Ο αντιρατσιστικός αγώνας στη Γερμανία και η ταυτότητα της εργατικής τάξης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος του άρθρου του Λέανδρου Φίσερ, που δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Jacobin στις αρχές του μήνα σχετικά με τη στρατηγική της Ζάρας Βαγκενκνεχτ με στόχο την αναχαίτιση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (ΕγΓ).

 

Του Λέανδρου Φίσερ

Από τη μεταστροφή της ΕγΓ σε ανοιχτά ρατσιστικό κόμμα από ευρωσκεπτικιστικό τον Ιούλιο του 2015, οι Βαγκενκνεχτ και Λαφοντέν επιτίθενται στο σχηματισμό αυτό μόνο για το κατ’ επίφαση ενδιαφέρον τους για τους αδύναμους, αρνούμενοι αμφότεροι να αναφερθούν στο ρατσισμό που αποτελεί πυρηνικό στοιχείο του κόμματος. H στάση της Βάγκενκνεχτ αφενός και η «επίσημη» προθυμίας του Ντι Λίνκε να συμμαχήσει με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και τους Πράσινους, αμφότερα απαξιωμένα, έδωσαν στη Μέρκελ τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως η ηγέτιδα του κινήματος υποδοχής των προσφύγων και να προτάξει τον εαυτό της ως το λογικό ευρωπαϊκό αντίδοτο στον ξενοφοβικό αριστερό και δεξιό λαϊκισμό.
Εδώ βρίσκεται και το κύριο λάθος της ανάλυσης του Σμιτς. Λανθασμένα ερμηνεύει την απόφαση της Μέρκελ να επιτρέψει την παραμονή των προσφύγων ως πράξη «πολιτικής ιδιοφυΐας», επιτρέποντάς της έτσι να απευθύνεται τόσο τους «φιλελεύθερους κεντρώους» όσο και στους μικρόνοες ξενοφοβικούς. Αυτό φυσικά κρύβει το γεγονός οτι οι πρόσφυγες ήρθαν στη Γερμανία πριν η Μέρκελ κάνει ή πει το οτιδήποτε. Ανάγκασε ακόμα και μια παλαιστίνια έφηβη που μεγάλωσε στη Γερμανία να ξεσπάσει σε κλάματα ζωντανά σε εθνικό δίκτυο, υιοθετώντας αυτό που τώρα είναι το βασικό επιχείρημα της Βαγκενκνεχτ, ότι δηλαδή «δεν μπορούμε να αφήσουμε τους πάντες να μπούνε». Η απόδοση φιλελεύθερων χαρακτηριστικών στη Μέρκελ δεν είναι σύμφωνη με το βασικό ρόλο που παίζει η Γερμανία στη θεσμοποίηση της πολιτικής της «Ευρώπης φρουρίου» σε επίπεδο ΕΕ.
Ακόμα και αν η αύξηση της χαμηλόμισθη εργασία και τα συνεπακόλουθα οφέλη του κεφαλαίου έπαιξαν ρόλο στην απόφασή της το 2015, μια πιθανότερη εξήγηση είναι ότι, αντιμέτωπη με την αυτόνομη κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων αποφασισμένων πολιτών, η Μέρκελ πήρε ένα πολιτικό ρίσκο. Βραχυπρόθεσμα αποδείχθηκε επιτυχημένο, επιτρέποντας της να διευρύνει το πολιτικό της κεφάλαιο. Τίποτα, ωστόσο, δεν ακυρώνει το μύθο της «φιλελεύθερης Μέρκελ» καλύτερα από την επαίσχυντη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας υπό την αιγίδα της Καγκελαρίου, που στόχο έχει να αναθέσει την αστυνόμευση των συνόρων της ΕΕ στον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν, μια συμφωνία που η Μέρκελ στέργει να αναπαράξει και με τις χώρες της Βόρειας Αφρικής. Αν η Μέρκελ μπορεί να παρουσιαστεί ως ανθρωπίστρια, είναι όχι λόγω της ιδιοφυΐας της, αλλά λόγω της κατεύθυνσης που παίρνει η ασκούμενη από τη Βάγκενκνεχτ κριτική, που επιτρέπει στη Μέρκελ να παρουσιάζεται ως υπερασπίστρια ενός ανθρωπισμού του Κέντρου έναντι των δύο άκρων.
Μια επίσης προβληματική πλευρά της ανάγνωσης της Βάγκενκνεχτ είναι η ασυζητητί αποδοχή του αντιρατσισμού του Κέντρου, θεωρώντας, για παράδειγμα, ότι η μόνη εναλλακτική βρίσκεται στον ανταγωνισμό με το φιλελεύθερο Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP) και τους Πράσινους για τον τίτλο «του πραγματικά προοδευτικού κόμματος» μιας ρηχής πολυπολιτισμικότητας.

