Ο αξιακός αντιρατσισμός και η αναχαίτιση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία

sara1

Σε όλη την Ευρώπη ο δημόσιος διάλογος για τη στάση της Αριστεράς απέναντι στην άνοδο της ακροδεξιάς έχει οξυνθεί. Σε προηγούμενα φύλλα της «Εποχής» έχουμε ασχοληθεί με τη συζήτηση περί αριστερού λαϊκισμού και των κινδύνων που ελλοχεύουν σ’ αυτή τη στρατηγική. Σήμερα δημοσιεύουμε το πρώτο μέρος ενός εκτενούς άρθρου που δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Jacobin, το οποίο ασχολείται με την υιοθέτηση εκ μέρους της Ζάρας Βάγκενκνεχτ και του Όσκαρ Λαφοντέν στοιχείων της ρητορικής της Εναλλακτικής για τη Γερμανία σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των προσφυγικών ροών στη Γερμανία. Η έκταση του πρωτότυπου άρθρου μας αναγκάζει, αν και δεν το συνηθίζουμε, να το δημοσιεύσουμε σε δύο συνέχειες, σήμερα και την επόμενη Κυριακή.

Του Λέανδρου Φίσερ*

Ο Κερκοφόρε Σμιτς έγραψε πρόσφατα ένα άρθρο (περιοδικό Jacobin, 15 Φεβρουαρίου, «The Wagenknecht Question») σχετικά με τη τρέχουσα στρατηγική της Ζάρας Βάγκενκνεχτ, κεντρικής υποψήφιας του Ντι Λίνκε στις επερχόμενες ομοσπονδιακές εκλογές και περισσότερο αναγνωρίσιμης φιγούρας της αριστερής πτέρυγας του κόμματος. Το άρθρο του ουσιαστικά συνοψίζεται σε μια υπεράσπιση, αν και υπό προϋποθέσεις, των επιθέσεων της στην καγκελάριο Μέρκελ για την αντιμετώπιση της κρίσης των προσφύγων. Ο Σμιτς τις αντιμετωπίζει σαν μια απαραίτητη τακτική κίνηση με σκοπό να πειστούν ψηφοφόροι της εργατικής τάξης που διαφορετικά θα έκλιναν προς την Εναλλακτική για τη Γερμανία (ΕγΓ).
Από τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, το καλοκαίρι του 2015, η εξασθενημένη αριστερά στην Ευρώπη και αλλού βρίσκεται σε μια υπαρξιακή αναζήτηση. Προσπαθεί να επανεφεύρει τον εαυτό της σ’ έναν κόσμο στον οποίο οι προβλέψεις της για τη χειρότερη κρίση του καπιταλισμού από το 1930 επαληθεύονται καθημερινά, αλλά τα οφέλη της κατάρρευσης των πολιτικών κέντρων καρπώνονται δυνάμεις που συνδυάζουν αντικαθεστωτική ρητορική και ρατσισμό, λανθάνοντα και μη. Η κατάσταση αποτελεί μια πιεστική πρόκληση για την Αριστερά, κυρίως λόγω της διείσδυσής των δυνάμεων αυτών στην παραδοσιακή εργατική τάξη, την ιστορική ραχοκοκαλιά των σωματείων και της σοσιαλδημοκρατίας.
Σε τμήματα της Αριστεράς υπάρχει μια διάχυτη ενοχή στην προσπάθεια να κατανοήσουν τη νέα κατάσταση. Η Αριστερά, σύμφωνα με το επιχείρημα, έχει επικεντρωθεί στην πολιτική ορθότητα και την πολιτική των ταυτοτήτων, εγκαταλείποντας έτσι τον πυρήνα των υποστηρικτών της. Αντί για διακηρύξεις από ακαδημαϊκού άμβωνος, θα έπρεπε να ακούσει (και όχι να κρίνει) τους «συνηθισμένους πολίτες» και να απορροφήσει τα δόκιμα παράπονά τους για την πολιτική της στρατηγική. Ο Σμιτς σκιαγραφεί μια μάλλον απλουστευτική εικόνα ενός δημόσιου διαλόγου ανάμεσα στους αριστερούς φοιτητές, προερχόμενους από τη μεσαία τάξη, την εργατική τάξη (η οποία, σιωπηρά, είναι αποκλειστικά γερμανικής καταγωγής) και την πονηρή στρατηγική της Βάγκενκνεχτ να κερδίσει την ΕγΓ στο ίδιο της το γήπεδο. Καταλήγει, έτσι, να αναπαράγει την εσφαλμένη διχοτόμηση μεταξύ πεφωτισμένου ακαδημαϊκού ελιτισμού και εργατικής τάξης η οποία εγγενώς είναι ευάλωτη στο ρατσισμό, μια διχοτόμηση που η Βάγκενκνεχτ και ο Σμιτς προσπαθούν να υπερβούν. Η προσέγγιση του ζητήματος των προσφύγων από τη Βάγκενκνεχτ δεν μπορεί να αποτελέσει τη μεθοδολογία διεύρυνσης της επιρροής του Ντι Λίνκε μεταξύ των απογοητευμένων από την κυρίαρχη πολιτική τμημάτων του πληθυσμού. Όχι γιατί η Βάγκενκνεχτ είναι ρατσίστρια, ούτε γιατί είναι πολύ ριζοσπάστρια ή λαϊκίστρια, αλλά γιατί η αντισυστημική ρητορική της εναντίον των τραπεζών και της ευρωπαϊκής συναίνεσης στη λιτότητα εξουδετερώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις προσπάθειες της να βρει κοινό έδαφος με τους δυνητικούς ψηφοφόρους της ΕγΓ.

