Νίκος Μανιός: Το αίτημα για απόδοση δικαιοσύνης δεν αποσκοπεί στην πολιτική ομηρία

Ο χώρος της Υγείας δεν ήταν μια νησίδα χρηστής πολιτικής διαχείρισης σε σύγκριση με τους υπόλοιπους ύποπτους τομείς

Τη συνέντευξη πήρε ο Πέτρος Κοντές

Στις αρχές της εβδομάδας δόθηκε στη δημοσιότητα το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής για την Υγεία που αφορά το νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν». Σ’ αυτό αποδίδονται ευθύνες σε τέσσερις υπουργούς Υγείας: Γεωργιάδη, Λοβέρδο, Αβραμόπουλο και Βορίδη. Τι πολιτικά συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε από την υπόθεση αυτή;
Ανεξάρτητα από τη γενική αντίληψη που μπορεί να έχει κανείς για το τι συνέβη με το «Ερρίκος Ντυνάν», βγαίνουν πια συγκεκριμένα και στοιχειοθετημένα όλα εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν την έκταση της διαπλοκής ή τουλάχιστον ενός μέρους αυτής, το οποίο κατέστη δυνατό να αποκαλυφθεί και να εξεταστεί.
Τα νοσοκομεία που δημιουργήθηκαν από δωρεές με ειδικό καταστατικό (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Παναγιώτη & Αγλαΐας Κυριακού, Άγιος Σάββας κλπ), για να ενταχθούν στο ΕΣΥ και να γίνουν δημόσια, χρειάστηκε μια χρονοβόρα και πολυδαίδαλη νομική διαδικασία. Σε ορισμένα, δε, απ’ αυτά υπάρχει συνδιοίκηση και σύμφωνα με το καταστατικό υπάρχει στο διοικητικό συμβούλιο μέλος που εκπροσωπεί τη βούληση του δωρητή.
Πολιτικά, το σκάνδαλο είναι η ίδρυση ενός κοινωφελούς ιδρύματος —το οποίο δεν ξέρουμε αν χρειαζόταν να ιδρυθεί— χρηματοδοτούμενου και από το κράτος, το οποίο, σύμφωνα με τους μέχρι τώρα ισχύοντες νόμους, δεν μπορούσε να μετατραπεί σε τίποτε άλλο, εκτός από αυτό που υποδεικνύει το ιδρυτικό του καταστατικό. Στην περίπτωση του «Ερρίκος Ντυνάν» συνέβη το ακριβώς αντίθετο: φτιάχτηκε ένα κοινωφελές νοσοκομείο, με κρατική συμμετοχή στις δαπάνες, το οποίο στη συνέχεια χειρίστηκαν ως ιδιωτική τους περιουσία. Το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν παράνομες δωρεές νοσηλίων εκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με το πόρισμα, για να κάνουν προσλήψεις χωρίς κανένα κριτήριο και χωρίς να ελέγχουν ποιος δουλεύει και ποιος όχι. Στη συνέχεια με νόμο το αφαίρεσαν από το δημόσιο και το μετέτρεψαν σε ιδιωτικό για να πουληθεί, χρεοκοπημένο. Αυτό και μόνο είναι κορυφαίο πολιτικό σκάνδαλο. Αν τα λεφτά που δόθηκαν για το «Ερρίκος Ντυνάν» δίνονταν για να δημιουργηθεί ένα ιατρικό κέντρο από το Γενικό Νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού που είναι δημόσιο, τίποτα απ’ αυτά δεν θα είχε συμβεί.
Δεν πρέπει να νομίσει κανείς ότι όταν ιδρύθηκε το «Ερρίκος Ντυνάν» υπήρχε διαφορετική πρόθεση από τους ιδρυτές του. Επρόκειτο για ένα καλό νοσοκομείο, με υψηλό κόστος κατασκευής και ακριβό εξοπλισμό, στο οποίο πραγματοποιούνταν εξειδικευμένες επεμβάσεις που δεν μπορούσαν να γίνουν σε άλλα δημόσια νοσοκομεία. Στόχευαν, λοιπόν, να αποκτήσει το νοσοκομείο φήμη και μεγάλη αξία, ώστε στη συνέχεια να ξεκινήσουν τη λεηλασία.

