Ο Γκοντό ως αναζήτηση ουσιαστικής επανεκκίνησης

Συζήτηση με τον σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπο για την ιδιαίτερη ματιά του πάνω στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ

%cf%83%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%8d%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%82_%cf%80%cf%81%cf%8c%ce%b2%ce%b1_%ce%b3%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%8c_web
Tη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Ένα δέντρο φτιαγμένο από λυγισμένα σίδερα, που μπορεί να προέρχονται και από βομβαρδισμένα σπίτια, στρατιωτικά άρβυλα στη θέση καπέλων, πέτρες αντί για τρόφιμα, ένα σπασμένο βιολί σαν σπαρακτική υπόμνηση της τέχνης σ’ ένα κόσμο που σκοτώνει τον πολιτισμό, ήχοι που παράγονται από το σώμα των ηθοποιών και από πέτρες που τρίβουν οι ίδιοι σαν μια επιστροφή στα πρώτα-πρώτα στάδια της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Γιατί επιλέξατε μια τέτοια αναπαράσταση του σκηνικού τοπίου;
Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του 20ού αιώνα (γράφεται στα 1947), με εκατοντάδες ανεβάσματά ανά τον κόσμο. Πιστεύω ότι, εφόσον αποδίδουμε σε ένα έργο το χαρακτηρισμό «κλασικό», χρειάζεται να ερευνούμε τη δυναμική του σύνδεσή με το «χρόνο του τώρα» (Βάλτερ Μπένγιαμιν): Τι μας λέει σήμερα ένα τέτοιο έργο; Πώς κινητοποιεί τη σκέψη και τα συναισθήματά μας; Πώς μπορούμε να το προσεγγίσουμε μέσα από τις αγωνίες και τις ελπίδες, τους φόβους και τις προσδοκίες του καιρού μας;
Με γνώμονα τα παραπάνω, εμείς είδαμε τον «Γκοντό» να παίζεται στα ερείπια του κόσμου, από μια ομάδα ανθρώπων που αναζητά με την ψυχή και το σώμα τις δυνατότητες για μια ουσιαστική επανεκκίνηση της ζωής, χωρίς εκμετάλλευση, αλλά και χωρίς εξευτελισμό ανθρώπου από άνθρωπο. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Μπέκετ γράφει το έργο αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: Σημείο μηδέν της ανθρώπινης υπόθεσης το ναζιστικό Άουσβιτς, ο τόπος όπου ο πολιτισμός παραληρεί, όπου η ιστορία μένει άναυδη μπροστά στα δημιουργήματά της, ο χώρος όπου το ανθρώπινο ξεριζώνεται από τον ίδιο τον άνθρωπο σε κάθε πτυχή της ζωής.
Βέβαια, τόσο το ίδιο το έργο, όσο και η παράστασή μας δεν αναζητούν ιστορικές αναφορές, δεν είναι αυτό το θέμα.Το Άουσβιτς ως συμβάν-τομή του 20ού αιώνα, εξακοντίζεται στο παρόν, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, είναι διαρκώς παρόν σε κάθε στιγμή της ιστορίας. Δεν μπορούμε να αποστρέψουμε τα μάτια. Η σύγχρονη τέχνη οφείλει να συνομιλήσει ευθέως με το «ανυπόφορο» στον άνθρωπο και στον πολιτισμό του, όχι για να βυθιστούμε στην απόγνωση κι εκεί να τελειώσουν όλα, αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: Για το διαρκές δικαίωμα να ζήσουμε κάτω από τον ελεύθερο ουρανό της ιστορίας, για την υποχρέωση να διασώσουμε το ανθρώπινο μέσα στον άνθρωπο, για το καθήκον να υπερασπιστούμε τον ανθρώπινο άνθρωπο, σε πείσμα όλων των μηχανισμών από-ανθρωποποίησης που διαπερνούν τις ζωές μας γύρω μας και μέσα μας.

