Ο επικός Ελ Σιντ συστήνεται στα ελληνικά

Συνέντευξη με τους συντελεστές της πρώτης απευθείας μετάφρασης στα ελληνικά:
Ιωάννη Κιορίδη, Στέργιο Ντέρτσα, Αλμπέρτο Μοντανέρ

«Το Έπος του Ελ Σιντ», ένα επικό ποίημα της Καστίλης, που διασώζεται σε ένα μοναδικό χειρόγραφο του 14ου αιώνα, περιγράφει σε λογοτεχνική απόδοση το τελευταίο μέρος της ζωής του Ροδρίγο Ντίαθ, ενός φημισμένου Καστιλιάνου μαχητή ο οποίος έζησε κατά το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Θεωρείται κορυφαίο έργο της ισπανικής μεσαιωνικής επικής ποίησης, στο ίδιο επίπεδο με το γαλλικό Τραγούδι του Ρολάνδου, το γερμανικό Τραγούδι των Νιμπελούνγκεν ή το αγγλοσαξονικό Μπέογουλφ, με το ήθος του να βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον βυζαντινό Διγενή Ακρίτη. Για πρώτη φορά το έργο αυτό παρουσιάζεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μεταφρασμένο απευθείας από το πρωτότυπο κείμενο και συνοδευόμενο από μια εκτενή εισαγωγή και σχόλια (εκδόσεις Ρώμη). Οι συντελεστές αυτού του σπουδαίου εκδοτικού εγχειρήματος, Ιωάννης Κιορίδης, Στέργιος Ντέρτσας και Αλμπέτρο Μοντανέρ μιλούν στην «Εποχή» για τον μεταφραστικό και επιστημονικό «άθλο» τους.

Τη συνέντευξη πήρε ο Σπύρος Αραβανής

Ποιο είναι το ιστορικό της γνωριμίας και συνεργασίας σας;
Στ. Ντέρτσας: Η πρόταση έγινε από τον Ιωάννη Κιορίδη, τον Ιούνιο του 2014 στη Θεσσαλονίκη, όταν εγώ ήμουν σπουδαστής του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου κι εκείνος καθηγητής μου. Βρήκα την ιδέα γοητευτική αλλά, επειδή ήξερα το έργο και τις δυσκολίες του, η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν ότι επρόκειτο για εξαιρετικά δύσκολο, να καταφέρουμε να φτάσουμε εκεί που θα θέλαμε για να μην αδικήσουμε ένα τόσο εμβληματικό έργο. Μεταφράζοντας τους πρώτους 100-200 στίχους, όμως, και ξέροντας πως θα έχουμε σε όλη τη διάρκεια την υποστήριξη του Αλμπέρτο Μοντανέρ, που γνωρίζει όσο λίγοι το έπος, άρχισα να πιστεύω πως είναι εφικτό. Κι αυτό έγινε μια ακλόνητη πεποίθηση όσο προχωρούσαμε. Εν τέλει θεωρώ, παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε στην πορεία, πως το τελικό αποτέλεσμα ήταν πολύ καλύτερο από όσο είχαμε τολμήσει να φανταστούμε στην αφετηρία αυτής της περιπέτειας.