Η ΝΔ κάνει λόγο για αλλαγή ατζέντας από την κυβέρνηση και μιλάει για πόλεμο λάσπης. Οι κ.κ. Λοβέρδος και Γεωργιάδης, για τους οποίους το πόρισμα ζητά διερεύνηση ποινικών ευθυνών χαρακτηρίζουν το πόρισμα φιάσκο, για τα σκουπίδια. Που στηρίζει την επιχειρηματολογία της η αντιπολίτευση;
Τη στηρίζει στο απύθμενο θράσος της. Είναι ύβρις να λένε ότι δεν υπήρξε απάτη· ότι δεν φαγωθήκανε χρήματα· ότι δεν υπήρξαν αργομισθίες· ότι δεν υπήρχε κανένας έλεγχος από τους διοικούντες το νοσοκομείο· ότι δεν είναι σκάνδαλο ένα δημόσιο κοινωφελές ίδρυμα να μετατρέπεται σε ιδιωτικό και να ξεπουλιέται, αφού χρεοκόπησε. Η ύβρις είναι το παιδί του θράσους! Κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, πως δεν κυβερνούσαν, σαν να ήταν ωσεί παρόντες. Κατά τη διάρκεια της υπουργικής τους θητείας, το ίδρυμα δεν ήταν υπό την επίβλεψή τους; Τι επικαλούνται; Ότι έδιναν λεφτά χωρίς να ενδιαφέρονται που κατευθύνονται αυτά; Τα υπόλοιπα δημόσια νοσοκομεία ελέγχονται για να πληρώσουν τις εφημερίες, το γενικό λογιστήριο του κράτους έχει εικόνα ποιοι πληρώνονται, ποιοι φoρολογούνται, ποιοι είναι εκεί και εργάζονται και ποιοι όχι. Το ίδιο και οι διοικήσεις των νοσοκομείων. Αυτό δεν είναι σκάνδαλο; Ο κόσμος δεν είναι πια απονήρευτος, όμως. Μετά τη δεκαετία του 1980 έχουν γνώση. Δεν περιμένουν εμάς για να τους πούμε ότι κλέβουν. Υπάρχει, άλλωστε, και η καταπληκτική ομολογία του κ. Πάγκαλου.

Ο χώρος της Υγείας τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται προνομιακός για σχέσεις διαπλοκής, όπως συνέβαινε τα προηγούμενα με το χώρο της Άμυνας. Πώς το εξηγείτε;
Χρονικά, πριν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές δεν θα βρει κάποιος καταγγελίες για σκάνδαλα στην Υγεία. Υπήρξαν φυλακίσεις για φακελάκια ή για διάφορες υπηρεσιακές λαθροχειρίες, αλλά ανακοίνωση κάποιου μεγάλου σκανδάλου δεν υπήρξε. Αυτό πρέπει να το αναδείξουμε αν θέλουμε να μιλάμε πολιτικά.
Οι όμιλοι που λυμαίνονται το χώρο της Υγείας, από φαρμακευτικές εταιρίες μέχρι εταιρίες που παράγουν υποχρεωτικής χρήσης ιατρικά προϊόντα, είναι πανίσχυροι. Κοστολογούν όπως θέλουν, πουλάνε όσο θέλουν και σε κάθε χώρα με διαφορετικές τιμές. Η πολιτική τόλμη που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ να ζητήσει έλεγχο των σκανδάλων της Υγείας είναι ένα κορυφαίο πολιτικό πλεονέκτημα. Αυτό, ωστόσο, δεν βλέπω να αναδεικνύεται! Ο χώρος της Υγείας δεν ήταν μια νησίδα χρηστής πολιτικής διαχείρισης σε σύγκριση με τους υπόλοιπους τομείς που εμφανίζονται βεβαρημένοι και ύποπτοι (τοπική αυτοδιοίκηση, εφορίες, πολεοδομίες, εξοπλιστικά κτλ).
Όσοι προσέρχονται στους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας αισθάνονται ευάλωτοι γιατί η τύχη τους είναι στα χέρια άλλων. Είναι άρρωστοι και προσέρχονται για να βρούνε την υγεία τους, έχουν ανάγκη τη βοήθεια του συστήματος και δεν έχουν τη διάθεση να καταγγείλουν ό, τι βλέπουν. Αυτό το στοιχείο το αγνοούμε. Η δύναμη, λοιπόν, των κέντρων εξουσίας και διαχείρισης των δαπανών στην Υγεία είναι τεράστια, διότι κουβαλάνε μαζί τους τη δύναμη, τη μαγεία της άσκησης του λειτουργήματος.