Ο ρατσισμός του Κέντρου

Ο Σμιτς ξεχνάει ότι αυτά τα δύο κόμματα έχουν απορρίψει την ιδέα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας εδώ και πολύ καιρό. Ο ρατσισμός της ΕγΓ και του Πεγκίντα δεν είναι αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης εξέγερσης των γερμανών υποτελών ή η αντανακλαστική απόκριση στην καθοδική κοινωνική κινητικότητα και την απώλεια της έννοιας της κοινότητας. Θα ήταν αδιανόητος χωρίς το ρατσισμό που καλλιεργείται, καιρό τώρα από τις πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να οικειοποιηθούν τον αντιρατσισμό.
Η ισλαμοφοβία ήταν μια αποδεκτή μορφή ρατσισμού στη Γερμανία εδώ και αρκετό καιρό. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι το Πεγκίντα στη Σαξωνία, ένα κίνημα που εκφράζει τη δυσαρέσκεια της χτυπημένης από την κρίση μεσαίας τάξης σ’ ένα ομοσπονδιακό κράτος με ένα υπολογίσιμο ποσοστό μουσουλμάνων, εξέφρασε τα αιτήματά του εντός του αποδεκτού πλαισίου της «υπεράσπισης της Δύσης» μπροστά στο φόβο του «εξισλαμισμού». Τώρα, ο ρατσισμός του κέντρου έχει επιστρέψει για να το στοιχειώσει με τη μορφή μιας σοβαρής εκλογικής πρόκλησης. Αντίθετα με την επιχειρηματολογία της Βάγκενκνεχτ, η ΕγΓ δεν είναι ένα ακόμα νεοφιλελεύθερο κόμμα. Ο ρατσισμός του δεν είναι τυχαίος, ούτε δευτερεύον χαρακτηριστικό ενός «λαϊκιστικού» σχηματισμού· είναι η ψυχή του. Και όπως το γαλλικό Εθνικό Μέτωπο, η ΕγΓ είναι απόλυτα ικανή να οικειοποιηθεί αριστερά αιτήματά, όπως η υπεράσπιση του κατώτατου μισθού, αν έτσι εξασφαλίσει την υποστήριξη της εργατικής τάξης. Ωστόσο, το τσουβάλιασμα της ΕγΓ στο νεοφιλελεύθερο μπλοκ και η υποβάθμιση του ρατσισμού ή του κινδύνου που προκύπτει από την κοινωνική του δημαγωγία ισοδυναμεί με αδιαφορία για το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του.

