Νέες συνθήκες, νέα καθήκοντα

madas-2

Καθαρή ή μη, η λήξη του προγράμματος προσαρμογής αποτελεί αντικειμενικά ορόσημο τόσο για την κυβέρνηση όσο και για την αντιπολίτευση. Η μεν κυβέρνηση δεν θα μπορεί στο εξής να επικαλείται κυρίως τον –ορθό– ισχυρισμό ότι ασκεί μια επιβεβλημένη από τους θεσμούς πολιτική, καθώς θα διαθέτει σχετικά μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας κινήσεων, η δε αντιπολίτευση δεν θα μπορεί πια να κινείται εναντίον της κυβέρνησης με γνώμονα το αντιφατικό τρίπολο εθνολαϊκισμός –καταστροφική ανικανότητα– πλήρης υποταγή στις απαιτήσεις των πιστωτών, καθώς θα είναι όλο και πιο συχνά αναγκασμένη να τοποθετείται σε κυβερνητικές επιλογές, που υποχρεώνουν σε συγκεκριμένες ενστάσεις και ακόμα πιο συγκεκριμένες αντιπροτάσεις.
Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε με έμμεσο τρόπο ότι έχει ήδη αρχίσει να συμβαίνει: από τη βιασύνη με την οποία έσπευσαν τόσο η ΝΔ όσο και το ΚΙΝΑΛ να προτείνουν άμεσα εκλογές, η πρώτη μετά το κλείσιμο της τέταρτης αξιολόγησης, το δεύτερο πριν από την ολοκλήρωσή της. Όπως κι αν το αιτιολογούν αυτό οι ίδιοι, η κίνηση αυτή αποτελεί μια μάλλον απρόσφορη προσπάθεια να μηδενιστεί ο μετά το τέλος του προγράμματος πολιτικός χρόνος που θα έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση.

Υποχρεωτική αναπροσαρμογή

Καθώς η κυβέρνηση θα βαδίζει προς την ολοκλήρωση της τετραετίας, δεν είναι μόνο η άποψη περί αριστερής παρένθεσης που διαψεύδεται. Διαψεύδεται και ο μύθος ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει ένα κόμμα που δεν  υιοθετεί, δεν οικειοποιείται το πρόγραμμα και τα μνημόνια, αντίθετα επιμένει να βρίσκει και να διευρύνει το χώρο για την άσκηση πολιτικής με πρόσημο διαφορετικό από το πρόσημο της λιτότητας και να προωθεί μεταρρυθμίσεις που δεν είναι επαναστατικές, αλλά δημιουργούν προσκόμματα στη λειτουργία του μεταπολιτευτικού δικομματισμού και της διαπλοκής του και καλλιεργούν συνθήκες ευνοϊκές για τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικοπολιτικής ισορροπίας.
Μπροστά σ΄ αυτή την κατάσταση, οι πολιτικές δυνάμεις του μεταπολιτευτικού δικομματισμού είναι αναγκασμένες, αφενός, να τοποθετούνται στα νέα ζητήματα που τίθενται και να απαντούν σε νέα διλήμματα που αντιμετωπίζουν, και, αφετέρου, να αποφασίσουν με ποιο τρόπο θα αντιμετωπίσουν μια νέα πραγματικότητα: την ύπαρξη και τη σταθεροποίηση στο πεδίο του πολιτικού ανταγωνισμού μιας νέας δύναμης, εκτός των συμβάσεων που είχαν «συναφθεί» μεταξύ τους, μιας πολιτικής δύναμης που ήρθε για να μείνει, διεκδικώντας όχι μόνο πολιτικό χώρο, αλλά και συγκεκριμένη κοινωνική εκπροσώπηση και επιχειρώντας νέες κοινωνικές συμμαχίες.
Η υποχρεωτικότητα αυτή συναντάει εμπόδια όχι μόνο γιατί κανείς δεν είναι διατεθειμένος να βρεθεί σε μια διαδικασία αναπροσαρμογής με λιγότερα από όσα είχε ή διεκδικούσε, αλλά και γιατί προϋποθέτει αναδιατάξεις και στο πεδίο των κοινωνικών – ταξικών αναφορών και εκπροσωπήσεων, όπου τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα.
Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι δέχεται εξ οικείων ανελέητη επίθεση ο Ν. Μαραντζίδης, που θεωρεί και το λέει δημόσια ότι είναι λανθασμένη στάση να προσεγγίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο μιας λογικής «ακήρυκτου πολιτικού εμφυλίου» και «απομόνωσης και στρατηγικής ήττας» του, με τη δημιουργία ενός «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου».
Όσοι διαφωνούν μ΄ αυτόν, εκλαμβάνουν την άποψή του σαν μεγάλη ανατροπή του μεταπολιτευτικού στάτους. Σαν μια αναδιάταξη που μπορεί να προκαλέσει ρήξεις των δεσμών και των οδών, που συνδέουν πολιτικά με οικονομικά συμφέροντα και πολιτικές με κοινωνικές δυνάμεις.
Γι΄ αυτό και εκείνος που απάντησε πιο άμεσα και πιο αρνητικά στον Ν. Μαραντζίδη, ήταν ο Ευ. Βενιζέλος, ένα από τα βασικά αντιεπιχειρήματα του οποίου ήταν ότι με τις απόψεις του «αφήνει χωρίς πολιτικά οριοθετημένο χώρο το Κίνημα Αλλαγής και του προσφέρει ως μόνη επιλογή αυτή της συμπληρωματικής δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ». Ενώ τον εγκαλεί να απαντήσει στο ερώτημα «ποιο αποτέλεσμα επιθυμεί και επιδιώκει για τις επόμενες εκλογές;» Υπονοώντας, προφανώς ότι με τις τοποθετήσεις του προξενεί βλάβη όχι μόνο στο ΚΙΝΑΛ, αλλά και στην ίδια τη ΝΔ, που διεκδικεί τμήμα του χώρου του κέντρου.