Απέθαντος πόθος για την ίδια τη ζωή

Ομολογώ ότι, παρακολουθώντας την πορεία του Σημείου Μηδέν από την αρχή της δημιουργίας του, δεν περίμενα πως ο Γκοντό θα ήταν το επόμενο βήμα σας…
Η πρώτη μου επαφή με τον Μπέκετ και το έργο του έγινε το 2003 όπου ως ηθοποιός συμμετείχα στην παράσταση «Τρίπτυχο» του Θεάτρου Άττις, σε σκηνοθεσία του Θόδωρου Τερζόπουλου. Αρκετά χρόνια μετά, το 2014, ως βοηθός σκηνοθέτης συμμετείχα στην παράσταση «Τέλος του παιχνιδιού» που σκηνοθέτησε ο Τερζόπουλος στο Θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Αγίας Πετρούπολης. Και οι δύο αυτές εμπειρίες άφησαν το στίγμα τους πάνω μου, καθώς δεν έπαψα ποτέ να μελετώ έργα του Μπέκετ και δεν έπαψε ποτέ να με απασχολεί το πώς τα ζητήματα που θέτει ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας, μπορούν να αναπτυχθούν στη σκηνική πρακτική από τους ηθοποιούς. Οπότε, το να ανεβάσουμε ως ομάδα έργο του Μπέκετ ήταν θέμα χρόνου. Ο «Γκοντό» ήταν το καταλληλότερο κείμενο γιατί, κατά τη γνώμη μου, εδώ συμπυκνώνεται όλος ο πρώιμος και ύστερος μπεκετικός κόσμος.

Η εκδοχή που παρουσιάσατε ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη. Προσωπικά είδα πρώτη φορά ένα Γκοντό με θετικά μηνύματα, σχεδόν αισιόδοξο, ενώ υπήρχε μαζί και μια νέα πρόταση για ό,τι ονομάζουμε «παράλογο».
Ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού μιλάει για τον «απέθαντο πόθο» στο έργο του Μπέκετ. Αυτός ο απέθαντος πόθος είναι για την ίδια τη ζωή, για τη βαθιά σύνδεση με τον Άλλον που έχουμε απέναντί μας, τον Ξένο και Διαφορετικό, αλλά και τον Άλλον μέσα μας, αυτόν το σκοτεινό τόπο όλων των απόκρυφων επιθυμιών και φόβων, εκεί που κατοικούν η τρέλα και το όνειρο, οι πιο βαθυδομικές αγωνίες και προσδοκίες του ανθρώπου.
Σ’ αυτόν τον πόθο στηρίξαμε την παράστασή μας. Επιχειρήσαμε να συνομιλήσουμε ευθέως με όλα τα αισθήματα απόγνωσης και ματαίωσης που μας έφερνε το υλικό, βλέπαμε όμως ότι πρόθεση του ίδιου του συγγραφέα δεν ήταν να παραμείνει σε αυτά. Αντιθέτως. Τα πρόσωπα φτάνουν στο σύνορο της απόγνωσης ακριβώς για να βγουν δυνατότερα απ’ τη συνάντηση με το «ανυπόφορο». Το «περιμένοντας» στο οποίο δίνει έμφαση ο Μπέκετ έναντι του «Γκοντό», δίνοντας κάποια στοιχεία για την κατανόηση του έργου του, είναι για μας η εν ενεργεία προσδοκία της αλλαγής των όρων της ζωής σε όλο το φάσμα του ανθρώπινου βίου και όχι μια παθητική συνθήκη αναμονής σε κενό αέρος, όπου το ζωικό ορμέμφυτο πνέει τα λοίσθια.
Ως προς το θέμα του «παραλόγου»: Τα ερείπια του κόσμου, το σημείο μηδέν της ιστορίας, όπου είδαμε την παράστασή μας, μας οδηγούν σε μια μελέτη της ζωής στα ακραία όρια της ύπαρξης, στο σύνορο αυτό που όλες οι «λογικές» προσλαμβάνουσες για το χώρο και το χρόνο, για το σωστό και το λάθος, για το Εγώ και τον Άλλον καταλύονται. Τα πρόσωπα αναμετριούνται κάθε στιγμή με τον παραλογισμό της ίδιας της ύπαρξης, στην (αυτό)εξορία της από το σώμα και τον κόσμο, προσπαθώντας να εγκαθιδρύσουν εκ νέου το Λόγο, έναν μη-ρασιοναλιστικό Λόγο που συμπεριλαμβάνει το ά-λογο, το ά-μετρο και το αντι-κανονικό, ή με όρους αρχαίας τραγωδίας το ιερόν και ο τέρας εντός του ανθρώπου και εντός της κοινωνίας.

