Ο Δαυίδ Μαλτέζε και η Έλλη Ιγγλίζ μιλούν για την Τρωάδα του Δημήτρη Δημητριάδη

«Στους πολέμους χαμένοι είναι όλοι»

Το νέο έργο του Δημήτρη Δημητριάδη «Τρωάς» ανέβασε η ομάδα Σημείο Μηδέν σε σκηνοθεσία του Σάββα Στρούμπου. Μια στιβαρή ποιητική αναζήτηση της οντολογικής διάστασης του πολέμου, του πολέμου ως οδού αυτογνωσίας, που αρνείται ο άνθρωπος γι’ αυτό διαιωνίζει τον πόλεμο. Σε μια παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στρούμπος με εσωτερικότητα και πάθος, αποφεύγοντας τις εύκολες αναφορές στην επικαιρότητα και παρουσιάζοντας το έργο ως διαχρονική διερώτηση, ο Δαυίδ Μαλτέζε δίνει μια μοναδική ερμηνεία σε ένα απαιτητικό και εξοντωτικό τριπλό μονόλογο τριών προσώπων-συμβόλων του Τρωικού Πολέμου: Πρίαμος – ΄Εκτορας – Αστυάνακτας και η Έλλη Ιγγλίζ δίπλα του δημιουργεί το ηχητικό πεδίο που θωρακίζει αυτήν την ερμηνεία και συμβάλλει ουσιαστικά τραγουδώντας επί σκηνής ριζίτικα μοιρολόγια.
Λίγες μέρες πριν από την παράσταση συζητήσαμε με τους δύο ερμηνευτές.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr

 

Δαυίδ Μαλτέζε
Το “ανυπόφορο” του ανθρώπου

panw-foto

Οι γενεαλογίες στα ομηρικά έπη συνήθως καλύπτουν τρεις γενιές, δηλαδή τον ήρωα, τον πατέρα του και τον γιο του. Και στην περίπτωση του μονολόγου «Τρωάς» έχουμε αυτήν τη δομή… Τρεις διαφορετικές γενιές -ο Έκτωρ, ο πατέρας του ο Πρίαμος και ο γιος του ο Αστυάναξ- μας μιλάνε για το πώς βίωσαν τον πόλεμο και τι σημαίνει ο πόλεμος για αυτούς. Βλέπουμε τον τρωικό πόλεμο από την πλευρά των ηττημένων, νεκρών ηρώων που θέλουν να ακουστούν από τον Άδη, το βασίλειο του θανάτου. Παρόλο που είναι τρεις διαφορετικές γενιές και τρεις διαφορετικές φωνές, το κείμενο είναι ενιαίο και μιλάει για τη φρίκη του πολέμου με μια τρισδιάστατη φωνή που παίρνει τη μορφή του μονολόγου. Η «Τρωάς», με αφορμή τον τρωικό πόλεμο, μας μιλάει για όλους τους πολέμους που έχουν γίνει και το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αυτούς τους πολέμους όλοι είναι χαμένοι «και εκείνοι που σφάχτηκαν και εκείνοι που έσφαξαν». Δυστυχώς όμως το θέμα του πολέμου δεν σταματάει εκεί, στην Τροία, στο «τότε», όπως θα έπρεπε να είχε γίνει. Έπρεπε δηλαδή να ήταν ο τελευταίος πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας και να μάθουμε από αυτό τι δεν πρέπει να ξανασυμβεί , αλλά όχι… όπως λέει και ο ίδιος ο Δημητριάδης: Ο πόλεμος ως ανθρώπινη αλήθεια, θα μπορούσε να γίνει, όπως και η θνητότητά του, ένας καταλυτικός μηχανισμός στα χέρια τού ίδιου του ανθρώπου, προκειμένου να μάθει και να καταλάβει, αλλά και να αποδεχθεί, το ποιος όντως είναι. Η αυτογνωσία, όμως, αυτή όχι μόνο δεν είναι υποφερτή από τον άνθρωπο, αλλά και, εξαιτίας της αδυναμίας του να την αντέξει, έχει ανέκαθεν αποκλειστεί, με τη θέσπιση και καθιέρωση ποικίλων ψευδαισθήσεων, οι οποίες φρόντισαν να τού εξασφαλίσουν προστατευτικές διεξόδους από την αντιμετώπιση τού ανυπόφορου. Γι ‘αυτό μιλάει και η παράσταση μας, για το «ανυπόφορο» του ανθρώπου. Το κείμενο αυτό είναι ένα μεγάλο δώρο που μου έκανε ο Δημήτρης Δημητριάδης και με την ευκαιρία αυτή θέλω να τον ευχαριστήσω δημόσια. Η ιδέα του μονολόγου αυτού γεννήθηκε το 2007, όταν και τον γνώρισα και του εξέφρασα την επιθυμία να παίξω κάποιο από τα κείμενα του. Ήρθε η ώρα ένα όνειρο να γίνει πραγματικότητα.