Το λαϊκό μέτωπο της Βάγκενκνεχτ

Γιατί, λοιπόν, η Βαγκενκνεχτ επέλεξε να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή σε ότι αφορά την ΕγΓ; Ο Φόλκερ Σμιτς διαπράττει ένα ακόμα λάθος, προσπαθώντας να εξηγήσει την προσέγγισή της αποκλειστικά μέσω της επιθυμίας να προσεγγίσει τα καθημαγμένα τμήματα της εργατικής τάξης που σαγηνεύονται από την ΕγΓ, αν και πιθανότατα έχει δίκιο όταν συμπεριλαμβάνει στους επιθυμητούς αποδέκτες των μηνυμάτων της Βαγκενκνεχτ τη μεσαία τάξη.
Από εξέχον και αμετανόητο μέλος της κομμουνιστικής πλατφόρμας του Ντι Λίνκε, η εξοικειωμένη με τα μίντια Βάγκενκνεχτ αγκάλιασε την «κοινωνική οικονομία της αγοράς», ενώ επαινούσε το οικονομικό μοντέλο της Δυτικής Γερμανίας. Το πρόσφατο βιβλίο της «Reichtum Ohne Gier» ενστερνίζεται της αρετής της «υγειούς επιχειρηματικότητας», που μοχθεί υπό το ζυγό του «οικονομικού φεουδαρχισμού» του σημερινού καπιταλισμού. Αφενός τα επιχειρήματα αυτά μπορούν να ερμηνευθούν ως μέρος ενός μοτίβου της αποξενωμένης μετα-κομμουνιστικής αριστεράς της Ανατολικής Γερμανίας, που προσπαθεί να καταστήσει δημοφιλείς σε ένα ευρύτερο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των καπιταλιστών, προοδευτικές ιδέες, παρουσιάζοντάς τις ως λογικές και επωφελείς για όλους. Αφήνοντας, όμως, στην άκρη αυτή την παραδοξότητα του γερμανικού πολιτικού πολιτισμού, οι νέες ιδέες της Βάγκενκνεχτ και η προσέγγιση του προσφυγικού ζητήματος πρέπει να ιδωθούν ως τμήμα μιας ευρύτερης προσπάθειας επαναθεμελίωσης της Αριστεράς στη βάση της εθνικής κυριαρχίας. Η στρατηγική υπαγορεύει ένα τρόπον τινά «λαϊκό μέτωπο» με τις γερμανικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η σωστή κριτική της Βαγκενκνεχτ για το ευρώ, αν δεν αποτελεί τμήμα μιας γενικότερης αντικαπιταλιστικής προοπτικής ανοίγει μια οδό συνεννόησης με τους ευρωσκεπτικιστές μικροαστούς. Η σφοδρή αντίθεσή της στην υιοθέτηση μιας επιθετικής στάσης προς τη Ρωσία συντονίζεται με ένα τμήμα του γερμανικού κεφαλαίου που αντιτίθεται στις κυρώσεις και είναι δύσπιστο προς τις πολιτικές των ΗΠΑ. Η καταδίκη του αυταρχισμού στην Τουρκία και η χοντροκομμένη παρουσίαση του ΙΚΙΛ ως πνευματικού παιδιού του Ερντογάν, μπορεί εύκολα να συνδυαστεί με τον τυπικό αντιτουρκικό ρατσισμό που ευδοκιμεί στη Γερμανία. Η οικειοποίηση των ζητημάτων της εσωτερικής ασφάλειας και η απαίτηση για απελάσεις προσφύγων που κρίνονται ένοχοι για εγκληματικές πράξεις, δεν είναι τόσο μια προσπάθεια σύνδεσης με τους φόβους της γερμανικής μεσαίας τάξης, αλλά μια καιροσκοπική προώθηση των προκαταλήψεών της, ακόμα και αν ο εκφρασμένος στόχος είναι η αναχαίτιση της ανόδου της ΕγΓ.
Παρά τις ομοιότητές τους, οι προσεγγίσεις των Βαγκενκνεχτ και Λαφοντέν, που συχνά περιγράφονται ως «λαϊκιστικές» έχουν μια σημαντική διαφορά. Παρά τη λανθασμένη προσέγγιση, ο οικονομισμός του Λαφοντέν αντικατοπτρίζει την άσχημη κατάσταση του γερμανικού εργατικού κινήματος, που συνοψίζεται σε μια στενή σοσιαλδημοκρατική θέση σχετικά με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Ως τέτοια μπορεί εύκολα να αμφισβητηθεί με την απόδειξη οτι ένα ενιαίο μέτωπο γερμανών και αλλοδαπών εργαζομένων προβληματίζει τους καπιταλιστές.
Η Βάγκενκνεχτ από την άλλη μεριά έχει οικοδομήσει μια αντίληψη για τον κόσμο η οποία ενώ εμφανίζεται ως ριζοσπαστικότερη με βάση τα διαπιστευτήριά της, έχει στο κέντρο της την ταξική συνεργασία εναντίον του παγκόσμιου κεφαλαίου. Ο στρατηγικός στόχος της αντίληψη αυτής δεν είναι τόσο μια σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά μια κοινωνία που μοιάζει στη Δυτική Γερμανία του Βίλι Μπραντ και του Χέλμουτ Σμιτ: ένας ρυθμισμένος και εθνικά κυρίαρχος καπιταλισμός με κοινωνική πρόνοια και μια συγκρατημένη εξωτερική πολιτική που προσπαθεί να επικοινωνήσει με τη Ρωσία. Αν και μπορεί να μοιάζει περισσότερο πραγματιστικό, ένα τέτοιο όραμα δεν μπορεί να εμπνεύσει τα εκατομμύρια των πολιτών της Γερμανίας που σε όλη τους τη ζωή βιώνουν την εργασιακή επισφάλεια. Αυτή η έμμεση εξιδανίκευση του παρελθόντος τείνει επίσης να ξεχνά ότι η κεϋνσιανή Γερμανία ήταν μια βαθιά ρατσιστική κοινωνία με τους γκασταρμπάιτερ να βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο ρατσισμός και η γερμανική εργατική τάξη