Οι καταβολές της στρατηγικής

sara3

Η Βάγκενκνεχτ κατηγορείται ότι ακολουθώντας τον τόνο της ΕγΓ, προβαίνει σε δηλώσεις με ρατσιστικούς υπαινιγμούς. Πιο συγκεκριμένα, στον απόηχο των διαβόητων σεξουαλικών επιθέσεων στην Κολωνία ζήτησε την απέλαση των προσφύγων, αν κριθούν ένοχοι για συμμετοχή στις μαζικές σεξουαλικές παρενοχλήσεις. Η δήλωση αυτή σηματοδότησε τη ρήξη με τη γραμμή του Ντι Λίνκε περί απαραβίαστου δικαιώματος ασύλου, γραμμή που προέκυψε όχι μόνο λόγω ιδεολογικών συναινέσεων, αλλά και λόγω της ιστορικής εμπειρίας του γερμανικού φασισμού. Επιπλέον, μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Βερολίνο τον περασμένο Δεκέμβριο, η Βάγκενκνεχτ κατηγόρησε για το λουτρό αίματος τη Μέρκελ, όχι μόνο γιατί άνοιξε τα σύνορα «ανεξέλεγκτα», αλλά επειδή επίσης «η αστυνομία υπέστη μεγάλες περικοπές». Η Βάγκενκνεχτ προσπάθησε να οικειοποιηθεί εκ μέρους της αριστεράς δύο από τα σημαντικότερα πεδία παρέμβασης της ακροδεξιάς, τη μετανάστευση και την ασφάλεια. Μεγαλύτερη σημασία έχουν οι παρεμβάσεις της περί περιορισμένων δυνατοτήτων φιλοξενίας προσφύγων στη Γερμανία, κατηγορώντας τη Μέρκελ ότι δημιουργεί «χάος» από την κακοδιαχείριση μιας κρίσης που μοιάζει με φυσική καταστροφή.
Παρόμοιες τοποθετήσεις έγιναν και από τον Όσκαρ Λαφοντέν ο οποίος ζήτησε να μπουν όρια στις προσφυγικές ροές. Ο Λαφοντέν μπορεί να είναι από τους σημαντικότερους αντιπάλους του νεοφιλελευθερισμού και των στρατιωτικών επεμβάσεων εκτός συνόρων, αλλά το «μητρώο» του σ’ αυτό το θέμα δεν τον κολακεύει. Ως πρόεδρος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (ΣΚ) το 1991, κατά τη διάρκεια μια αντίστοιχης συζήτησης περί «περιορισμένων δυνατοτήτων», υποστήριξε την κατάργηση του απόλυτου δικαιώματος ασύλου. Επιπλέον, το 2005, όταν ιδρυόταν το Ντι Λίνκε, σε μια διαδήλωση στο Χέμνιτς της Ανατολικής Γερμανίας, δήλωσε ότι οι επισφαλείς θέσεις εργασίας των εργαζομένων βρίσκονται δήθεν σε κίνδυνο από τους χαμηλόμισθους «ξένους εργαζόμενους».
