Νίκος Κούνδουρος: Ο άνθρωπος που ήταν παντού

koundouros

Του Στράτου Κερσανίδη

Αυτή τη φορά ήταν η σειρά του Νίκου Κούνδουρου. Τι κι αν είχε μπει στα 91. Η απώλεια ενός τέτοιου ανθρώπου παραμένει απώλεια η οποία δεν μετριέται όπως εκείνη ενός -ας μου επιτραπεί η έκφραση- κοινού θνητού.
Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους που αφήνουν έντονο το στίγμα τους, όχι μόνον με τη βαρύτητα και το μέγεθος του καλλιτεχνικού τους έργου, αλλά με την ίδια τους την πληθωρική παρουσία. Γιατί ήταν παντού, με το κινηματογραφικό του έργο, με την πολιτική του δράση, με τον καθημερινό του λόγο, με τη συμμετοχή του, τις σχέσεις του με ανθρώπους.
Ο πατέρας του, ο δικηγόρος Ιωσήφ Κούνδουρος, κρητικός στην καταγωγή, μόλις γεννήθηκε ο γιος του στην Αθήνα, τον μετέφερε στην Κρήτη επειδή ήθελε να γραφτεί στα δημοτολόγια του Αγίου Νικολάου. Έτσι και έγινε, στις 15 Δεκεμβρίου 1926. Αθηναίος από την Κρήτη ή Κρητικός από την Αθήνα, μικρή σημασία έχει αφού ο Νίκος Κούνδουρος, όπως υποστηρίζω, ήταν παντού, σε ολόκληρη της Ελλάδα αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη.
Το 1948 αποφοίτησε από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας όπου σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική. Παρόλα αυτά, το 1954 αποφάσισε να στραφεί προς τον κινηματογράφο. Η πρώτη του ταινία ήταν η «Μαγική πόλη», στην οποία η πλαστική καλλιτεχνική του ματιά είναι εμφανής. Ήταν 28 ετών.
Σε αυτό το διάστημα όμως μεσολάβησε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο Κούνδουρος χωρίς δισταγμό μπήκε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Τοποθετημένος πολιτικά στην Αριστερά ακολούθησε το δρόμο που πήραν χιλιάδες αγωνιστές. Έτσι ο επόμενος σταθμός της ζωής του ήταν προδιαγεγραμμένος: εξορία στη Μακρόνησο. Εκεί γνωρίστηκε με το Θανάση Βέγγο και ήταν ο Κούνδουρος που τον έκανε ηθοποιό.
Επιστρέφοντας στην κινηματογραφική του καριέρα, ερχόμαστε στο 1956, τότε που γύρισε μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού σινεμά. Δεν υπάρχει λίστα των 10 καλύτερων ελληνικών ταινιών μέσα στην οποία να μη φιγουράρει «Ο δράκος», η ταινία που καθιέρωσε τον Κούνδουρο στην Ελλάδα και που έκανε το όνομά του να ακουστεί στο εξωτερικό. Βέβαια, η εγχώρια Αριστερά, αγκυλωμένη μέσα στα δόγματα θεώρησε την ταινία ως προϊόν της παρηκμασμένης κοινωνίας. Βλέπετε ήταν η εποχή που κυριαρχούσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός των θετικικών χαρακτήρων, όπως εκείνος τους εννοεί.
Ακολούθησαν οι ταινίες «Οι παράνομοι» (1958), «Το ποτάμι» (1959), «Μικρές Αφροδίτες» (1963), «Το πρόσωπο της Μέδουσας» (1967) όλες υψηλής καλλιτεχνικής αξίας, πρωτοποριακές αισθητικά και θεματικά, ανοίγοντας ρωγμές και σπάζοντας το κατεστημένο του εμπορικού κινηματογράφου. Με τις «Μικρές Αφροδίτες» μάλιστα κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κινηματογραφικού Τύπου (FIPRESCI).
Δύο φορές τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1963 για τις Μικρές Αφροδίτες και το 1959 με «Το ποτάμι».
Επανέρχεται στην ενεργό δράση μετά τη δικτατορία, το 1974 με «Τα τραγούδια της φωτιάς», ένα ντοκιμαντέρ με συναυλίες που έγιναν μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Το 1978 αποφασίζει να ασχοληθεί με μια από τις τραγικές περιόδους της ελληνικής ιστορίας και σκηνοθετεί το «1922». Σειρά παίρνει το «Μπορντέλο» (1984) και ο «Μπάιρον» (1992). Με τους Φωτογράφους (1998), ένα εικαστικό αριστούργημα που δεν σημείωσε ανάλογη επιτυχία, ο Κούνδουρος προσεγγίζει τον πόνο και την τραγικότητα ου πολέμου σε χώρες του Τρίτου Κόσμου.
Ο Νίκος Κούνδουρος παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τα όσα συνέβαιναν και σχεδόν πάντοτε έπαιρνε φανερή θέση. Ήταν όπως και οι ήρωές τους, διάλεγε το δρόμο του αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα και τις δυσκολίες.
Χαρακτηριστικά είναι τα όσα λέει η υπουργός Πολιτισμού, Λυδία Κονιόρδου, στη ανακοίνωση για το θάνατό του: «Υπήρξε μια ξεχωριστή προσωπικότητα που δεν φοβήθηκε ποτέ να παρέμβει στο δημόσιο λόγο εκφράζοντας με σθένος την προσωπική του άποψη. Ένα σθένος που μπορεί κανείς να συναντήσει με την ίδια αμείωτη ζωντάνια και στα βιβλία του, στην αυτοβιογραφία του όσο και στην αλληλογραφία και τα ημερολόγια του».