Ποια είναι η ταυτότητα της γερμανικής εργατικής τάξης, επομένως και πώς σκέπτεται αυτή; Ο Σμιτς κριτικάρει του αριστερούς της μεσαίας τάξης, τους οποίους αποκαλεί «ουσιοκράτες» και κατηγορεί για πολιτική ορθότητα. Αλλά μοιράζεται μια κοινή υπόθεση με αυτούς, όταν δηλώνει ότι οι ακτιβιστές του Ντι Λινκε «θα πρέπει να αποδεχτούν ότι πολλοί Γερμανοί δεν θα απολέσουν τις προκαταλήψεις τους τόσο εύκολα». Δεν είναι σαφές αν μοιράζεται τη διάχυτη μοιρολατρία που εκφράζεται από πολλούς στη γερμανική ριζοσπαστική αριστερά, περί της τάσης των γερμανών εργάτες στο ρατσισμό και την ξενοφοβία. Αν και αμβλύνει αυτό το επιχείρημα, λέγοντας ότι «η συνδυασμένη δράση των περιθωριοποιημένων τάξεων» θα υπερβεί αυτές τις προκαταλήψεις, δεν γίνεται σαφές με ποιον τρόπο η στρατηγική της Βαγκενκνεχτ ευνοεί αυτή τη «συνδυασμένη δράση».
Εδώ βρίσκεται και το πρόβλημα στα επιχειρήματα που δηλώνουν ότι ο δρόμος για την αναζωογόνηση της Αριστεράς περνάει από την κατανόηση των φόβων της εργατικής τάξης που προκαλούνται από τους πρόσφυγες —εμμέσως αναγνωρίζει σαν κύρια πηγή του ρατσισμού, τις οικονομικές δυσκολίες των εργαζομένων, εκφρασμένες σαν μια γενικευμένη παθολογία, αφήνοντας έτσι το κεφάλαιο στο απυρόβλητο. Ασφαλώς, οι εργαζόμενοι μπορούν να είναι ρατσιστές, σεξιστές και ομοφοβικοί. Αλλά ενώ ο ρατσισμός μπορεί να είναι ευρέως διαδεδομένος στην εργατική τάξη, η προέλευσή του βρίσκεται αλλού. Ο αντισημιτισμός των Ναζί, για παράδειγμα, δεν προερχόταν από τους εργαζόμενους, αλλά από τους δικηγόρους, τους μηχανικούς, τους γιατρούς και τους ακαδημαϊκούς, ακόμα και αν εκατομμύρια εργαζόμενοι ήταν ευάλωτοι στο φασιστικό δηλητήριο.
Τούτου δοθέντος, η καταπολέμηση του ρατσισμού της ΕγΓ σήμερα πρωτίστως σημαίνει να καταστεί σαφές ποιοι είναι οι «συνηθισμένοι πολίτες» που το Ντι Λίνκε προσπαθεί να προσεγγίσει. Είναι οι εργαζόμενοι που είδαν το βιωτικό τους επίπεδο να πέφτει και τους πραγματικούς μισθούς να παραμένουν στάσιμοι για χρόνια; Ή είναι οι διαδηλωτές του Πεγκίντα, προερχόμενοι από τη μεσαία τάξη, που κατηγορούν για τα αδιέξοδά τους τη μηχανοραφία της «φιλελεύθερης Μέρκελ», των αντιφασιστών και του ΙΚΙΛ;
