Ο φτωχός του Θεού

Της Όλγας Στέφου

Ο φτωχός του Θεού περπατούσε σε όλους τους δρόμους και δεν φοβόταν κανέναν: Δεν φοβόταν να κρυώνει, δεν φοβόταν να ζεσταίνεται μα κυρίως, δεν φοβόταν το σκοτάδι. Περπατούσε και διάβαζε ιστορίες, μία πλάκα είχε ξεκολλήσει, μια άλλη ήταν γεμάτη αίμα, ένα φανάρι έσπασε από το φλογερό φιλί δύο ερωτευμένων. Ήξερε πολλά μυστικά.
Δεν φοβόταν τους δρόμους των φτωχών, δεν φοβόταν τους δρόμους των πλουσίων. Φοβόταν μόνο την πείνα κι άμα πεινούσε άπλωνε το χέρι στον αέρα και τον έτρωγε. Και χόρταινε για λίγο, μέχρι που άρχιζε να τρελαίνεται. Κι έκλεβε.
Δεν ήταν ζωή αυτή, θα έλεγε κάποιος συνετός, ωστόσο ήταν η ζωή του.

Η μέρα που γονάτισε

Ήταν η ζωή του και κουτσά στραβά τον κρατούσε όρθιο. Όρθιο, αλλά κρυωμένο, όρθιο, αλλά μαραμένο. Οπωσδήποτε όρθιο, με την κρυφή ελπίδα να μην γίνει ποτέ σαν τους σκυφτούς κι ας το ήξερε καλά κι ας γνώριζε πριν απ’ όλους ότι κάποια στιγμή θα γονάτιζε κι ο ίδιος.
Όταν τα γόνατά του ξεκίνησαν να τρέμουν, ήξερε πως πλησιάζει η άγρια ώρα, εντούτοις δεν άντεχε τη μοίρα των ανθρώπων που αρχίζουν να κρύβονται από τους δρόμους κι η πόλη δεν ήταν παρά ένα φίδι, κάθε λέπι, κάθε δόντι, κάθε κηλίδα κι από μία ιστορία. Αλλά τα τρεμάμενα γόνατα έχουν ξεχωριστά σχέδια.
Η μέρα που γονάτισε θάφτηκε ανάμεσα στις πολλές ημέρες των γονατισμένων. Έπεσε με δύναμη στο πεζοδρόμιο και δεν μπόρεσε να ξανασηκωθεί. Κάρφωσε τα μάτια του στον ουρανό και ξεκίνησε -για πρώτη φορά, που έμελλε να είναι και κάποια τελευταία- να κοιτάζει, να κοιτάζει. Τα πρώτα χρώματα της ημέρας, την πορεία του ήλιου, τα σύννεφα, τα παράλογα σχήματά τους, την δύση, το μούχρωμα, τα αστέρια, το φεγγάρι.

Δεν ήταν ώρα για εγωισμούς

Πέρασαν καιροί, άλλοτε έβρεχε, άλλοτε βόγκαγε ο ουρανός. Καμιά φορά, αραιά και πού, ξέρναγε ξεροκόμματα και τι να τα κάνεις; Είχε ήδη χάσει τα πόδια του, μετά το μυαλό του. Βόγκαγε κι ο ίδιος, βόγκαγε το στομάχι του, πάνω απ’ όλα βόγκαγαν οι ιστορίες που πια δεν είχαν κανέναν ακροατή. Οι πλάκες ξεκολλούσαν όπως πάντοτε, γέμιζαν αίμα όπως και πριν, αλλά μόνες τους, έρμες και μισερές. Και χαμένες με τους συνετούς, που η ζωή τους είχε χαρίσει γερά ποδάρια.
Κι είχε για μυστικό 10 χρυσά νομίσματα.
Το κρύο μόνο δεν άντεχε και πώς να το αντέξει, αφού φυσούσε ο παγωμένος άνεμος και κινδύνευε να χάσει να χρυσά του νομίσματα. Σκέφτηκε κάποια στιγμή να τα λιώσει για να ζεσταθεί, αλλά στάσου! Αν το έκανε αυτό, θα ξεπηδούσε ένα καυτό, παχύρρευστο ποτάμι που θα έπνιγε ολόκληρη τη σύνεση της πόλης και θα άφηνε πίσω μόνο λαβωμένα κορμιά περαστικών! Δεν ήταν ώρα για εγωισμούς. Αποφάσισε να αντέξει.