Έλλη Ιγγλίζ
Η πορεία της αυτογνωσίας στο γεγονός της ζωής

Μετά από τόσους αιώνες, τα σύμβολα του τρωικού πολέμου εξακολουθούν να εκφράζουν όσο λίγα τα αισθήματα των ανθρώπων για τον πόλεμο. Η Τρωάς είναι ένα αντιπολεμικό έργο;
Τα πρόσωπα του έργου που μιλούν είναι οι ηττημένοι του πολέμου. Είναι οι νεκροί που μιλούν για τον πόλεμο, κι αυτό από μόνο του μας δίνει τη δυνατότητα ως δρώντα πρόσωπα, αλλά και ως θεατές κι ακροατές του έργου, μιας απαραίτητης απόστασης που δημιουργεί το χώρο και το χρόνο για στοχασμό πάνω στην προβληματική του πολέμου. Ο Πρίαμος, νεκρός βασιλιάς της Τροίας, ο Έκτωρ, γιος του Πριάμου, νεκρός πολεμιστής και ήρωας, ο Αστυάναξ, γιος του Έκτορα σκοτωμένος απ’ τους Έλληνες στην παιδική του ηλικία. Τα τρία πρόσωπα μιλούν, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Πρίαμος, «χωρίς φραγμούς, υπονοούμενα, χωρίς υπεκφυγές, ωραιοποιήσεις» για τον πόλεμο, σε τέτοιο βάθος που αυτό έχει δύο αποτελέσματα. Αρχικά μας κάνει να σκεφτούμε τελικά τι σημαίνει πόλεμος, τι διαστάσεις μπορεί να πάρει, τόσο εξωτερικά, όσο και μέσα στην ανθρώπινη ψυχή, κάτι που μας οδηγεί στο στοχασμό πάνω στη φύση του ίδιου του ανθρώπου. Το δεύτερο αποτέλεσμα του βάθους του κειμένου, μας οδηγεί και στο δεύτερο μέρος του έργου κι αυτό με τη σειρά του στο τρίτο. Στο δεύτερο μέρος, τα όρια της συγκεκριμένης ταυτότητας των προσώπων διευρύνονται, μέσα από μια μεταμορφωτική, συμβολική διαδικασία, το ένα μπαίνει μέσα στο άλλο: ο Αστυάναξ γίνεται Πρίαμος, ο Πρίαμος γίνεται Έκτωρ, ο Έκτωρ Αστυάναξ… ίσως για να συμπληρωθούν, ίσως για να ενωθούν μέσα στις αντιθέσεις τους. Με συμβολικούς όρους η ένωση είναι ένα στοιχείο αντίθετο του διαχωρισμού και της διάσπασης, αντίθετο του πολέμου. Στην παράσταση οι λέξεις του κειμένου, η ερμηνεία, η φωνή κι ο ήχος του πιάνου είναι αδιάσπαστα στοιχεία σε αυτήν τη μεταμορφωτική διαδικασία. Σε αυτήν τη μεταστοιχείωση. Εισχωρούν λοιπόν ο ένας μέσα στον άλλον, σε τέτοιον βαθμό που αυτό μας οδηγεί στην ίδια την πόλη «Τρωάς», στο τρίτο μέρος. Πλέον μας μιλά η ίδια η Γη, το ποτισμένο απ’ το αίμα χώμα της ηττημένης Τροίας, που εμπεριέχει όλους τους νεκρούς, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προσώπων χάνονται μέσα στον Άνθρωπο.

Γιατί επιλέγει ο συγγραφέας ήρωες τριών διαφορετικών ηλικιών; Ο πόλεμος γίνεται μια πορεία αυτογνωσίας; Κι αν ναι, ποια είναι η απάντηση στο τέλος του δρόμου αν υπάρχει;

Πρίαμος – Έκτωρ – Αστυάναξ είναι ήρωες τριών ηλικιών, που όμως ο ένας γεννιέται μέσα από τον άλλον. Ο ένας γεννά τον άλλον. Αφαιρετικά οι τρεις είναι ένας. Η πορεία είναι κυκλική τόσο στον λόγο όσο και στον ήχο του πιάνου. Το «ναι» και το «όχι» ενώνονται και δημιουργούν τον κύκλο της γέννησης, της ζωής και του θανάτου. Του «όχι» του «ναι» και πάλι του «όχι», αν σκεφτούμε ότι ο Πρίαμος, ως νεκρός γέρος βασιλιάς, όπως μας λέει και στο έργο, δεν πολέμησε δεν βρέθηκε μέσα στη μάχη. Ο Έκτωρ όμως βρέθηκε, πολέμησε, σκοτώθηκε. Ο Αστυάναξ δεν πρόλαβε να πολεμήσει, σκοτώθηκε δέκα χρονών όπως μας λέει στο κείμενο. Οπότε πηγαίνουμε από τη μη δράση στη δράση κι επιστρέφουμε στη μη δράση. Από τη μη ύπαρξη, στην ύπαρξη και πάλι στη μη ύπαρξη. Βλέπουμε την πορεία της αυτογνωσίας στο γεγονός της ζωής. Ίσως αρχή και τέλος του δρόμου να είναι ένα, όπως λέει ο Ηράκλειτος: «Κοινό σημείο είναι η αρχή και το πέρας στον κύκλο».