Ο λόγος αυτός δεν ήταν απόδειξη της ικανότητας του Λαφοντέν να αναγνωρίζει και να αναπτύσσει θεσμούς με το κοινό αίσθημα, με σκοπό την οικειοποίησή του για την προώθηση της σοσιαλδημοκρατικής του ατζέντας. Τη δεκαετία του 1980, ήταν γνωστός ως σφοδρός πολέμιος της τοποθέτησης πυρηνικών πυραύλων της Αμερικής στη Γερμανία. Μόλις αισθάνθηκε τον κίνδυνο από το ανερχόμενο κόμμα των Πρασίνων, άνοιξε το ΣΚ στα ζητήματα της οικολογίας και της βιωσιμότητας. Συναισθανόμενος το μετα-υλιστικό πνεύμα των ημερών της δεκαετίας του 1980 συγκρούστηκε με τα βιομηχανικά σωματεία και στη συνέχεια θεωρήθηκε υπέρμαχος της σταθερότητας και του συντηρητισμού από τα νεότερα μέλη του κόμματος που ανήκαν στη «νέα μεσαία τάξη» του δημόσιου τομέα. Ο λόγος του τον Ιούνιο του 2005 πρέπει να ιδωθεί σ’ αυτό το πλαίσιο, αλλά πρέπει επίσης να ιδωθεί σε συνδυασμό με το διακηρυγμένο στόχο του Κόμματος Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (ΚΔΣ) να προσελκύσει εργαζόμενους από την αποβιομηχανοποιημένη Ανατολική Γερμανία που αλλιώς θα ψήφιζαν το νεοναζιστικό Εθνικό Δημοκρατικό Κόμμα.
Ο Λαφοντέν είχε ενώσει τις δυνάμεις του εκείνη την περίοδο με το ΚΔΣ ως το σημαίνον πρόσωπο της Εκλογικής Εναλλακτικής για την Κοινωνική Δικαιοσύνη (WASG, ΕΕΚΔ), μιας διάσπασης του SPD με εργατικές ρίζες, που σχηματίστηκε μετά την παραίτησή του Λαφοντέν από το ΣΚ λόγω της νεοφιλελεύθερης στροφής της κυβέρνησης Σρέντερ. Η ΕΕΚΔ τελικά συγχωνεύτηκε με το ΚΔΣ και σχημάτισαν το Ντι Λίνκε το 2007. Ο μηχανισμός του τελευταίου, συμπεριλαμβανομένης της Βάγκενκνεχτ, έλκει την καταγωγή του από το ΚΔΣ, που έχει μια μακρά και μάλλον επιτυχημένη αντισυστημική παράδοση.
Ως το διάδοχο του κυβερνώντος κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας, αρχικά περιοριζόταν στο κοινό της Ανατολικής Γερμανίας, τους κρατικούς υπαλλήλους, δηλαδή, της μεσαίας τάξης που βίωσαν την υποβάθμισή του επιπέδου διαβίωσής τους, λόγω της επανένωσης. Αλλά καθώς η υπόσχεση του Κολ γι ένα οικονομικό θαύμα δεν έλαβε σάρκα και οστά, το ΚΔΣ επανιδρύθηκε ως ένα αντισυστημικό κόμμα διαμαρτυρίας που υπερασπιζόταν τα ανατολικογερμανικά συμφέροντα, με σημαντική επιρροή μεταξύ των εργαζομένων και των ανέργων. Μπορούσε ταυτόχρονα να απευθύνεται στις ανασφάλειες των συνταξιούχων όπως και στους νέους, αριστερούς, φιλελεύθερους. Το κόμμα συμμετείχε ενεργά στις αντιρατσιστικές κινητοποιήσεις, ακόμα κι αν μερικοί από τους ψηφοφόρους του διατηρούσαν ξενοφοβικά αισθήματα, εν μέρει λόγω της επαίσχυντης πολιτικής της Ανατολικής Γερμανίας που διαχώριζε τους γηγενείς εργαζόμενους από τους «συμβασιούχους» της Κούβας, του Βιετνάμ, της Μοζαμβίκη και αλλού.