Λύση απόγνωσης

Οι εποχές αυξάνονταν, μαζί με το πλήθος των χρυσών νομισμάτων. Μέχρι που κάποια στιγμή βάρυνε, βάρυνε αρκετά και πλέον δεν χωρούσαν ούτε κάτω από τα ρούχα του, ούτε και στην γλώσσα. Ξεκίνησε, αυτός, ο ευνοούμενος, ο παντοδύναμος, να τα χώνει στην κοιλιά του. Έτσι, γέμιζε χρυσάφι και φούσκωνε και το στομάχι του.
Ήταν περήφανος για τη συνετή του πράξη.
Πέρασαν λίγες εποχές ακόμα, δύο ή τρεις μπορεί και πέντε ώσπου ξημέρωσε η μέρα που το χρυσό νόμισμα εκείνο, το τελευταίο πια, δεν χωρούσε πουθενά.
Αποφάσισε να τα αξιοποιήσει. Να φτιάξει έναν χρυσό Παρθενώνα. Να βουλιάξει την πολιτεία στο χρυσάφι. Κάτι, κάτι να κάνει.
Κι η μοναδική λύση βρέθηκε την τελευταία στιγμή. Ήταν μια λύση απόγνωσης.

Μια πανηγυρική ασφυξία

Κι αν είχε αγαπήσει τα τόσα του νομίσματα, μόνο αυτός το ήξερε, αχ πώς το ήξερε! Όμως έπρεπε να αδειάσει από το βάρος κι έτσι αποφάσισε να αγοράσει όλα τα λεφτά του κόσμου. Τα κέρματα, τα χαρτονομίσματα, ίσως ορισμένα πετράδια, για να τα κάνει φωλιές για τα πουλιά -πλησίαζε, βλέπετε, η Άνοιξη και κάπου θα έπρεπε να βολευτούν και δαύτα.
Έκανε να σηκωθεί, αλλά τα γονατισμένα του πόδια διαφώνησαν εντόνως με τούτη του την πρωτοβουλία. Ένας τρόπος υπήρχε και φαινόταν σα να βρίσκεται στο μυαλό του από την αρχή όλης αυτής της σπουδαίας αποταμίευσης. Όλες οι σωστές ιδέες περιμένουν να εμφανιστούν όταν η απόγνωση δεν αφήνει πλέον κανένα περιθώριο.
Έστρεψε το βλέμμα του προς τον Ουρανό, ήταν παλιοί γνώριμοι τα δυο τους.
Έβαλε στην χούφτα του το πρώτο εκείνο χρυσό, ολόχρυσο νόμισμα, το φύσηξε προς τα πάνω και άφησε τον άνεμο να κάνει τα υπόλοιπα. Έπιασε το δεύτερο, το τρίτο. Η πόλη γέμισε στραφταλίσματα, σα να βρέχει αστέρια μέρα μεσημέρι -και πάλι κανένας δεν το κατάλαβε, πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτοί περπατάνε πάντα σκυφτοί.
Μέχρι το βράδυ είχε ταξιδέψει όλα του τα βάσανα και με πάσα βεβαιότητα, έφτασαν στον σωστό προορισμό: Τα άκουγε να ρέουν φασαριόζικα και πολλά και αποφασισμένα σε σωλήνες, φρεάτια, να σπάνε πόρτες, παράθυρα, να χώνονται στα κατάλληλα ρουθούνια και να πνίγουν τους κατάλληλους ανθρώπους, μια πανηγυρική ασφυξία, μια μαινόμενη άφιξη προς το τέλος, το τέλος όλων: Την ημέρα που αγόρασε τα λεφτά του κόσμου. Και τα λεφτά του κοσμάκη, επίσης, δεν ήταν ώρες για ρομαντισμούς.
Κι ο φτωχός του Θεού, εκείνο το τελευταίο πρώτο φως της ημέρας το έχασε οριστικά.