Ο αγώνας για την ισότητα πιο επίκαιρος από ποτέ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Του Αλέξη Χαρίτση*

Εκατόν εννιά χρόνια από τον πρώτο εορτασμό και 162 από την ιστορική απεργία των εργατριών της Νέας Υόρκης, που έδωσε «έναυσμα» για την καθιέρωση της 8ης του Μάρτη ως Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας, ο αγώνας για την εξάλειψη των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών και την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας ανάμεσα στα φύλα παραμένει πιο επίκαιρος από ποτέ.
Ασφαλώς, δεν συμφωνούν όλοι με αυτή τη θέση, δεν είναι λίγοι αυτοί που οχυρώνονται πίσω από την αδιαμφισβήτητη βελτίωση της θέσης των γυναικών και την κατοχύρωση της νομικής ισότητας στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, για να υποστηρίξουν ότι το «γυναικείο ζήτημα» έχει επιλυθεί οριστικά και αυτές που συνεχίζουν να το εγείρουν δεν είναι παρά κάποιες περιθωριακές φεμινίστριες, αθεράπευτα προσκολλημένες στο παρελθόν.

Ανησυχητικές υποχωρήσεις

Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα τους διαψεύδει. Όχι μόνο υπάρχουν πλείστοι τομείς της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, όπου η ισότητα ανάμεσα στα φύλα παραμένει ακόμη ζητούμενη, ακόμη και στις χώρες της Δύσης, αλλά επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε και ανησυχητικές υποχωρήσεις. Πολλές κατακτήσεις του γυναικείου κινήματος, όπως το δικαίωμα στην έκτρωση, τίθενται σε αμφισβήτηση ή αναιρούνται (π.χ. Πολωνία), ενώ σε μια σειρά χώρες βλέπουμε την ανάδυση μια επιθετικής νέας ακροδεξιάς, απροκάλυπτα σεξιστικής, που έχει βάλει τις γυναίκες στο στόχαστρο και διεκδικεί ανοικτά τον περιορισμό των δικαιωμάτων τους (Τραμπ, Μπολσονάρο, Vox στην Ισπανία κλπ). Αυτός ο μαχητικός αντιφεμινισμός, έως μισογυνισμός, της Alt-Right δεν είναι μια δευτερεύουσα πτυχή του προγράμματός της, αλλά αποτελεί βασική συγκροτητική αρχή της κοσμοθεωρίας και της πολιτικής της πρακτικής.
Αλλά και στην Ελλάδα, παρόλο που δεν έχουν εμφανιστεί τέτοια ακραία φαινόμενα, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να υπερηφανευόμαστε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας τις διακρίσεις και την ανισότητα σε βάρος των γυναικών. Η χώρα μας έχει το θλιβερό προνόμιο να φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στο Δείκτη Ισότητας Φύλων, με τις γυναίκες να επωμίζονται το κύριο βάρος της ανατροφής των παιδιών και των οικιακών εργασιών και τους άντρες να εμφανίζονται απρόθυμοι να συνδράμουν (53% στην ανατροφή των παιδιών και μόλις 16% στις δουλείες του σπιτιού). Αντίστοιχα, στην εργασία το ποσοστό απασχόλησης για τους άντρες είναι 61%, ενώ για τις γυναίκες μόλις 43,3%, οι οποίες συνεχίζουν, επιπλέον, να αμείβονται λιγότερο σε όλες σχεδόν τις επαγγελματικές κατηγορίες, σε ποσοστά που ξεκινούν από -5% και φτάνουν έως και στο -20%.
Αυτά είναι λίγα μόνο στοιχεία που δείχνουν ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουμε στον κρίσιμο αυτόν τομέα. Υπάρχουν, βέβαια, και πολλά άλλα που πιστοποιούν την άνιση μεταχείριση των γυναικών, τα οποία δεν μπορούν να αποτυπωθούν ποσοτικά, είναι ωστόσο αναπόσπαστο τμήμα της καθημερινότητας τους. Από τις σεξιστικές αναπαραστάσεις και τη συστηματική αντικειμενοποίηση τους στα ΜΜΕ, μέχρι τη σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας και την ενδημική βία στην ιδιωτική σφαίρα, οι γυναίκες συνεχίζουν ακόμη και σήμερα, το 2019, να αντιμετωπίζονται πολλές φορές σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Βασικό επίδικο για μια πιο δίκαιη κοινωνία

