Oι οικείες ιστορίες ως βάση της συνεννόησής μας

Ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου μιλά για την τάση του θεάτρου να χρησιμοποιεί λογοτεχνικά κείμενα

kostaspapakonstantinou4

Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες αυξάνει συνεχώς η τάση της χρήσης λογοτεχνικών κειμένων στο θέατρο, στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο ελληνικό θέατρο διαπιστώνεται μια κατά κόρον καταφυγή σε λογοτεχνικά κείμενα, την ίδια στιγμή που, ομολογουμένως, υπάρχει μια ύφεση στην παραγωγή θεατρικών κειμένων αλλά και μια ύφεση στην ποιότητα του δραματικού λόγου, με λαμπρές πάντως εξαιρέσεις. Στο φετινό Φεστιβάλ Αθήνας, για παράδειγμα, σχεδόν όλες οι θεατρικές παραστάσεις στηρίζονται σε λογοτεχνικά κείμενα, μερικά εκ των οποίων αποτελούν έκπληξη ακόμα και για τους πιο μυημένους θεατές. Στις 27 Ιουνίου, η «Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών» διοργάνωσε ημερίδα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ με θέμα ακριβώς το φαινόμενο της διασκευής λογοτεχνικών κειμένων στη σύγχρονη σκηνή, στην οποία έλαβαν μέρος θεατρολόγοι και σκηνοθέτες, οι οποίοι παρουσίασαν πολλές και ενδιαφέρουσες πτυχές του θέματος. Ανάμεσά τους, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Κώστας Παπακωνσταντίνου, που είχε κάνει μια εντυπωσιακή και πολύ πρωτότυπη πρόταση με τους «Χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη πριν από λίγα χρόνια και ο οποίος συνέχισε τη δουλειά του με Εφταλιώτη και Μητσάκη. Η «Εποχή» του ζήτησε να μιλήσει για την τάση αυτή και να παρουσιάσει τη δουλειά του.

Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Είστε από τους καλλιτέχνες που έχουν ασχοληθεί –και επιτυχώς – με την παράσταση λογοτεχνικών κειμένων. Τι είναι εκείνο που κάνει ένα σκηνοθέτη, μια ομάδα να προτιμήσει να δουλέψει με λογοτεχνικά κείμενα;
Καταρχάς, να πω ένα μεγάλο μπράβο στην Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών για την πρωτοβουλία τους να οργανώσουν εκδήλωση με θέμα τη «Λογοτεχνία στο θέατρο». Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο θέμα αξίζει και πρέπει κάποια στιγμή να αποτελέσει αντικείμενο ενός συνεδρίου, όπου θα συμμετέχουν όχι μόνον θεωρητικοί και πρακτικοί άνθρωποι του θεάτρου αλλά και φιλόλογοι. Στην ερώτησή σας τώρα, η τάση των τελευταίων χρόνων να ανεβαίνουν μη θεατρικά κείμενα, εκτός από το ότι άνοιξε μια τεράστια δεξαμενή επιλογής έργων, δημιούργησε και έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα θεατρικό διάλογο για το πώς μπορούν να παρουσιαστούν αυτά τα κείμενα, αφού δεν υπάρχει μια ισχυρή παράδοση από το παρελθόν που να μας δείχνει τον δρόμο.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική σκηνή, έπαιξε κάποιο ρόλο η κρίση σε τέτοιες αναζητήσεις;
Με το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στην κοινωνία. Πολλές βεβαιότητες κατέρρευσαν και τα κενά της συλλογικής μας ταυτότητας αποκαλύφθηκαν. Προσωπικά, άρχισα να ψάχνω παλιά διηγήματα που θα μπορούσαν να ανέβουν στο θέατρο, με τη σκέψη ότι οι παλιές, καλές, κοινές μας ιστορίες λειτουργούν σαν τα παραμύθια του παππού και της γιαγιάς. Είναι το πρώτο υλικό για να καταλάβεις τον κόσμο και τον εαυτό σου μέσα σ’ αυτόν. Αναζητούσα λοιπόν, οικείες μας ιστορίες που θα μπορούσαν να είναι η βάση της συνεννόησής μας. Τι μας συνδέει ως κοινωνία; Ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να πάμε; Από πού ερχόμαστε; Δικές μας ιστορίες που θα μας βοηθήσουν να συγχρονιστούμε, ώστε να μπορέσουμε μετά να διαφωνήσουμε, ακόμα και να συγκρουστούμε, αλλά συνειδητά και με στόχο.

Έχει ειπωθεί, από ειδικούς και μερίδα του κοινού, ότι η τάση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως ανέξοδη πρωτοπορία, μια δικαιολογία για να μην αναμετρηθεί ένας καλλιτέχνης με τις δυσκολίες έργων που έχουν γραφεί απευθείας πάνω στις συμβάσεις της δραματουργίας και απαιτούν ερμηνευτικές και υποκριτικές ικανότητες οξυμμένες και μεγάλη θεατρική καλλιέργεια. Τι θα απαντούσατε;
Το θέατρο είναι δύσκολο γενικά. Υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο δύσκολα κείμενα, είτε είναι θεατρικά είτε όχι. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλές εύκολες παραστάσεις, ανεξάρτητα με το αν τα κείμενά τους είναι θεατρικά ή όχι. Αν ασχολείσαι σοβαρά, τα κείμενα έχουν απαιτήσεις…

Ποια κείμενα σας απασχόλησαν;
Έχω σκηνοθετήσει τρία διηγήματα στο θέατρο, τους «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη και τον «Αυτόχειρα» του Μιχαήλ Μητσάκη –το τελευταίο μάλιστα δύο φορές, μία στη Πάτρα σε παραγωγή του θεάτρου Act και μία στην Αθήνα σε δική μου παραγωγή. Το αναφέρω γιατί το 2016 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από το θάνατο του πολύ σημαντικού πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη και δεν έγινε το παραμικρό στην Ελλάδα για την επέτειο αυτή.