Για πρώτη φορά η ελληνική μετάφραση γίνεται απευθείας από το πρωτότυπο ισπανικό κείμενο, μολονότι το έργο έχει εδώ και πολλά χρόνια γνωρίσει πολλές εκδόσεις και μεταφράσεις σε πολλές γλώσσες. Πού αποδίδετε αυτή την «καθυστέρηση»;
Ι. Κιορίδης: Η μεγάλη πλειονότητα του ελληνικού κοινού γνωρίζει τον Ελ Σιντ μέσα από τη γνωστή χολιγουντιανή ταινία με πρωταγωνιστές τον Τσάρλτον Ίστον και την Σοφία Λόρεν. Λίγοι, όμως, ξέρουν πως αυτή η εικόνα δεν έχει καμία σχέση με αυτήν που μας προσφέρει το Έπος που μεταφράσαμε, κορυφαίο έργο που χρονολογείται περίπου στα 1.200 μ.Χ. Παρά την ύπαρξη αξιόλογων και ικανών μεταφραστών της ισπανόφωνης λογοτεχνίας στη χώρα μας, δεν είχε αποτολμηθεί έως τώρα η μετάφραση του εν λόγω έργου κατευθείαν από το πρωτότυπο κείμενο. Νομίζω πως οι κυριότεροι λόγοι είναι οι εξής: πρώτα απ’ όλους η ιδιαίτερα απαιτητική γλωσσική μορφή του κειμένου, που απέχει σημαντικά από την εικόνα που έχουμε σήμερα για τα ισπανικά. Ρηματικοί τύποι, ιδιωματισμοί, η ιδιότυπη για μας ρίμα, παντελώς άγνωστες λέξεις, στρατιωτικοί όροι, όλα αυτά τα στοιχεία απαιτούσαν πλήθος υποσημειώσεων προκειμένου να δοθεί στον αναγνώστη πλήρης εικόνα της εποχής και του έργου. Δεν αρκούσε μια απλή μετάφραση του ποιητικού κειμένου. Τέλος, ρόλο έπαιξε και το μικρό ενδιαφέρον που αποδίδεται στη χώρα μας σε έργα της πλούσιας ισπανικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας, σ’ αυτά δηλαδή που τοποθετούνται πριν από τον Κιχώτη, από τον 12ο ως τον 15ο αιώνα μ.Χ.

Το έργο ανήκει στο λογοτεχνικό είδος των ηρωικών ασμάτων του μεσαιωνικού τύπου της επικής ποίησης και αφηγείται την τελευταία περίοδο της ζωής ενός υπαρκτού ήρωα, του Ροδρίγο Ντίαθ. Σε ποιο βαθμό η αληθινή ιστορία συναντά τη λογοτεχνία;
Αλ. Μοντανέρ: Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ιστορία διηγείται τα πράγματα όπως αυτά έγιναν, ενώ η ποίηση όπως θα μπορούσαν να είχαν γίνει, «κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον». Αυτό σημαίνει πως το επικό ποίημα, όπως κάθε λογοτεχνικό κείμενο, διαθέτει μία αξιοσημείωτη ελευθερία κατά την προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων. Στην περίπτωση του αυτού του έργου μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία εικόνα ισορροπημένη, υπό την έννοια ότι το πρώτο μέρος, που σχετίζεται με τη συμφιλίωση του Σιντ με τον βασιλιά Αλφόνσο, βρίσκεται αρκετά κοντά στα ιστορικά γεγονότα της εξορίας του Ροδρίγο Ντίαθ. Αντίθετα, το δεύτερο μέρος, που αφηγείται την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Σιντ και τους γαμπρούς του, είναι απολύτως φανταστικό. Συνεπώς ο ποιητής ξέρει να τα διηγείται όλα με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι το ίδιο πιστευτά τόσο τα σημεία που διαθέτουν ιστορική βάση, όσο και αυτά που ο ίδιος επινόησε.

Στην εισαγωγή του βιβλίου αναφέρεται διεξοδικά η σχέση του Ελ Σιντ με τον Διγενή Ακρίτα. Θα ήθελα μια συνοπτική συγκριτική παρουσίασή τους.
ΑΛ. Μοντανέρ: Αυτό που συνδέει τον Σιντ με τον Διγενή είναι πως και οι δύο είναι ήρωες της μεθορίου. Η «επική ποίηση της μεθορίου» είναι μια επιμέρους κατηγορία έπους η οποία αντανακλά το «πνεύμα των συνόρων», δηλαδή, μία στάση κατανόησης, σ’ ένα βαθμό, για τον αντίπαλο που βρίσκεται στην άλλη πλευρά της μεθορίου (τον Σαρακηνό και στις δύο περιπτώσεις), ενώ οι πραγματικές δραματικές συγκρούσεις είναι αυτές που φέρνουν τον ήρωα αντιμέτωπο με τους ίδιους του τους «συμπατριώτες» (ο εχθρός είναι εσωτερικός, όχι εξωτερικός), όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Σιντ με τους ευγενείς της Αυλής και στην περίπτωση του Διγενή με τους απελάτες. Από την άλλη πλευρά, ενώ ο Διγενής, όπως δηλώνει το ίδιο του το όνομα, προέρχεται από «δύο γένη», είναι γόνος Σαρακηνού και Ρωμιάς, ο Σιντ συγκαταλέγει στους στενούς και έμπιστούς του φίλους, τον Αμπενγκαλμπόν, τον μουσουλμάνο ηγεμόνα της Μολίνα.