Το αίτημα λοιπόν, για την ισότητα των φύλων δεν είναι ένας ιστορικός αναχρονισμός, ούτε μια εκκεντρικότητα κάποιων υπερευαίσθητων μειοψηφιών. Αποτελεί βασικό επίδικο της πάλης για μια πιο δίκαιη κοινωνία στο σήμερα και του αγώνα για τη διεύρυνση και κατοχύρωση ίσων δικαιωμάτων για όλους και όλες, στον οποίο η δική μας Αριστερά, η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, πρωτοστατεί. Με αυτόν το γνώμονα, το υπουργείο Εσωτερικών κατέθεσε προς ψήφιση αυτές τις μέρες στη Βουλή (με τη συζήτηση να συμπίπτει με την Παγκόσμια Ημέρα των Γυναικών) ένα πολύ σημαντικό νομοσχέδιο για την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας.
Είναι ένα νομοσχέδιο «ομπρέλα» που διατρέχει οριζόντια το σύνολο κοινωνικών και ιδιωτικών σχέσεων, συμβάλλοντας στην άρση των διακρίσεων και την καταπολέμηση της βίας σε βάρος των γυναικών. Θεσμοθετεί και ενθαρρύνει στοχευμένες παρεμβάσεις, οι οποίες έρχονται να αναμετρηθούν με παγιωμένες πρακτικές και νοοτροπίες που εμποδίζουν την ουσιαστική ισότητα των φύλων.
Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της εκπροσώπησης των γυναικών στη Βουλή, αυξάνοντας την ποσόστωση των γυναικών στα ψηφοδέλτια από το 30% επί του συνόλου των υποψηφίων που είναι σήμερα, στο 40% (ανάλογο ποσοστό έχει θεσμοθετηθεί ήδη για τις αυτοδιοικητικές εκλογές). Επιπλέον, εισάγει τη διάσταση του φύλου στη σύνταξη των δημοσίων εγγράφων, απαγορεύοντας τη χρήση γλώσσας που εμπεριέχει ή υποκρύπτει έμφυλη διάκριση, καθώς και σε όλα τα στάδια σχεδιασμού, εφαρμογής και αξιολόγησης των δημόσιων πολιτικών στον τομέα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Στόχος μας είναι η εξάλειψη όχι μόνο των συνεπειών, αλλά και των παραγόντων που οδηγούν σε φαινόμενα φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού των γυναικών.
Κρίσιμες, επίσης, είναι οι διατάξεις που αφορούν την εργασία και οι οποίες μεριμνούν για την κατοχύρωση της ισότητας των φύλων στην απασχόληση, υποχρεώνοντας τους εργοδότες να φροντίζουν για την εξάλειψη των παραγόντων που ευνοούν τις διακρίσεις λόγω φύλου στο περιβάλλον της εργασίας. Αλλά και στον ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των ΜΜΕ, το νομοσχέδιο περιλαμβάνει ένα συνεκτικό σύνολο από ρυθμίσεις για την προβολή μιας ισότιμης, και απαλλαγμένης από σεξιστικά στερεότυπα, εικόνας του γυναικείου φύλου.
Πιο σημαντικές, ωστόσο, είναι οι πρόνοιες για την οργάνωση και τη λειτουργία, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ενός ολοκληρωμένου δικτύου τοπικών δομών για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η λειτουργία Συμβουλευτικών Κέντρων Γυναικών σε όλη τη χώρα, τα οποία θα στελεχωθούν από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό και θα λειτουργούν υπό την ευθύνη του ΥΠΕΣ. Τα κέντρα αυτά θα παρέχουν βοήθεια, καθώς και εξειδικευμένη ψυχοκοινωνική και νομική υποστήριξη σε γυναίκες που έχουν υποστεί βία, ενώ προβλέπεται ακόμη η λειτουργία ξενώνων φιλοξενίας, που θα εξασφαλίζουν ασφαλή διαμονή στις ίδιες και τα ανήλικα παιδιά τους.
Τέλος, το νομοσχέδιο προβλέπει τη δημιουργία υπηρεσιακών μονάδων (στη Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων του ΥΠΕΣ) που θα παρέχουν οργανωμένη υποστήριξη, 24 ώρες το 24ωρο και 365 μέρες το χρόνο, αξιοποιώντας κάθε γνωστή μέθοδο επικοινωνίας (ήδη λειτουργεί η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900), με αντικείμενο την άμεση ψυχοκοινωνική και συμβουλευτική υποστήριξη στις γυναίκες θύματα βίας, αλλά και την ολόπλευρη πληροφόρηση πάνω στα ζητήματα της ισότητας των φύλων.
Πρόκειται, λοιπόν, για μια ολοκληρωμένη θεσμική παρέμβαση που έρχεται να καλύψει σημαντικά κενά της νομοθεσίας σε ό,τι αφορά την προώθηση της ισότητας των φύλων και την καταπολέμηση της βίας σε βάρος των γυναικών και να εισάγει πιο επιτακτικά ή και για πρώτη φορά, τη διάσταση του φύλου σε μια σειρά πεδία του κοινωνικού και οικονομικού βίου.
Φυσικά, δεν έχουμε καμία αυταπάτη ότι ένα νομοσχέδιο από μόνο του θα φέρει την εξάλειψη των διακρίσεων και την ισότητα των φύλων. Αποτελεί, ωστόσο, ένα αξιόλογο βήμα προς τα εμπρός. Οι νομικές ρυθμίσεις είναι ένα επιπλέον σημαντικό εργαλείο στα χέρια των γυναικών, αλλά και όσων παλεύουν για ουσιαστική ισότητα. Διαμορφώνουν νέα ηθικά κριτήρια για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εκπαιδεύουν τους πολίτες και συντείνουν στη δημιουργία μιας άλλης κοσμοαντίληψης, περισσότερο εξισωτικής και δίκαιης.

* Υπουργός Εσωτερικών.