού του. Η αγόγγυστη δυνατότητα των εργοδοτών να μεταφέρουν τους εργαζομένους τους χωρίς προηγούμενη «διαπραγμάτευση», συνιστά μια ομολογημένη μετατόπιση του τύπου της αναγκαίας ψευδαίσθησης και η εργασία ανήκει πλέον στον αφέντη.
Αντίστοιχη μετατόπιση συνιστά και η πρακτική πληρωμής του εργαζομένου σε είδος και μάλιστα προερχόμενο από τον ίδιο τον «αφέντη». Αντί δηλαδή του οφειλόμενου μισθού, -στο σύνολο ή μέρος αυτού-, να επιλέγεται η παράδοση στους εργαζομένους επιταγών για αγορά από την επιχείρηση που εργάζονται διαφόρων αγαθών και υλικών, καυσίμων, κτλ., πρακτική που παρά το γεγονός ότι απαγορεύεται από την νομοθεσία –πλην εξαιρέσεων- έχει καταστεί συχνό φαινόμενο. Εδώ ο εργαζόμενος-δούλος αναπληρώνει την αξία των δικών του μέσων συντήρησης ως εργασία στον αφέντη, όπως είδαμε πιο πάνω ότι συμβαίνει στο δουλοκτητικό σύστημα.

Σπασμωδική και αποτυχημένη παλινόρθωση

Η έννοια της ιδιοκτησίας γενικά -και κατ’ επέκταση της «κυριότητας» του εαυτού, που οι Άγγλοι φιλόσοφοι των αρχών του 18ου αιώνα επιστράτευσαν για να δικαιολογήσουν τις βλέψεις της ανερχόμενης μεσαίας τάξης εκείνης της εποχής και την εδραίωση της κυριαρχίας της μέσω του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής- μάλλον δεν ενδιαφέρει τους σύγχρονους «αντι-μεταρρυθμιστές» της χώρας μας με αποκλειστικό τρόπο. Το καθεστώς «δανεισμού» του εργαζομένου, ή η πληρωμή σε είδος της αμοιβής του, φαίνεται να απαγκιστρώνονται από το κίβδηλο εννοιολογικό σχήμα της «ελευθερίας» της «ιδιοκτησίας» του «εαυτού» και της «ελεύθερης» διαπραγμάτευσης του, όπως τα γνωρίσαμε τους τελευταίους αιώνες. Η υπόθεση ότι το φεουδαρχικό σύστημα φωλιάζει ακόμα στο παρόν, χωρίς να έχει χάσει την ανακρατητική του σύνδεσή με αυτό, δυστυχώς επαληθεύεται μετ’ επιτάσεως. Δεν πρόκειται, όμως, για πρόσφορη προσπάθεια παλινόρθωσης του. Αφορά περισσότερο έναν σπασμωδικό και άναρθρο αντουανετισμό αρυόμενο από το τζάκι του πρωθυπουργού, που θα καταπέσει.
[…] Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί και βρωμούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει […]. Μπέρτολτ Μπρεχτ, 1938

Βασίλης Μάρκου