Η «ταφόπλακα του εμφυλίου»

Αλλά και από το δικό του στρατόπεδο δεν ήταν λιγότερο δηλητηριώδη τα βέλη που δέχθηκε ο Ν. Μαραντζίδης. Ο Π. Μανδραβέλης από τις στήλες της «Καθημερινής» τον κατηγορεί ότι αναζητώντας μια νέα στάση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ επικροτεί «το δόγμα της λήθης που εισήγαγε το ΠΑΣΟΚ το 1982» και του θυμίζει «τα συνθήματα “Βάρκιζα τέλος”, που εμφανίστηκαν την περίοδο της κρίσης», τα οποία «ήταν απόρροια της ταφόπλακας που μπήκε στη μνήμη του Εμφυλίου». Το γεγονός ότι αναγκάζεται να επικαλεστεί τη διατήρηση της ισορροπίας του τρόμου που έφερε η ήττα της αριστεράς στον εμφύλιο, και συνεπώς να ανακαλέσει όλους σε εκείνη τη συγκεκριμένη τάξη, δείχνει πόσο δύσκολο είναι για τη ΝΔ της ακροδεξιάς απόκλισης να διανοηθεί μια διαφορετική διάταξη του κοινωνικοπολιτικού σκηνικού στις νέες συνθήκες, που βλέπει, ωστόσο, με λύπη της να διαμορφώνονται.
Οι υπερβολές που ακούγονται και θα ακουστούν γι΄ αυτό το θέμα, εξαιτίας των αναμετρήσεων στο εσωτερικό των κομμάτων, ή εξαιτίας των αναγκών της επικοινωνιακής πολιτικής, δεν θα πρέπει να διαμορφώσουν μια καθησυχαστική εικόνα της πραγματικότητας στην κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ: αφού ανεβαίνουν τόσο οι τόνοι της ενδοαντιπολιτευτικής αντιπαράθεσης, η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν παρά να περιμένουν να δρέψουν τους καρπούς της δεδομένης επιτυχίας τους.

Θετική καταγραφή

Πρώτα απ΄ όλα, αυτή η τελευταία δεν εξαρτάται κυρίως από την αποτυχία και τα λάθη των αντιπάλων, αλλά από τα υπαρκτά ή ανύπαρκτα χειροπιαστά αποτελέσματα της δικής τους πολιτικής. Αν η πλειονότητα δεν πειστεί ότι στη μετά το πρόγραμμα εποχή είναι προτιμότερο, όπως δείχνει η εμπειρία, να βρίσκεται στην κυβέρνηση η αριστερά, τότε καμία ανοησία ή αστοχία της αντιπολίτευσης δεν μπορεί να σε σώσει.
Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο πιο δύσκολο ίσως στοίχημα. Αν ο Ν. Μαραντζίδης, προκειμένου να εμφανίσει την άποψή του σαν νίκη του νεοφιλελευθερισμού, χρειάζεται να επικαλεστεί τη «σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ», αυτό δεν σημαίνει ότι ο τελευταίος έχει εξ ορισμού ανοσία. Η μετάλλαξη των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην Ευρώπη είναι πολλαπλά διδακτική. Αν αληθεύει ότι αυτή οφείλεται στην ιδεολογική παράδοσή τους στο νεοφιλελεύθερο δόγμα, τότε είναι φανερό ποια αντισώματα οφείλει να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ και, κατά συνέπεια, και η κυβέρνηση. Τίποτε δεν είναι δεδομένο κληρονομικώ δικαίω.

 

Χ. Γεωργούλας