Νεοπουριτανισμός

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Ένας φρέσκος αέρας φυσά στη χώρα μας. Είναι ο αέρας της δεκαετίας του ‘50. Τότε που οι τέντυμπόις έτρεμαν το νόμο και την τάξη, τότε που οι κορασίδες σεβόντουσαν την οικογένεια και τα συνοικέσια και η επικράτεια χωριζόταν σε λαό και Κολωνάκι. Η επιτάφια Άννα Παναγιωταρέα ήρθε να το περιγράψει με τον καλύτερο τρόπο:
“Είναι τώρα δυο μήνες που η αλλαγή του κλίματος άρχισε να κυκλοφορεί στο δρόμο. Πρώτη φορά παρατηρώ τους συμπολίτες μας πιο χαλαρούς, λιγότερο επιθετικούς, πιο φροντισμένους, σε πλήρη απόρριψη των αμπέχονων και του αφάνα style μαλλί των γυναικών, δηλαδή όσα αποτελούσαν ενός είδους σήμα κατατεθέν συριζαϊκό. Ακόμη και στη Βουλή αν πάτε σήμερα, εκεί που βλέπαμε ενδυματολογικές επιλογές ανάλογες με εκείνες όταν πάμε το Σάββατο στη λαϊκή αγορά της οδού Καλλιδρομίου, υπερισχύουν οι γραβάτες και τα σακάκια”.
Η αλλαγή της κυβέρνησης χαλάρωσε τους πολίτες, όλο αυτό τον καιρό με τους αφανοφόρους ήταν τόσο σφιγμένοι που αν τοποθετούσες στον ποπό τους ένα κάρβουνο, δύο ώρες μετά μπορούσες να πάρεις πίσω ένα διαμάντι. Τους έκανε να απομακρυνθούν από την ανάγκη τους να ντύνονται σαν φαντάροι, κάνουν μπάνιο, χτενίζονται, βάζουν κολόνια και όχι Axe και αηδίες. Τα σακάκια και τα κουστούμια, βγήκαν από τις ντουλάπες και άρχισαν να περπατάνε στους δρόμους (χωρίς ανθρώπους, αφού αυτοί σε περίπτωση που κουνηθούν μπορεί να ιδρώσουν και να μυρίζουν) μπαίνουν στις τράπεζες, στις βουλές και τώρα κυβερνάνε. Ευθυτενείς σαν γραβάτες και μοντέρνοι σαν μονόκλ.

 

Αυτό που βρίσκει κάποιος ενδιαφέρον στο μέχρι τώρα αισθητικό αποτύπωμα της κυβέρνησης είναι αυτός ο εναγκαλισμός με παλαιότερες δεξαμενές συντήρησης. Λίγο από κατηχητικό, λίγο από αυστηρό θεολόγο γυμνασιάρχη και λίγο από χαφιέ θυρωρό. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τη δήθεν τεχνοκρατική πλευρά της νεοφιλελεύθερης αριστείας που προϋποθέτει καλή γνώση αγγλικών, σπουδές σε άριστα ιδρύματα και εξοικείωση με τη start –up πραγματικότητα. Είναι μαντίλα γιαγιάς απ’ το χωριό, αλλά τουλάχιστον είναι γκούτσι.
Ο συνδυασμός αυτός στην πραγματικότητα έχει να κάνει περισσότερο με το πώς μια ηγεσία -και ό, τι εκπροσωπεί κοινωνικά- φαντασιώνεται τον εαυτό της. Μπορεί να έχει ως αφετηρία και ως μόνιμη βάση έναν συντηρητισμό ελληνικής κοπής, κάπου ανάμεσα στην ανατολή και τη δύση, αλλά φαντασιώνεται τον εαυτό της ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Δήθεν υιοθετεί της κατακτήσεις μιας ανοιχτής κοινωνίας αλλά όταν πρέπει να πάρει αποφάσεις βρίσκει ασφαλές καταφύγιο στη ζεστή αγκάλη του κοτσαμπασισμού. Που σνομπάρει χωρίς αρχές αφού ο σνομπισμός είναι αυταξία. Που κομπάζει για την κληρονομιά του αλλά το μόνο σχόλιο που έχει να προσφέρει είναι η φτηνή καθαρεύουσα των μπανάλ διατυπώσεων ξεσηκωμένη από τουριστικά φυλλάδια.

 

Αυτό όμως που τη συγκροτεί είναι η επιθετική και επιδεικτική άγνοια. Στο κείμενο ας πούμε της Παναγιωταρέα αυτό που κάνει εντύπωση είναι η περιγραφή αυτού που αντιλαμβάνεται ως όψη του άλλου. Τα αχτένιστα μαλλιά και τα αμπέχονα (ειδικά σε ηλικίες μετά τα 23) δεν σε παραπέμπουν στο παρόν αλλά στη δεκαετία του 80. Με τον ίδιο τρόπο που ο Αρκάς σκιαμαχεί με έναν φεμινισμό της ίδιας δεκαετίας διατυπωμένο σε σημεία που έχουν παρέλθει. Η επιθετικότητα αυτής της άγνοιας δεν έχει να κάνει με την απουσία της γνώσης. Έχει να κάνει με την πλήρη αδιαφορία για αυτή. Ακόμα και μιας γνώσης που περιορίζεται σε εξωτερικά χαρακτηριστικά κάποιου που ορίζεις ως εχθρό απλά και μόνο για προσδιορίσεις τον εαυτό σου. Είναι η υπεροψία του νικητή, η ματαιοδοξία μιας κάστας που πάντοτε περιέγραφε τον εαυτό της ως κλειδούχο της εξουσίας και τώρα θριαμβολογεί με το αίσθημα της επιστροφής στα πράγματα. Είναι ο χυδαίος σνομπισμός της πιο ακατέργαστης κυριαρχίας, η μετεμφυλιακή βεβαιότητα, η κουλτούρα των ανθρώπων που πάντοτε θέλουν να βρίσκονται δίπλα στον νικητή. Το αισθητικό αποτύπωμα είναι λοιπόν αντίστοιχο της ηθικής μεγαλοπρέπειας.
Τα freddoccino σας μυρίζουνε τυρίλα.

http://tsalapatis.blogspot.com/