Δεύτερον, σημαίνει ότι αναγνωρίζει την ύπαρξη όχι μιας εθνικής γερμανικής εργατικής τάξης με συγκεκριμένα κοινωνικά συμφέροντα, αλλά μια γερμανική εργατική τάξη που αποτελείται από Γερμανούς, Τούρκους, Κούρδους, Έλληνες, Ιταλούς και άλλες εθνικότητες, η οποία σύντομα θα περιλαμβάνει και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό Σύριων και Ιρακινών. Η Γερμανία σήμερα έχει μια μεγάλη κοινωνική ποικιλομορφία που περιλαμβάνει μετανάστες πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν το ένα τέταρτο του πληθυσμού της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας, του κρατιδίου με το μεγαλύτερο πληθυσμό. Η στρατηγική της «προσέγγισης της εργατικής τάξης» δεν μπορεί να περιορίζεται από το φόβο της «πολιτισμικής μεταβολής» που εκ φύσεως δεν στρέφεται εναντίον του κεφαλαίου, αλλά εναντίον ενός σημαντικού τμήματος της εργατικής τάξης.
Τρίτον, σημαίνει ότι η Αριστερά θα πρέπει να αποφεύγει οποιαδήποτε συναινετική ρητορική προς την κυρίαρχη εκφορά λόγου της ασφάλειας και των «περιορισμένων δυνατοτήτων», όταν αντιμετωπίζει το ρατσισμό εντός της εργατικής τάξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετεί μια στάση ηθικής ανωτερότητας εναντίον των «οπισθοδρομικών τμημάτων της εργατικής τάξης». Μ’ ένα τρόπο ο Σμιτς έχει δίκιο όταν καταδεικνύει μια αλαζονική συμπεριφορά από μερικούς στον αριστερό ακαδημαϊκό χώρο απέναντι σε όσους δεν συμμετέχουν στον προοδευτικό δημόσιο διάλογο και την απόλυτη περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζονται συνήθως οι απλοί εργαζόμενοι.
Επιχειρήματα ανάλογα αυτών του Σμιτς πρέπει επίσης να γίνονται αντιληπτά ως μια απάντηση στην αποτυχία της ιδεολογίας των «αριστερών ευρωπαϊστών», η οποία είχε διαδοθεί στους κόλπους της Αριστεράς κατά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Μεταξύ άλλων η ιδεολογία αυτή περιελάμβανε την ιδέα μιας «δημοκρατικής ΕΕ» με μια «ευρωζώνη βασισμένη στην αλληλεγγύη» και συχνά την απόρριψη πολιτικών της εργατικής τάξης ως «παρωχημένων» με την ταυτόχρονη αντικατάστασή τους με έναν αφηρημένο «λαϊκισμό», συνοδευόμενο από έναν αντιρατσισμό χωρίς ταξική αναφορά. Αυτός ο θολός δημόσιος λόγος υιοθετήθηκε από μερίδες του Ντι Λίνκε που έκλιναν περισσότερο προς τη συμμετοχή σε κυβερνήσεις συνεργασίας με το ΣΚ και του Πράσινους, κάτι στο οποίο η Βαγκενκνεχτ και ο Λαφοντέν ήταν απολύτως αντίθετοι.