Πρόκειται για έργα των αρχών του 20ού αιώνα. Υπάρχει κάποιος λόγος για την επιμονή στην περίοδο;
Και τα τρία λογοτεχνικά έργα που ανεβάσαμε μέχρι τώρα με την ομάδα μας είναι διηγήματα γραμμένα γύρω στο 1900. Από τη μια, η χρονική απόσταση του τότε με το τώρα δεν είναι ούτε πολύ μεγάλη, ώστε να χάνεται η σύνδεση των δύο εποχών, ούτε πολύ μικρή, ώστε να συγχέονται μεταξύ τους. Από την άλλη, δεν έχουν δικαιώματα, και, όπως καταλαβαίνετε, οι ανεξάρτητες παραγωγές δεν έχουν οικονομικές δυνατότητες.

Όλα αυτά τα κείμενα έχουν γλωσσικές ιδιαιτερότητες. Ήταν κίνητρο αυτό για την επιλογή τους;
Η καθαρεύουσα, ως γλώσσα κατασκευασμένη, δεν αφήνει τον θεατή να ταυτιστεί συναισθηματικά με τους ρόλους, αλλά να εστιάζει στην ιστορία, ένα είδος δηλαδή αποστασιοποίησης, χωρίς να χρειάζεται γι’ αυτό μια ξεχωριστή σκηνοθετική ή υποκριτική φόρμα. Την ίδια λειτουργία είχε και η μαλλιαρή δημοτική του Εφταλιώτη. Για εμάς, που ήταν ζητούμενο οι παραστάσεις μας να έχουν πολιτικό χαρακτήρα και να μας επιτρέπουν να σκεφτούμε και να μιλήσουμε πολιτικά, η λειτουργία αυτή της γλώσσας ήταν ένα ανεκτίμητο εργαλείο

Πόσο προκλητική είναι η διασκευή και πάνω σε ποιες αρχές δουλεύετε;
Η μόνη διασκευή που κάναμε στα κείμενα είναι ότι τα παρουσιάσαμε στο θέατρο, ενώ γράφτηκαν για να διαβαστούν. Κατά τα άλλα τα κείμενα τα κρατήσαμε ατόφια. Τον «Αυτόχειρα» του Μητσάκη, που είναι γραμμένος σε πρώτο πρόσωπο, τον παρουσιάσαμε ως μονόλογο. Σ’ αυτήν την περίπτωση, δηλαδή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, τα πράγματα ήταν απλούστερα, επειδή ο αφηγητής παίρνει μέρος στην ιστορία. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση όμως, όπου αφηγητής είναι ο συγγραφέας ο οποίος δεν μετέχει στην ιστορία, χρειάζεται να σκεφτεί κανείς λύσεις. Οι πιο διαδεδομένες πρακτικές είναι είτε η διασκευή του κειμένου είτε η χρήση αφηγητή. Στην πρώτη, το κείμενο αλλοιώνεται, χάνει την αξία του. Στην καλύτερη περίπτωση έχεις ένα καινούριο καλό θεατρικό έργο που απλώς είχε ως αφετηρία ένα λογοτεχνικό κείμενο, αλλιώς έχεις ένα στεγνό κείμενο με δραματουργικά κενά, τα οποία τα συμπληρώνει ο θεατής ξέροντας την ιστορία από το βιβλίο. Η δεύτερη λύση πάλι είναι αντιθεατρική. Το θέατρο είναι κυρίως διάλογος, διαφωνία, σύγκρουση. Αν χρησιμοποιείς αφηγητή, είτε αυτός είναι ανεξάρτητος ρόλος, είτε είναι κάποιος ρόλος της ιστορίας ο οποίος αφηγείται, είτε χρησιμοποιείς ομαδική αφήγηση από όλους τους ρόλους, μπορεί το αποτέλεσμα να είναι καλό αλλά σίγουρα η παράσταση χάνει σε θεατρικότητα.

Εσείς όμως κάνατε μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση στους «Χαλασοχώρηδες» μακράν των επιλογών που περιγράψατε μόλις…
Στους «Χαλασοχώρηδες», επινοήσαμε κάτι με την ομάδα μας, το οποίο θεωρώ ότι αποτελεί πρόταση πάνω στη δραματοποίηση της λογοτεχνίας. Χωρίς να το πειράξουμε καθόλου, μοιράσαμε το κείμενο στους ρόλους που ήδη υπήρχαν στην ιστορία σαν να ήταν ατάκες θεατρικού έργου. Κρατώντας αυτούσιο το κείμενο, παίζουμε την αφήγηση του διηγήματος ως διάλογο. Ουσιαστικά δημιουργήσαμε μια καινούρια διάλεκτο όπου οι ρόλοι μιλούν σε τρίτο πρόσωπο. Όταν το δοκιμάσαμε στις πρόβες, λειτούργησε αμέσως. Το κείμενο στάθηκε πολύ φιλικό απέναντί μας. Μετατρέποντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση σε ατάκες καταργείται ο πλάγιος λόγος του συγγραφέα και γίνεται ευθύς λόγος, θεατρικός. Έχουμε λοιπόν διάλογο, δηλαδή θέατρο χωρίς να διασκευάσουμε το κείμενο. Στη «Μαζώχτρα» του Αργύρη Εφταλιώτη συνεχίσαμε και εξελίξαμε την τεχνική μας.

maro33@otenet.gr