Η ζωή και τα κατορθώματα του Σιντ έχουν εμπνεύσει έργα ζωγραφικής, όπερες μέχρι και χολιγουντιανές υπερπαραγωγές και ταινία κινουμένων σχεδίων. Πώς αξιολογείτε αυτήν την επίδραση. Προσθέτουν ή αλλοιώνουν τη λογοτεχνική αξία του έργου;
Αλ. Μοντανέρ: Ο Σιντ, ήδη από την εποχή σύνταξης του Έπους που φέρει το όνομά του, δεν είναι ήρωας ενός μόνο έργου. Υπάρχει, τουλάχιστον από τα μέσα του 12ου αιώνα, μια ολόκληρη σειρά έργων που αποτελούν το λεγόμενο «υλικό του Σιντ». Η σειρά αυτή αρχίζει με τα Χρονικά και ποιήματα αραβικά και λατινικά, συνεχίζεται με τα ηρωικά τραγούδια και Χρονικά σε γλώσσα ρομάνθε, και καταλήγει στις μπαλάντες και στο θέατρo. Από τα ισπανικά σκηνικά μεταπηδά στα γαλλικά, χάρη στον Le Cid του Corneille, κι έπειτα φτάνει στα γερμανικά σαλόνια, με τη μετάφραση και τη μίμηση δημοτικών τραγουδιών (romances) γύρω από τον Σιντ. Πρόκειται για έναν ήρωα με σαφή διεθνή απήχηση, αν και ταυτόχρονα καθαρά προσκολλημένο στην ισπανική πολιτιστική κληρονομιά. Οι παραπάνω όψεις αλληλοσυμπληρώνονται και, φυσικά, όσο πιο γνωστό γίνεται το πρόσωπο του ήρωα, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες να «ακουμπήσει» το Έπος του Ελ Σιντ τον σημερινό αναγνώστη.

Ως ειδήμονες στην ισπανόφωνη λογοτεχνία θα ήθελα μια σύντομη συγχρονική αποτίμησή της.
Στ. Ντέρτσας: Η ισπανική λογοτεχνία ήταν ανέκαθεν μια πλούσια και ενδιαφέρουσα λογοτεχνία που έχει «κεντήσει» το χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας με έργα-σταθμούς και είμαστε πραγματικά τυχεροί εδώ που τα έργα αυτά μεταφέρθηκαν με εξαιρετικό τρόπο στη γλώσσα μας. Αναπόφευκτα σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, ακολουθεί τις τάσεις που επικρατούν στην παγκοσμιοποιημένη αγορά, αλλά με ρίζες σε μια τόσο σπουδαία παράδοση είναι μια λογοτεχνία που δίνει συνεχώς άφθονους καρπούς, που τρέφονται από τις ρίζες αυτές, κι όσο κάποιος δεν κουράζεται να ψάχνει θα έρχεται αντιμέτωπος με πολύ αξιόλογα έργα, αρκετά από τα οποία εμείς στη χώρα μας δεν τα έχουμε γνωρίσει. Και ίσως να μην τα γνωρίσουμε ποτέ, είτε επειδή η δική μας αγορά είναι μικρή για να «σηκώσει» τόσους τίτλους είτε επειδή η εποχή που διανύουμε είναι, δυστυχώς, έτσι κι αλλιώς δύσκολη για το βιβλίο που χτυπήθηκε ανελέητα από την κρίση των τελευταίων ετών, η οποία φυσικά δεν είναι μόνο οικονομική.