Ο «δικαστικός δρόμος» για την κάθαρση

Αυτό που ζούμε εδώ και μήνες, αυτή η κατά διαστήματα αναζωπύρωση της σκανδαλολαγνείας, ανάλογα με τα ευρήματα της δικαστικής έρευνας για το υπαρκτό και μεγάλο σκάνδαλο της Novartis, έχει μια βαθύτερη αιτία, πέρα από τις προφανείς προσδοκίες πολιτικού οφέλους: τη θεοποίηση της δικαστικής εξουσίας.

Προβληματική αντίληψη

Αυτή η προβληματική αντίληψη δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο και σημαντικό τμήμα της αριστεράς, ως μη όφειλε. Ξεκινώντας από την υπαρκτή και συχνά επείγουσα ανάγκη ικανοποίησης του αισθήματος δικαίου, συγχέει και αυτή την ανάγκη δημιουργίας των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών όρων που ενισχύουν αυτό το αίσθημα στη μεγάλη πλειονότητα του λαού, με την παραπομπή διαφόρων υποθέσεων στη δικαστική εξουσία. Μια τέτοια παραπομπή μπορεί να είναι απαραίτητη, αλλά δεν συνιστά παρά μια σημαντική «στιγμή» της διαδικασίας δικαίωσης και όχι το άπαν. Και οπωσδήποτε δεν συνιστά το κρίσιμο σημείο, όχι μόνο γιατί ακόμα και οι τεχνικές-νομικές δυνατότητές της είναι περιορισμένες, αλλά και γιατί όσοι προκαλούν το λαϊκό αίσθημα δικαίου, δεν πάνε με το σταυρό στο χέρι. Αντίθετα, εκπαιδεύονται να χρησιμοποιούν και επιδιώκουν να έχουν όλα τα αναγκαία μέσα, ώστε να αδικοπραγούν με τον ελάχιστο δυνατό κίνδυνο να αποκαλυφθεί η αδικοπραγία τους. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο, είναι να κλείσουν οι δρόμοι που τους δίνουν αυτές τις ευχέρειες.
Τότε γιατί βλέπουμε να δίνεται τόσο μεγάλο βάρος και στην ανάδειξη των υπαρκτών σκανδάλων και στον ισχυρισμό ότι όλα θα βγουν στο φως, ότι οι ένοχοι θα τιμωρηθούν, ότι η δικαιοσύνη θα λάμψει; Διότι είναι έντονη η απαίτηση να πληρώσουν το τίμημα, όσοι παρανόμησαν εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους, προκειμένου να αποκομίσουν παράνομο ατομικό ή συλλογικό οικονομικό όφελος σε βάρος των πολλών. Ωστόσο, χρέος μιας δύναμης που ανήκει στην αριστερά, δεν είναι να χαϊδεύει απλώς την απαίτηση αυτή, αλλά να την τοποθετεί στο έδαφος της αντικειμενικής πραγματικότητας και να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να ικανοποιηθεί, τονίζοντας εξ αρχής το σχετικό χαρακτήρα της. Χωρίς να τροφοδοτεί την ηττοπάθεια, αλλά και χωρίς να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση πως μια δικαστική εκκαθάριση είναι εύκολη και απλή υπόθεση ή λύνει, πολύ περισσότερο, τα υπαρκτά προβλήματα.