Εκεί που τίποτα το ανθρώπινο δεν είναι ξένο

img_4258

Μιλάτε συχνά για το «τραγικωμικό», οι περισσότερες δουλειές σας, ειδικά μετά το 2010, το έχουν στο κέντρο τους. Πώς ακριβώς το ορίζετε και γιατί το θεωρείτε ένα σημαντικό νήμα για την ερμηνεία της ανθρώπινης ψυχής;
Πώς θα μπορούσαμε να ορίσουμε το τραγικό; Ίσως πρόκειται γι’ αυτή την αδιαμεσολάβητη ένωση του τερατώδους μέσα στον άνθρωπο με την άπειρη δύναμη της φύσης, στο οριακό σημείο όπου Έρις (σύγκρουση) και Μήνις (οργή) αλληλοδιαπλέκονταικαι αλληλεπιδρούν, ως τη στιγμή της καθαρτήριας έκρηξης, όπου η ανάγκη για ριζική επαναθεμελίωση όλων των όρων της ζωής προκύπτει ως κραυγή αγωνίας ανθρώπου και ιστορίας. Την εμπειρία του τραγικού διαπερνά ως εγκάρσια τομή η εμπειρία της τρέλας, το «εκτός εαυτού» ατομικής ύπαρξης και κοινωνίας, με το οποίο καλούμαστε να συνομιλήσουμε απευθείας, χωρίς φίλτρα και αισθητικούς προσδιορισμούς ή περιορισμούς.
Δεν είναι τυχαίο που αυτά τα ζητήματα μπαίνουν στην αρχαία τραγωδία, είδος θεάτρου που σκοπό είχε τη δημιουργία χειραφετημένων και ενεργών πολιτών του αθηναϊκού Δήμου. Απέναντι στο βλέμμα του τραγικού δεν μπορούμε να απωθήσουμε τίποτα, δεν μπορούμε να κρύψουμε τίποτα, βρισκόμαστε ακριβώς στο σημείο όπου τίποτα το ανθρώπινο δεν μας είναι ξένο. Αυτό είναι το πρίσμα υπό το οποίο αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητα του θεάτρου σήμερα, ως μια εκ νέου αναζήτηση του τραγικού σε μια κατεξοχήν τραγική εποχή, που όμως απωθεί το τραγικό…
Και το κωμικό; Πρόκειται για πλάνη αν νομίζουμε ότι το κωμικό στοιχείο είναι κάτι λιγότερο σημαντικό. Πέραν του ότι συνδέεται πλήρως με την παραπάνω αναφορά μας στο Τραγικό, το Κωμικό εκκινεί από το οντολογικά ατελές του ανθρώπου σε όλο το φάσμα του βίου του. Συνδέεται άμεσα με την ανάγκη διαρκούς ατομικής και συλλογικής χειραφέτησης απ’ όλους τους «καθαγιασμένους» αλλά κατά βάθος σάπιους θεσμούς και συμπεριφορές, ήθη και αξίες, που, στη διαδικασία θέσμισης της κοινωνίας, αντανακλούν στάσεις ζωής ή τρόπους σκέψης αλλοτριωμένους και αλλοτριωτικούς. Πρόκειται γι’ αυτό το εξεγερσιακό ξέσπασμα ψυχοφυσικής ενέργειας, που ανοίγει όλους τους κρουνούς ζωής του σώματος-και-πνεύματος του κοινωνικού ανθρώπου.
Όταν αυτοί οι δύο κόσμοι αλληλοδιεισδύουν και μετατρέπονται ο ένας στον άλλον, διατηρώντας ωστόσο τα πρότερα χαρακτηριστικά τους, τη στιγμή δηλαδή που γεννιέται το τραγικωμικό, ανοίγει μπροστά μας όλο το φάσμα του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο, χωρίς εξιδανικεύσεις, χωρίς ηθικοπλαστικά άλλοθι και ωραιοποιήσεις. Πιστεύω ότι όταν αντιμετωπίζουμε τα υλικά της θεατρικής τέχνης (άρα και της ανθρώπινης ζωής) υπό αυτή την οπτική, οι δημιουργικές μας δυνατότητες πολλαπλασιάζονται, γιατί, όπως είπαμε ήδη, βρισκόμαστε ουσιαστικά στο σημείο όπου τίποτα το ανθρώπινο δεν μας είναι ξένο.

Παρατηρήσαμε και μια αλλαγή στη σκηνοθετική οπτική. Χωρίς καθόλου να εγκαταλείψετε τις αρχές του σωματικού θεάτρου, διακρίναμε μια μικρή στροφή στο, ας το ονομάσουμε χάριν συνεννόησης, «ρεαλισμό».
Συνεχίζοντας το σκεπτικό περί τραγικωμικού, σε συνδυασμό με τη δυναμική ψυχοφυσική εκπαίδευση των ηθοποιών που ακολουθούμε ως ομάδα, μπορώ να πω ότι ο τρόπος ερμηνείας καθορίζεται από την ίδια τη ζωντανή διαδικασία αναμέτρησης με το υλικό που έχουμε στα χέρια μας. Μέσα στην πρόβα και ως αποτέλεσμα έρευνας, δημιουργείται μια ολόκληρη παρτιτούρα δράσεων που αναπτύσσεται στιγμή-τη-στιγμή. Δεν δουλεύουμε ούτε σκεπτόμαστε με –ισμούς (ρεαλισμός, εξπρεσιονισμός, φορμαλισμός κ.λπ.). Το υλικό αυτό-οργανώνεται και αυτό-εκφράζεται μέσα από τον κάθε ηθοποιό κι εμείς το ακολουθούμε χωρίς προκαθορισμένες αποφάσεις περί αισθητικής. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη που λέει ότι ο σκηνοθέτης πρέπει «να φτιάξει τη δική του γλώσσα» για να είναι αναγνωρίσιμος, εγκυμονεί πολλούς κινδύνους και είναι πηγή μεγάλης σύγχυσης. Η σκηνική γλώσσα δεν δημιουργείται κατά παραγγελία. Δεν μπορούμε να την αντιληφθούμε ως ένα στατικό, συμπαγές και κλειστό σύστημα μιας σειράς τρόπων έκφρασης. Αντίθετα, είναι ένας ζωντανός οργανισμός, με τους δικούς του όρους λειτουργίας, σε διαρκή εξέλιξη και αλλαγή, αλλά και σε διαρκή συνομιλία με το χρόνο του τώρα.

Κρίση του συνόλου των ανθρώπινων σχέσεων

Μιλάμε συνέχεια για κρίση και συνήθως εννοούμε κρίση οικονομική. Ο Γκοντό σας μας βάζει να σκεφτούμε μια άλλη κρίση, που αγγίζει θέματα πολιτισμού και αξιών, της ίδιας της δυνατότητας της ανθρώπινης συνύπαρξης… Θεωρείτε ότι, με δεδομένο τις συνθήκες που διαμορφώνονται την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον, έχουμε την ελπίδα να πιστεύουμε σε ένα καλύτερο μέλλον και πώς θα ήταν αυτό;
Η άποψή μου είναι ότι αυτό που αποκαλούμε οικονομική κρίση, έχει πλέον μεταμορφωθεί σε κρίση του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς διαπερνά όλο το φάσμα και όλες τις πτυχές της ζωής μας. Πρόκειται για κρίση του συνόλου των ανθρώπινων σχέσεων. Ό,τι λέμε, βέβαια, συνδέεται άμεσα με το συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό και πολιτικό γίγνεσθαι μιας εποχής, όπου η επιθανάτια αγωνία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, μας έχει εισαγάγει σε μακρά περίοδο ιμπεριαλιστικών πολέμων, αλλά και λαϊκών ξεσηκωμών.
Όλα τα ερωτήματα παραμένουν αγωνιωδώς ανοιχτά, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν απόλυτες εγγυήσεις πως το «τέλος της ανθρώπινης προ-ιστορίας» κατά τον Μαρξ, δεν θα σημάνει και την καταστροφή του πλανήτη. Ωστόσο, έχουμε χρέος να συμβάλλουμε με κάθε δυνατό τρόπο προς την κατεύθυνση της χειραφέτησης της ανθρωπότητας και μάλιστα υπό το πρίσμα της Παράδοσης των Καταπιεσμένων, όσα κι αν είναι τα εμπόδια, όσο κι αν φαίνονται ανυπέρβλητα. Πιστεύω, μάλιστα, πως η τέχνη έχει πολλά να δώσει σε αυτή την κατεύθυνση, ώστε η φλόγα της ελπίδας και του αγώνα να παραμείνει άσβεστη.
Η άρση κάθε μορφής αλλοτρίωσης σε όλο το φάσμα της ατομικής και συλλογικής ανθρώπινης δραστηριότητας και ζωής, χρειάζεται να είναι στον πυρήνα του αγώνα και των ονείρων μας, γι’ αυτό το «καλύτερο μέλλον».

Ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Θωμάς Συμεωνίδης, σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος, σκηνική εγκατάσταση: Ηλίας Παπανικολάου, φωτισμοί: Κώστας Μπεθάνης.
Παίζουν: Δαυίδ Μαλτέζε, Έλλη Ιγγλίζ, Έβελυν Ασουάντ, Κωνσταντίνος Γώγουλος.
Παραστάσεις: Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 9μμ και Κυριακή στις 7μμ, στο Θέατρο Άττις-Νέος Χώρος (Λεωνίδου 12, πλησίον μετρό Μεταξουργείου, τηλ.: 210 3225207). Μέχρι τις 29 Απριλίου 2018.