Διαφορετική συγκυρία

sara2

Η στρατηγική της «ομπρέλας» του ΚΔΣ αποδείχθηκε επιτυχημένη στην Ανατολική Γερμανία. Εφαρμόστηκε επίσης και στη Δυτική μεταξύ 2005 και 2007 μετά τη συγχώνευση του με τους δυσαρεστημένους σοσιαλδημοκράτες της ΕΕΚΔ. Πράγματι, η Αριστερά επωφελήθηκε τα μέγιστα από το αντισυστημικό κλίμα που αναπτύχθηκε στη Γερμανία μετά τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε τιμωρητικό (Χαρτς IV) και την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας από το συνασπισμό των Πρασίνων με το ΣΚ το 2003. Δεν είναι υπερβολή να θεωρήσουμε ότι Β;aγκενκνεχτ και Λαφοντέν φιλοδοξούν να επαναλάβουν αυτή την επιτυχία, αλλά αυτή τη φορά στο πλαίσιο της φθίνουσας δημοτικότητας της Μερκελ και του εκλογικού κινδύνου της ΕγΓ.
Ωστόσο, η στρατηγική τους έχει πολλά ελαττώματα, ακόμα και στο πλαίσιο που η ίδια θέτει, καθώς αναγνωρίζει σε μεμονωμένους πολιτικούς την ικανότητα να καθορίζουν το κοινωνικό γίγνεσθαί, κάτι που δεν ισχύει. Επίσης, παραμένει παγιδευμένη στη σφαίρα της αντιπροσώπευσης, αφαιρώντας κάθε προοπτική αυτενέργειας από τα κάτω. Το σημαντικότερο είναι ότι βασίζεται σε μια ελλειπή κατανόηση της τρέχουσας συγκυρίας: ό,τι αποδείχθηκε επιτυχές το 1990 και το 2005, δεν είναι απαραίτητο ότι θα λειτουργήσει εν μέσω μιας δομικής καπιταλιστικής κρίσης, της ορμητικής εισόδου, για πρώτη φορά μετά το 1945, της ακροδεξιάς στον εθνικό πολιτικό στίβο και της έξαρσης των ρατσιστικών επιθέσεων. Η στρατηγική αυτή μοιάζει να παίζει με τη φωτιά, χαρίζοντας αποδοχή στην ΕγΓ σε βάρος του αξιακού αντιρατσισμού του Ντι Λίνκε, ενώ διευρύνει την επιρροή της ακροδεξιάς σε όλο και περισσότερους εργαζόμενους.
Καθαρά από εκλογική σκοπιά, η ιδέα ότι οι δυσαρεστημένοι από τη Μέρκελ, αυτόματα θα κλίνουν προς την ακροδεξιά, αποδυναμώνεται από την πρόσφατη άνοδο του Μάρτιν Σουλτς στις δημοσκοπήσεις, μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του στις επερχόμενες εκλογές. Ο Σουλτς είναι ένας μετριοπαθής σοσιαλδημοκράτης του «Τρίτου Δρόμου», αλλά η απουσία του από την εθνική πολιτική σκηνή λόγω της προεδρίας του στο ευρωκοινοβούλιο, σημαίνει ότι δεν έχει συσχετιστεί ευρέως με τις καταστροφικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές της περιόδου Σρέντερ.
Οι τάσεις αυτές δείχνουν ότι η εκ νέου και μαζική ενασχόληση με την πολιτική σε προοδευτική βάση είναι δυνατή αν υπάρχει η προοπτική μιας πιθανής αλλαγής σε μεγάλα στρώματα του εκλογικού σώματος που έχουν απηυδήσει από τη νεοφιλελεύθερη συναίνεση. Και αν μέσω της ΕγΓ η γερμανικη, κοινωνική ακροδεξιά επανεμφανίστηκε, υπάρχει και μια κοινωνική κινητοποίηση από τα αριστερά, όπως εκφράστηκε με τις κινητοποιήσεις ενάντια στην TTIP και στη CETA τον περασμένο Σεπτέμβριο ή το 2015. Όπως και στην περίπτωση του κινήματος υποδοχής των προσφύγων το καλοκαίρι του 2015, θα ήταν λάθος να εντοπίσουμε τους συμμετέχοντες σ’ αυτές τις διαδηλώσεις αποκλειστικά μεταξύ της «πεφωτισμένης» μεσαίας τάξης.