Άλλο είναι το κέντρο του κόσμου

Αν από την αρχή ήταν αυτή η βάση και το πλαίσιο για την αντιμετώπιση του υπαρκτού σκανδάλου Novartis, ούτε οι αρχικές αμετροέπειες θα είχαν καταγραφεί, ούτε ο σημερινός ανταγωνισμός σε κραυγαλέους τόνους θα είχε παρατηρηθεί. Γιατί το να σηκώνουν τους τόνους και να θορυβούν όσοι ανησυχούν μην τυχόν αποκαλυφθούν οι ανομίες τους, είναι κατανοητό. Το αδιανόητο είναι να πιάνονται σ΄ αυτή τη φάκα τής τροφοδότησης των μεγάλων προσδοκιών, όσοι εξ ορισμού οφείλουν να βλέπουν –και να προβλέπουν– τις πραγματικές διαστάσεις των προβλημάτων και να περιμένουν το δυνατό, παρότι επιδιώκουν το αδύνατο.
Οι εμπειρίες από το πρόσφατο παρελθόν δείχνουν ότι το πολιτικό όφελος από την έντονη προβολή των δικαστικών διαμαχών ήταν πολύ μικρότερο από το αναμενόμενο. Αντίθετα, η πολιτική ζημιά από τη διατήρηση σε δεύτερο πλάνο των πραγματικά κρίσιμων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων είναι μάλλον βέβαιη. Γιατί το πεδίο αντιπαράθεσης που διαλέγει ως προνομιακό μια αριστερή πολιτική δύναμη, θεωρείται και είναι το πεδίο των υπαρκτών οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων. Σ΄ αυτό έχει συγκριτικό πλεονέκτημα. Σ΄ αυτό μπορεί να αναδείξει με επιτυχία τα δικά της πειστικά επιχειρήματα και τις κρίσιμες διαφορές της από τους αντιπάλους της. Σ΄ αυτό μπορεί να πείσει για την ορθότητα της πολιτικής της και ιδίως με βάση τα υπαρκτά αποτελέσματα της εφαρμογής της.

Πού μειονεκτεί ο αντίπαλος

Στο πεδίο τής εντυπωσιοθηρίας είναι πιο ισχυροί και πιο αποτελεσματικοί αυτοί που έχουν δυνατότερες κραυγές και περισσότερα τεχνικά και έμψυχα καλοπληρωμένα μέσα για τον πολλαπλασιασμό τους και την αναπαραγωγή τους. Ευτυχώς, η σπουδή τους να απαλλαγούν από το βάρος του σκανδάλου τους οδηγεί σε κινήσεις, που αφήνουν ευρύ πεδίο αντιπαράθεσης σε πολιτικό επίπεδο και αποκάλυψης της πραγματικής επιδίωξής τους, που δεν είναι άλλη από τη διαιώνιση της προστασίας τους, όσο κι αν καμώνονται πως θέλουν να αλλάξει το κατάπτυστο συνταγματικό καθεστώς προστασίας τους που έχουν φιλοτεχνήσει.
Ο κ. Βενιζέλος, παίρνοντας θάρρος από την αρχειοθέτηση της δίωξής του, διακήρυξε προχθές σε τηλεοπτική συνέντευξη την απίστευτη πολιτική βάση τής αντίθεσής του σε κάθε δίωξη πολιτικού: υπάρχει, είπε, μέγιστο θέμα παραβίασης του συντάγματος, γιατί ο φάκελος της υπόθεσης Novartis έπρεπε να παραμείνει στη Βουλή και όχι να επιστραφεί στους εισαγγελείς. Για όποιον δεν κατάλαβε, έπρεπε δηλαδή να ισχύσει η κατάπτυστη νομική κατασκευή του ίδιου, που επέβαλε και συνταγματικά τη βραχεία παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων. Αυτή κατά τη γνώμη του είναι η συνταγματική επιταγή και όχι η παραπομπή όλων στο φυσικό δικαστή.
Επίσης, για τον ίδιο λόγο, είπε πως είναι απαράδεκτη η διάκριση της παρανομίας υπουργού «κατά την άσκηση των καθηκόντων» και «επ΄ ευκαιρία της άσκησης». Και αποκάλυψε με το θράσος που τον διακρίνει ότι, με σκοπό την προστασία επ΄ άπειρον των παρανομούντων υπουργών, δεν ψηφίστηκε από την αντιπολίτευση με 180 ψήφους η σχετική αναθεωρητέα διάταξη στη Βουλή. Ώστε να μπορέσουν ΝΔ και ΚΙΝΑΛ να κρατήσουν στο απυρόβλητο τους προστατευόμενους τους.
Ήρθε από πάνω και ο εταίρος του στην επιδίωξη της ατιμωρησίας, ο κ. Αθανασίου της ΝΔ, να επιβεβαιώσει ότι ακόμα και δωροδοκία πρέπει να νοείται ως παρανομία κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπουργού και, επομένως, παραγράφεται!
Για όλα αυτά, τα κατά πολύ σημαντικότερα και πολιτικότερα, αξίζει να ξεσηκωθεί θόρυβος πολύ μεγαλύτερος, γιατί αποκαλύπτουν τις βαθύτερες επιδιώξεις τους.

Χ. Γεωργούλας