Ο επίκαιρος Μαρξ

dimitriou

Του Στέφανου Δημητρίου*

Η δημοκρατική ισότητα και η λαϊκή κυριαρχία, που συνιστά τη θεμελιώδη κανονιστική αρχή της δημοκρατίας και ταυτίζεται με το δημοκρατικό αυτοκαθορισμό του λαού, δεν είναι πλήρως πραγματώσιμη σε καθεστώς ταξικών χωρισμών, αδικίας και εκμετάλλευσης. Είναι κοινότοπο το να αναφέρουμε πόσο επίκαιρος παραμένει Μαρξ, αλλά πιστεύω ότι έχει σημασία να το χρησιμοποιήσουμε ως αφετηρία, αλλά και σηματωρό της πορείας, αυτόν τον κοινό τόπο.
Μία εξόχως σημαντική διάσταση της μαρξικής φιλοσοφίας και κριτικής είναι η ιστορική έδραση των κοινωνικών αξιών στο ίδιο τους το περιεχόμενο. Μας δείχνει ότι τα δρώντα πρόσωπα, τα υποκείμενα της ιστορικής πράξης και εξέλιξης, όπως συχνά αποκαλούνται οι άνθρωποι, διαμορφώνονται κατά την εμπλοκή τους σε κοινωνικές σχέσεις, που έχουν ιστορική προέλευση και σχηματισμό. Ό,τι ζουν και ό,τι συγκροτεί τον κόσμο τους φτιάχνεται μέσα σε αυτές τις ιστορικώς καθοριζόμενες και διαμορφούμενες σχέσεις. Όμως, αυτή η εμπλοκή και η διαμόρφωσή τους, στο πλέγμα αυτών των σχέσεων, δεν είναι το μόνο που κάνουν, ούτε είναι το μόνο που τους χαρακτηρίζει ως ανθρώπους. Ταυτοχρόνως, θα έπρεπε να είναι σε θέση να αξιολογούν αυτές τις σχέσεις, αλλά και να μπορούν να αναστοχάζονται τη μορφή και το περιεχόμενο του δεσμού ο οποίος τις συνέχει. Αυτό, βεβαίως, δεν είναι η περιγραφή του πώς έχουν τα πράγματα, αλλά το αίτημα της θεωρίας ως προς το πώς και προς τα πού θα πρέπει να αλλάξουν και να κινηθούν. Χωρίς τέτοιο αίτημα, δεν υπάρχει κανένας προσανατολισμός. Τα πράγματα μπορούν να μείνουν ως έχουν. Δεν θα έχουμε κριτήριο, για να αποφανθούμε για το πώς είναι, ώστε να δικαιολογηθεί η ανάγκη να αλλάξουν. Έτσι, τα ιστορικά-κοινωνικά υποκείμενα –οι άνθρωποι, δηλαδή, στον καιρό τους, εκεί που ζουν, στις ιστορικές κοινωνίες που συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους, άλλοτε πιο αρμονικά άλλοτε αλληλομισούμενοι και βλέποντας ο ένας τον άλλον σαν το πρωινό γεύμα της επόμενης μέρας– θα πρέπει να μπορούν να διατυπώνουν δικαιολογητικούς λόγους που να συνηγορούν είτε υπέρ της διατήρησης, είτε υπέρ της απλής βελτίωσης, είτε υπέρ της αλλαγής της υφιστάμενης κατάστασης, δηλαδή των συνθηκών της ζωής τους.

Ελευθερία και ισότητα

Αυτή η ριζοσπαστική κριτική δείχνει ότι υπάρχουν πλευρές αυτών των συνθηκών που καταργούν και ακυρώνουν εν τοις πράγμασι τις προϋποθέσεις για την ουσιαστική ελευθερία και την πραγματική ισότητα των ανθρώπων. Προς στιγμήν, θα πρέπει να αποφευχθεί το ερώτημα περί το τι θεωρεί καθένας και καθεμιά ότι είναι η ουσιαστική ελευθερία. Αρκεί το να πούμε ότι θα πρέπει να πληρούνται κοινωνικές και υλικές προϋποθέσεις. Το ίδιο ισχύει και για την ουσιαστική ή, αλλιώς, πραγματική ισότητα, που υπερβαίνει κατά πολύ την τυπική, νομικοπολιτική ισότητα, η οποία ουδόλως μας πέφτει λίγη, ούτε και πρέπει να απαξιώνεται. Είναι αφετηρία για την εμβάθυνση και τη διεύρυνση της δημοκρατικής ισότητας, αλλά, από μόνη της, δεν αρκεί. Παραμένει, όμως, σημαντική, απολύτως αναγκαία και διαφυλακτέα σε όλες τις συνθήκες, διότι χωρίς αυτήν δεν υφίσταται δικαίωμα στην ατομική-προσωπική αυτονομία, ούτε και δημοκρατικός σοσιαλισμός. Η ελευθερία, η ισότητα, η αλληλεγγύη είναι ιστορικά αιτήματα, που, για την ουσιαστική τους πραγμάτωση, προαπαιτείται η άρση των χωρισμών της αστικής κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο μπορούμε να σκεφτούμε και την πολιτική δημοκρατία ως την αναγκαία αφετηρία για το σοσιαλισμό, ο οποίος είναι η καταξίωση της δημοκρατίας και της δημοκρατικής αρχής σε συνθήκες πλουραλιστικής αντιπροσώπευσης.
Η κριτική του Μαρξ επιτρέπει να σκεφτούμε τις μορφές της δημοκρατίας που νοηματοδοτούνται ως αφαιρέσεις, στην αστική κοινωνία, και, ταυτόχρονα, να συσχετίσουμε αυτές τις νοηματοδοτήσεις –και τις μορφικές τους αποκρυσταλλώσεις– με το ουσιαστικό περιεχόμενο των θεμελιωδών αρχών της δημοκρατίας, ώστε να αναρωτηθούμε για τη σχέση τους. Δηλαδή να μη συλλαμβάνουμε τη δημοκρατία μόνο ως πολιτική δημοκρατία, αλλά γνωρίζοντας ότι χωρίς αυτήν δεν υφίσταται δημοκρατικός σοσιαλισμός. Χωρίς την πολιτική δημοκρατία δεν μπορούμε να συλλάβουμε την ιστορική δυνατότητα της κοινωνικής δημοκρατίας. Ο Μαρξ μάς έδειξε πώς να βλέπουμε την ιστορία από τη σκοπιά των καταπιεσμένων. Το ποια σκοπιά θα επιλέξουμε, είναι πράξη απότοκη του πολιτικού μας αυτοκαθορισμού. Συνεπώς είναι πράξη ευθύνης. Έτσι, ίσως, μπορούμε να ανιχνεύσουμε και τη δυνατότητα της προσωπικής, ατομικής μας αυτονομίας μέσα στην ιστορική προοπτική της αυτονομίας και όλων των άλλων. Και ίσως αυτό να είναι προϋπόθεση της ανθρώπινης αυτοκατανόησης και χειραφέτησης, επειδή, χωρίς τη δεύτερη, δεν είναι επιτεύξιμη ούτε η πρώτη.

*Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου