Ο Φυγάς

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Την Τετάρτη εκείνη πήγα στην αστυνομία για να δηλώσω πως αγνοούμαι. Αδύνατον, μου είπαν αφού είσαι εδώ με σάρκα και οστά. Μακάρι να ήταν τόσο απλό τους είπα και αυτοί με κοίταξαν παράξενα. Κάντε την δουλειά σας, τους είπα και αφήστε τα πράγματα να είναι τόσο περίπλοκα όσο η ίδια η πραγματικότητα. Συμπλήρωσα τα έντυπα, έγραψα τα στοιχεία –τόσο τα δικά μου όσο και του αγνοούμενου- παρέδωσα τα χαρτιά στα σίγουρα χέρια του αστυνομικού. Θα κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε μου είπε και σφίξαμε τα χέρια. Εγώ γύρισα σπίτι.

Αγνοούμαι

Πέρασαν τρεις μέρες και κανείς δεν με βρήκε. Οι μέρες περνούσαν, ο χρόνος έσταζε και οι φίλοι μου τηλεφωνούσαν κανονικά. Αφήστε με τους έλεγα, αφήστε με δεν βλέπετε πως αγνοούμαι; Όταν βγαίναμε ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Περίμενα πως πάνω από τα ποτήρια της μπύρας και μέσα στη ζάλη του Σαββάτου κάποιος θα με θυμόταν. Κάποιος θα εξοργιζόταν από το γεγονός πως αγνοούμαι και θα έπαιρνε δραστικά μέτρα. Αλλά να τοι εκεί όλο να με ρωτούν πώς είμαι και πώς πηγαίνουν τα πράγματα, πώς βλέπω τις καταστάσεις και τι έχω να πω. Ένας μάλιστα με ρώτησε πού θα πάω διακοπές. Αν ήμουν στη θέση σας θα ντρεπόμουνα τους είπα, ο φίλος σας να αγνοείται και εσείς να κάθεστε εδώ και να τον ξεχνάτε. Ένιωσαν αμήχανα -το ένιωσα- και δεν απάντησαν. Και δεν είμαι σίγουρος αν η αμηχανία τους προέκυψε από ενοχή ή από τη συνειδητοποίηση της στιγμής εκείνης, μια συνειδητοποίηση που τους διαβεβαίωνε πως δεν θα πάρουν κανένα μέτρο και πως καμία κίνηση δεν θα γίνει από μέρους τους.
Αναστατωμένος γύρισα σπίτι. Στο δρόμο ένιωσα την μοναξιά του ανθρώπου που αγνοείται. Αυτού που δεν έχει κανέναν να μιλήσει και κανέναν να τον βοηθήσει. Όταν έφτασα στο σπίτι μου, έξω κατά μήκος του δρόμου, τα αυτοκίνητα της αστυνομίας έστεκαν με τους φάρους τους αναμμένους. Τι τρέχει εδώ, ρώτησα τον πρώτο αστυνομικό που είδα.

Αγνοείται

Αγνοείται, μου είπε. Δεχτήκαμε την καταγγελία τρεις μέρες πριν. Αργήσατε κάπως του είπα. Είναι το πρωτόκολλο και η διαδικασία μου αντιγύρισε αυτός. Έχεις καμία φωτογραφία του; ρώτησα εγώ. Ίσως να μπορώ να βοηθήσω. Και τότε αυτός μου έδειξε μια φωτογραφία δική μου. Μια φωτογραφία που δεν είχα δει ποτέ και δεν μπορούσα να καταλάβω που είχε τραβηχτεί. Φαίνεται οικείος, του είπα. Το ίδιο μας είπε και η γυναίκα του μου είπε. Και τότε σκέφτηκα τι κρίμα να μην είμαι και γω παντρεμένος όπως ο άντρας στην φωτογραφία. Θα σας βοηθήσω του είπα. Γιατί πιστεύω πως αυτό είναι αυτό που πρέπει να κάνουμε. Μπες μέσα, μου είπε και μου άνοιξε τη θέση του συνοδηγού στο περιπολικό του.
Και έτσι ξεκίνησε η περιπλάνηση. Πήγαμε στα μέρη που σύχναζε, στα μέρη όπου πέρναγε τις μέρες του. Ρωτήσαμε τους φίλους του που είχαν καιρό πολύ να τον δουν. Περάσαμε από τη γειτονιά που μεγάλωσε, ρωτήσαμε γείτονες των γωνιών του. Ψάξαμε τις εφημερίδες, τις χωματερές, τα γραφεία απολεσθέντων. Παντού το ίδιο αδιέξοδο. Σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Κάποιο συμβάν, ατύχημα το πιθανότερο μου είπε ο αστυνομικός. Θα μπορούσε να είναι απαγωγή, αλλά αυτό προϋποθέτει κάποιον που θα τον απαγάγει. Και κάποιον να ζητήσει αντάλλαγμα συμπλήρωσα. Μπορεί απλώς να έφυγε, του είπα εγώ. Να εξαφανίστηκε αφήνοντας τα πάντα πίσω του χωρίς να ενημερώσει τη γυναίκα, τα παιδιά ή τους φίλους του. Οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται, μου είπε. Έτσι ξαφνικά, χωρίς να αφήσουν έστω κάποια υπόνοια στους οικείους του. Ε τότε, είπα εγώ, ίσως να έχει πάει κάπου και να περιμένει να τον βρούμε.
Δεν είμαι σίγουρος, είπε αυτός και ύστερα συμπλήρωσε. Αν κάποιος θέλει να βρεθεί, παίρνει πρωτοβουλίες ώστε να μπορέσουν να τον βρουν.

*με αφορμή τον πρώτο στίχο του ποιήματος της Ουαλής ποιήτριας Grug Muse, με τίτλο ar goll

http://tsalapatis.blogspot.com/