Eίναι η Σάρα και ο Όσκαρ ρατσιστές;

Όσο προβληματική και αν είναι η προσέγγιση των Βαγκενκνεχτ και Λαφοντέν, χρειάζεται ένα μέτρο στην κριτική μας. Οι προαναφερθείσες δηλώσεις αποτελούν ένα κλάσμα του συνολικού δημόσιου λόγου τους που είναι επιθετικός προς τις τράπεζες, την αποτυχημένη διαχείριση της κρίσης της ευρωζώνης από τη Μέρκελ, το στρατιωτικό τυχοδιωκτισμό καθώς και τις παγκόσμιες ανισότητες. Στο τελευταίο έχουν πολλές ομοιότητες με τον Μπέρνι Σάντερς, για τον οποίο και οι δύο έχουν εκφράσει επανειλημμένα το θαυμασμό τους.
Δεν υπάρχει κάποια καμπάνια του Ντι Λίνκε που να απαιτεί την επιβολή ποσοστώσεων στους πρόσφυγες και το ζήτημα δεν κατέχει την κεντρική θέση που απολαμβάνει στην ΕγΓ ή στους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας. Η Βαγκενκνεχτ και ο Ντίτμαρ Μπάρτς, ο συμπρόεδρος του Ντι Λίνκε στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, προήδρευσαν στην παρουσίαση ενός σχεδίου δράσης δέκα σημείων για τους πρόσφυγες το φθινόπωρο του 2015, που περιελάμβανε την κατάργηση του κανονισμού «Δουβλίνο ΙΙ» για το άσυλο, που έχει σχεδιαστεί για να διατηρεί τους πρόσφυγες στην περιφέρεια της ΕΕ, μεγάλες επενδύσεις για να διασφαλιστεί η ανθρώπινη φιλοξενία των προσφύγων, η επιτάχυνση των διαδικασιών χορήγησης ασύλου, καθώς και ένα συνολικότερο αγώνα ενάντια στον κοινωνικό αποκλεισμό των προσφύγων. Προς τιμή της, η Βάγκενκνεχτ επανειλημμένα καταψήφισε προτάσεις νομού για περαιτέρω περιορισμό του δικαιώματος στο πολιτικό άσυλο.
Σε ότι αφορά τον Λαφοντέν, η αντίθεσή του στα ανοιχτά σύνορα, κάτι που επίσης μοιράζεται με τον Μπέρνι Σάντερς, δεν βασίζεται στο ρατσισμό ή στο γερμανικό σοβινισμό, αλλά μάλλον είναι αποτέλεσμα μιας σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης. Αφενός υπάρχει το παλιό ρεφορμιστικό επιχείρημα της μαζικής μετανάστευσης ως εργαλείου συμπίεσης των μισθών. Μάλιστα, η πίεση που δέχθηκε το προνοιακό σύστημα της Δυτικής Γερμανίας από τους ανατολικογερμανούς πρόσφυγες ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Λαφοντέν ήταν αντίθετος με μια διαδικασία γρήγορης επανένωσης το 1990, στο μέσο ενός κλίματος υπερεθνικοφροσύνης.