Υπάρχουν και στο συνδικαλιστικό κίνημα διαχρονικές ευθύνες για την κατάσταση αυτή;
Το συνδικαλιστικό κίνημα έχει μεγάλες ευθύνες από την εποχή, ακόμα, της ευημερίας. Ήξερε τι γινόταν και δεν μίλαγε. Το συνδικαλιστικό κίνημα, όπως εξελίχθηκε μετά τη δεκαετία του 1980 και τους αγώνες για τη δημιουργία εθνικού συστήματος υγείας με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση των γιατρών —άλλο μεγάλο ζήτημα—, σιγά σιγά διολίσθησε στην αποδοχή πρακτικών που ευνοούσαν κομπίνες, πολιτικές και οικονομικές. Όταν η ΕΕ με οδηγίες την περίοδο 2002-2003 έθετε το ζήτημα της μείωσης των ωρών εργασίας εβδομαδιαίως των ειδικευμένων γιατρών σε 52-54, θα έπρεπε να περικοπούν και οι εφημερίες που πραγματοποιούσαν ή δήλωναν ότι πραγματοποιούσαν οι γιατροί —οι λεγόμενες πλασματικές εφημερίες, που όταν το 1986 πρωτοεισήχθησαν, ομόφωνα το συνδικαλιστικό όργανο των νοσοκομειακών γιατρών, είχαμε εκφράσει την αντίρρησή μας στον Γεννηματά—, το συνδικαλιστικό κίνημα δέχθηκε την πρόταση του Αβραμόπουλου αντί να προσληφθούν κι άλλοι γιατροί, να δοθούν τεράστιες αυξήσεις ώστε μέσω υποτιθέμενων συλλογικών συμβάσεων με το υπουργείο, που δεν έγιναν ποτέ, να εξαιρούνται συλλογικά από την εφαρμογή της οδηγίας. Αυτό διορθώθηκε πέρυσι με νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από σχεδόν 15 χρόνια.

Επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ η πολιτική αντιπαράθεση

Το ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί μια προεκλογική εκστρατεία που θα περιστρέφεται γύρω από μια ρηχή σκανδαλολογία η οποία δεν θα μπαίνει στην πολιτική ουσία σάς τρομάζει; Το θεωρείται πιθανό;
Αν αποφασίσουν να κατέβουν σε εκλογές, υποστηρίζοντας ότι οι αποδείξεις της διαπλοκής τους είναι λάσπη στον ανεμιστήρα, θα κάνουν μεγάλο λάθος. Η οργή της ταλαιπωρημένης κοινωνίας που υπέστη την επίθεση των μνημονίων δεν ξεχνιέται. Το αίτημα του κόσμου για απόδοση δικαιοσύνης δεν αποσκοπεί στην πολιτική ομηρία των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για ένα αίσθημα δικαίωσης. Αν κάνουν το λάθος να ακολουθήσουν τέτοια προεκλογική τακτική θα είναι ένα μεγάλο δώρο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε, αδυνατούν να κάνουν μια επί της ουσίας πολιτική και προγραμματική αντιπαράθεση.

Χρειάζεται και μια σωστή διαχείριση από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ αυτή η τακτική, αν θέλει να προωθήσει και το έργο της κυβερνητικής του τετραετίας.
Συμφωνώ απόλυτα. Δεν πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να σταθεί μόνο στα σκάνδαλα. Πρόκειται για μια επιλογή που θα κάνουμε εμείς. Εμείς οφείλουμε να αναδεικνύουμε τα σκάνδαλα και από εκεί και πέρα ο κόσμος έχει νου και γνώση. Οφείλουμε, στον ΣΥΡΙΖΑ, να κάνουμε την επιλογή της πολιτικής αντιπαράθεσης