Ο αναπτυξιακός σχεδιασμός απαιτεί τους ανάλογους τραπεζίτες

 

Την περασμένη Παρασκευή ολοκληρώθηκε η απομάκρυνση του Λεωνίδα Φραγκιαδάκη από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ). Εξέλιξη που μόνο έκπληξη δεν προκάλεσε, τόσο στο εσωτερικό της ΕΤΕ όσο και στο πιστωτικό σύστημα γενικότερα, καθώς η διάσταση απόψεων του κ. Φραγκιαδάκη με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) -βασικό μέτοχο της ΕΤΕ- σε κεντρικούς άξονες στρατηγικής ήταν γνωστή εδώ και αρκετούς μήνες.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΤΕ συγκλήθηκε εκτάκτως της περασμένη Παρασκευή και, παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, ο πρόεδρος Κώστας Μιχαηλίδης επέλεξε για άλλη μια φορά να συμμετέχει… δια τηλεφώνου. Έχει γίνει συνήθεια, άλλωστε, τους τελευταίους μήνες τα ΔΣ της ΕΤΕ να πραγματοποιούνται μέσω τηλεδιάσκεψης, καθώς το πρόγραμμα του προέδρου δεν του επιτρέπει να βρίσκεται συχνά στην Ελλάδα και στα καθήκοντα του.
Η στάση αυτή του κ. Μιχαηλίδη προκαλεί αν μη τι άλλο μεγάλο προβληματισμό στο εσωτερικό της ΕΤΕ, καθώς ο πρόεδρος της ΕΤΕ έχει διαχρονικά σημαίνοντα ρόλο στην ελληνική οικονομία. Το κύρος του εκάστοτε πρόεδρου πρέπει να είναι ανάλογο του ονόματος και της βαρύτητας της ΕΤΕ, ενώ όποτε κρίνεται απαραίτητο πρέπει να δίνει το στίγμα των οικονομικών εξελίξεων.
Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι, σε μια περίοδο που η χώρα και η οικονομία έχει μεγάλη ανάγκη από τις ισχυρές προσωπικότητες του τραπεζικού συστήματος, ο πρόεδρος της ΕΤΕ είτε δεν επαρκεί είτε πιο απλά… επιλέγει ως στάση την απουσία. Χωρίς φυσική παρουσία στα ΔΣ της ΕΤΕ, χωρίς άμεση επικοινωνία με τους συνεργάτες του και τα υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας, δεν μπορεί να έχει πλήρη εικόνα της οικονομικής, τραπεζικής και επιχειρηματικής πραγματικότητας της χώρας θέτοντας ουσιαστικά εαυτόν απών από τις εξελίξεις.

Ανησυχητικές διαστάσεις

Η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος και ο στρεβλός νόμος που επεβλήθη από τους δανειστές, επέβαλε δυστυχώς στα ΔΣ των τραπεζών στελέχη, τα οποία προέρχονταν είτε από μικρές τράπεζες με περιφερειακή παρουσία σε χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, είτε από κάποια μικρά funds, που παραδόξως εξειδικεύονταν στους τομείς της οργάνωσης και των ηλεκτρονικών συστημάτων, με αποτέλεσμα να είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να παίξουν ένα ουσιαστικό ρόλο στη διοίκηση των ελληνικών τραπεζών.
Αν στα παραπάνω προσθέσουμε και την απομάκρυνση παραδοσιακών ελλήνων επιχειρηματιών από τα ΔΣ των τραπεζών και την αντικατάσταση τους με τεχνοκράτες, που δεν έχουν καμία εικόνα της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας, τότε γίνεται σαφές το νέο μοντέλο που επέβαλαν τα κέντρα των αποφάσεων για τις ελληνικές τράπεζες. Μια τέτοια, άλλωστε, επιλογή ήταν και ο κ. Φραγκιαδάκης, αφού πρώτα το SSM (Εποπτικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) είχε απορρίψει τον Γιώργο Μιχελή για τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΤΕ, στέλεχος με μεγάλη εμπειρία και βαθύ γνώστη του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.
Η κατάσταση στο εσωτερικό των ελληνικών τραπεζών έχει πάρει πλέον ιδιαίτερα ανησυχητικές διαστάσεις καθώς με τα κριτήρια που επιβλήθηκε η επιλογή Φραγκιαδάκη, με τα ίδια επιλέγονται και τα μέλη των ΔΣ. Η αποτυχημένη στην πράξη συνταγή εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη.

Το υφιστάμενο μοντέλο απέτυχε

Υπήρξε μεγάλη ανάγκη για ένα στρατηγικό επανασχεδιασμό του ρόλου που έπρεπε να παίξουν οι τράπεζες μέσα στο νέο πλαίσιο της οικονομίας και της νέας πολιτικής κατάστασης. Οι επιλογές, ωστόσο, που έγιναν δεν εξυπηρέτησαν αυτή την ανάγκη. Δεν υπήρξε η κατάλληλη συνεργασία ενώ τα πρόσωπα που τελικά επελέγησαν δεν υποστήριξαν τις παραπάνω επιλογές και τη νέα οικονομική πολιτική. Ο κ. Φραγκιαδάκης δεν ήταν επιλογή, ήταν ανάγκη.
Είναι πλέον πασιφανές ότι ο νόμος και τα κριτήρια επιλογής ανώτερων στελεχών στις τράπεζες είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει. Το υφιστάμενο μοντέλο απέτυχε.
Η αυτονόμηση των ΔΣ των Τραπεζών, όπως και του ΤΧΣ, είναι πλέον γεγονός. Την ίδια στιγμή το ελληνικό Δημόσιο, που μετέχει στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών ενώ κάλυψε και τις τέσσερις ανακεφαλαιοποιήσεις, δεν έχει την παραμικρή παρέμβαση στις εξελίξεις. Ως εκ τούτου, το αυτονομημένο ΤΧΣ και τα στελέχη αμφιβόλου εμπειρίας και γνώσης της ελληνικής οικονομίας, δύσκολα θα αντιληφθούν τις κρίσιμες και ουσιαστικές αποφάσεις που απαιτούνται για την επόμενη μέρα τραπεζών και οικονομίας.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν οι προσωπικότητες εκείνες που θα πάνε κόντρα σε ΤΧΣ και SSM, θεσμούς που θέλουν τη συρρίκνωση και τη στασιμότητα των ελληνικών τραπεζών. Χωρίς αναπτυξιακές τράπεζες δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη της οικονομίας. Απαιτείται πλέον, με αρχή την ΕΤΕ, να συγκροτηθούν στις τράπεζες διοικητικές ομάδες με γνώση της αγοράς και της πραγματικής οικονομίας, με διάθεση στήριξης του αναπτυξιακού σχεδίου της χώρας, βεβαίως ανεπηρέαστες από κομματικές ή άλλες αγκυλώσεις.

Δανάη Ψωμοπούλου