Ο κεντρικός χαρακτήρας του αντιρατσιστικού αγώνα

Ο αγώνας ενάντια στο ρατσισμό έχει κεντρική σημασία στη Γερμανία σήμερα. Είναι το επίκεντρο της πόλωσης, στρέφοντας κάθε δημοκράτη ενάντια στο ρατσισμό όχι μόνο της ΕγΓ, αλλά και του Κέντρου που γέννησε τον πρώτο. Είναι λάθος να αντιπαρατάσσουμε σ’ αυτό τον επείγοντα αγώνα και τα άμεσα καθήκοντά του έναν αφηρημένο αγώνα (πώς και με ποιον;) ενάντια στα νεοφιλελεύθερα κόμματα «των οποίων οι κοινωνικές πολιτικές καθιστούν εξ αρχής δυνατό το ρατσισμό».
Η απάντηση βρίσκεται στον εμπλουτισμό του αντιρατσισμού με κοινωνικοοικονομικά αιτήματα. Αλλά αυτό δεν θα γίνει αυτόματα. Το κλειδί γι’ αυτό είναι η δράση των κοινωνικών υποκειμένων, όπως συνέβη στην Ελλάδα, στην οποία το αντιφασιστικό κίνημα έχει σχηματίσει με επιτυχία το δικό του αφήγημα, στο οποίο οι ντόπιοι εργαζόμενοι και οι πρόσφυγες είναι θύματα της ίδιας πολιτικής, ή στην Καταλονία όπου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών απαίτησαν την είσοδο περισσότερων προσφύγων.
Ο αγώνας εναντίον της ΕγΓ δίνει ήδη καρπούς, καθώς χιλιάδες διαδήλωσαν ενάντια σε μια συνάντησή της στην πόλη Μίνστερ, ενώ στην Κολονία μαζικές διαδηλώσεις από έναν ευρύ συνασπισμό δυνάμεων αναμένονται αυτό τον Απρίλιο στο εθνικό συνέδριό της. Αν το καθήκον της πάλης ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό με έμφαση στο κεντρικό χαρακτήρα της αντιμετώπισης του ρατσισμού και της υποστήριξης των προσφύγων φαντάζει σχεδόν ουτοπικό στη Γερμανία σήμερα, είναι γιατί ο γερμανικός καπιταλισμός είναι πολύ ισχυρότερος των ομόλογων νοτιοευρωπαϊκών και όχι γιατί οι γερμανοί εργαζόμενοι είναι περισσότερο ρατσιστές από τους άλλους. Ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης σε έναν αυξανόμενο αριθμό μη τυπικών εργαζόμενων και ένα σχετικά πιο εύπορο πυρήνα εργατικής δύναμης αντικατοπτρίζεται και σε πολιτισμικό επίπεδο μ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα τριών ταχυτήτων το οποίο εμποδίζει την ενότητα της εργατικής συνείδησης.
Ωστόσο, αυτό είναι το μόνο διαθέσιμο μονοπάτι για την Αριστερά, το οποίο αν αποδειχθεί επιτυχημένο θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια τομή για όλη την Ευρώπη. Αποδεχόμενοι ότι οι δυνατότητες είναι «περιορισμένες» σημαίνει ότι διαξάγουμε το δημόσιο διάλογο για τους πρόσφυγες και τη λιτότητα με τους όρους του κεφαλαίου. Οι Βαγκενκνεχτ και Λαφοντέν έχουν μακρά παράδοση στην έκφραση των ριζοσπαστικών ενστίκτων του Ντι Λίνκε. Δεν θα πρέπει να αμαυρώσουν το «μητρώο» τους αποδεχόμενοι αυτούς τους όρους.

Μετάφραση: Πέτρος Κοντές

* Ο Λέανδρος Φίσερ είναι επιστημονικός συνεργάτης στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου στη Λευκωσία

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Jacobin στις 03.03.2017 με τίτλο «Why Wagenknecht Will Fail»