Αφετέρου, η κατανόηση της ανόδου της ακροδεξιάς από τον Λαφοντέν μπορεί να περιγραφεί ως οικονομίστικη, καθώς η οικονομική υποβάθμιση οδηγεί τους καταπιεσμένους να ξεσπούν στους ακόμα πιο αδύναμους. Αυτή η ερμηνεία της ανόδου του ναζισμού ήταν κοινός τόπος μεταξύ των σοσιαλδημοκρατών της δημοκρατίας της Βόννης, που είχαν παθολογική εμμονή με τη διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας μέσω διαταξικής συνεργασίας και ενός γενναιόδωρου προνοιακού συστήματος.
Ακόμα και αν οι Βάγκενκνεχτ και Λαφοντέν επιθυμούσαν να οδηγήσουν το Ντι Λίνκε σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση, τους περιορίζουν θεσμικοί παράγοντες. Σε σύγκριση με παρόμοια κόμματα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς, το Ντι Λίνκε είναι πολύ συγκεντρωτικός οργανισμός, στον οποίο η τήρηση των καταστατικών αρχών του κόμματος υπερτερεί της πίστης στις επιμέρους πλατφόρμες. Σχεδόν σε όλες τις κρίσιμες διαφωνίες από την ίδρυση του κόμματος, ένα όλο και πιο ορατό «κέντρο» αναδύεται ως νικητής, ότι και να σημαίνει αυτό.
Η εξίσωση της Βάγκενκνεχτ με τους εμπόρους του μίσους της ΕγΓ βοηθάει απλά στη σχετικοποίηση του ρατσισμού, του εθνολαϊκισμού και του ανοιχτού φλερτ με τη ναζιστική ιδεολογία των τελευταίων. Η κατηγορία της προώθησης του ναζισμού, που της προσάπτουν μέλη του κόμματος είναι μάλλον υποκριτική. Ενώ η Βάγκενκνεχτ έχει προτείνει ότι ίσως κάποιες απελάσεις είναι θεμιτές, πολιτικοί του Ντι Λίνκε που ανήκουν στην «κυβερνητική» πτέρυγά του, η οποία εχθρεύεται την αντισυστημική ρητορική της, όπως ο πρωθυπουργός της Θουριγγίας Μπόντο Ράμελοφ, έχουν ήδη πραγματοποιήσει απελάσεις, χρησιμοποιώντας το επιχείρημα των «περιορισμένων δυνατοτήτων» ή τη διατήρηση μιας εύθραυστης συμμαχίας με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Η κατηγορία της Βάγκενκνεχτ ως ρατσίστριας είναι επίσης βολική για να στοχοποιηθεί η αντίθεσή της στο γερμανικό μιλιταρισμό και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Τέλος, η κατηγορία αυτή από την αντιγερμανική πτέρυγα της αυτονομιστικής αριστεράς, που και η ίδια δεν έχει ανοσία στη ρατσιστική αντιμετώπιση των μουσουλμάνων και των αράβων, αγγίζει τα όρια του παραλόγου.

* Ο Λέανδρος Φίσερ είναι επιστημονικός συνεργάτης στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου στη Λευκωσία

Μετάφραση: Πέτρος Κοντές

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Jacobin, στις 03.03.2017, με τίτλο «Why Wagenknecht Will Fail».