O καπιταλισμός και η Γαληνοτάτη

Γιάννης Μηλιός «Βενετία: Μια συνάντηση που στέριωσε απρόβλεπτα.
Πραγματεία για τον καπιταλισμό και τη διαδικασία γένεσής του»,
εκδ. Αλεξάνδρεια , 2020, σελ. 312

Η «συνάντηση» της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας με τον καπιταλισμό θα μπορούσε να μην έχει συμβεί. Το βασικό θέμα που απασχολεί τον συγγραφέα. Η πιο διαδεδομένη μαρξιστική προσέγγιση επί του θέματος, η μετάβαση από τη φεουδαρχία και το αγροτικό σύστημα παραγωγής στο καπιταλιστικό σύστημα διήρκησε περίπου δύο αιώνες, μέχρις ότου αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται γύρω στα μέσα-τέλη του 16ου αιώνα. Αυτή είναι μεταξύ άλλων σε γενικές γραμμές η θέση του μαρξιστή οικονομολόγου Μώρις Ντομπ στο κλασικό έργο του Μελέτες για την ανάπτυξη του καπιταλισμού (1946), από το οποίο και εκκινεί ο Μηλιός για να αμφισβητήσει την παραπάνω συλλογιστική. Παρά τη σημασία του έργου του, τα συμπεράσματα του Ντομπ αμφισβητήθηκαν και από άλλους μαρξιστές, σύμφωνα με τον οποίους «η Βενετία εξέθρεψε των πρώτη καπιταλιστική κοινωνία», πριν δηλαδή από την Αγγλία.

Στο πρώτο μέρος, ο συγγραφέας επιχειρεί καταρχάς μια σύντομη επισκόπηση της έννοιας του καπιταλισμού. Η Ιταλία ήταν ο προθάλαμος, εκεί όπου το «κεφάλαιο εμφανίστηκε ως όρος γύρω στον 12ο αιώνα με την έννοια «αποθέματος αγαθών ή χρημάτων που μπορούν να αποφέρουν τόκο». Από τον 14ο αιώνα, χρησιμοποιείται πια ευρέως.
Περνώντας στη συνέχεια στους μεταπολεμικούς μαρξιστές θεωρητικούς της οικονομίας, και πάλι δεσπόζει ο Ντομπ. Ο τελευταίος απέδωσε την κρίση της φεουδαρχίας κατά τον 14ο αιώνα (που σηματοδότησε την αρχή του τέλος της στη διαδικασία της μετάβασης) στην αντίσταση των δουλοπάροικων που κατόρθωσαν σταδιακά να απελευθερωθούν εν μέρει, όσο και αν η έλευση του καπιταλισμού καθυστέρησε ως τα τέλη του 16ου αιώνα. Για τη θέση του αυτή δέχτηκε κριτική από τον Πωλ Σουήζυ και άλλους, οι οποίοι αντιπαρέθεσαν ως αιτία για την παρακμή του φεουδαλισμού την ανάπτυξη του εμπορίου – κάτι που μας φέρνει πιο κοντά στις οικονομικές σχέσεις που είχαν αναπτύξει τα ιταλικά κρατίδια.
Σε ό,τι αφορά τις μη μαρξιστικές προσεγγίσεις στις απαρχές του καπιταλισμού, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο του Γερμανού Βέρνερ Ζόμπαρτ Ο σύγχρονος καπιταλισμός (1902), που παρουσιάζει μια αρκετά υλιστική θέση, από έναν επιστήμονα ο οποίος είχε μελετήσει με σεβασμό το έργο του Μαρξ, χωρίς να είναι πάντως μαρξιστής, ο Ζόμπαρτ δέχθηκε κριτική για το έργο του από εκπροσώπους της λεγόμενης Γερμανικής Ιστορικής Σχολής. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η δημοσίευση του περίφημου πια έργου Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού (1904-1905) του Μαξ Βέμπερ, το οποίο βέβαια αδιαφορεί πλήρως για τα όποια κοινωνικά/οικονομικά αίτια εξέθρεψαν το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής και βασίζεται μόνο στην αφαίρεση μιας «ηθικής οικονομίας» ως παραγώγου του θρησκευτικού δόγματος.
Χαρακτηριστικό επίσης γνώρισμα της Γερμανικής Ιστορικής Σχολής αποτελεί το γεγονός ότι ταυτίζει τον καπιταλισμό με όλες τις δραστηριότητες της αγοράς που αποφέρουν χρηματικές απολαβές. Ακόμα και μ’ αυτό το σκεπτικό πάντως, μια χαρά αγορά και εμπορικές σχέσεις είχαν αναπτύξει ήδη από τον Μεσαίωνα τα μη προτεσταντικά, ρωμαιοκαθολικά ιταλικά κρατίδια.
Την παγίδα δεν απέφυγαν και αξιοθαύμαστοι οικονομολόγοι, όπως ο Τζων Μέυναρντ Κέυνς, ο οποίος διαπίστωσε καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής σε αρχαίους πολιτισμούς όπως ο σουμεριακός, ο βαβυλωνιακός, ο ελληνικός, ο ρωμαϊκός κ.ο.κ. Εξαίρεση αποτελεί ο ιστορικός Φερνάντ Μπρωντέλ, κορυφαία προσωπικότητα της δεύτερης γενιάς των Annales, ο οποίος στις μελέτες του για τη Μεσόγειο, κάνει γόνιμη διάκριση ανάμεσα στην αόριστη οικονομία της αγοράς και στον καπιταλισμό.

Με ορμητήριο τη λιμνοθάλασσα

Φτάνουμε στη Βενετία αυτή καθαυτή. Στο πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, ο συγγραφέας παρουσιάζει συνοπτικά την ιστορία του εσωτερικού εποικισμού της λιμνοθάλασσας από κατοίκους κυρίως της περιοχής του Βένετο, οι οποίοι ήθελαν να προφυλαχθούν από τις επιδρομές των γοτθικών φύλων. Η Βενετία θα επωφεληθεί, όπως και η Πίζα και η Γένοβα, από την καταστροφή και την παρακμή του γειτονικού Αμάλφι για να εξελιχθεί σε κραταιά εμπορική δύναμη πρώτα στην περιοχή της Αδριατικής και κατόπιν στην υπόλοιπη Μεσόγειο. Αρχικά Βυζαντινό Εξαρχάτο, υπαγόμενο στο Πατριαρχείο, χάρη στο εμπόριο και την έξυπνη πολιτική της, σιγά-σιγά τα προνόμιά της αυξάνουν και μαζί διευρύνεται και η αυτονομία της – μέχρις ότου τελείως αυτόνομη πια να γίνει και η ίδια μια μείζονα αποικιακή δύναμη στη Μεσόγειο. Ήδη κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, η Μεσόγειος είχε καταστεί ένα οικονομικό περιβάλλον που θα μπορούσε να διευκολύνει την άνοδο του καπιταλισμού. Οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες, όπως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τα ισλαμικά και ιταλικά κράτη, οι χριστιανοί, εβραίοι, μουσουλμάνοι και άλλοι έμποροι, είχαν αναπτύξει παρεμφερείς οικονομικές πρακτικές και χρηματοπιστωτικά εργαλεία.
Ο βενετικός κοινωνικός σχηματισμός μέχρι τα τέλη του 13ου αιώνα παρουσιάζει μεγάλο ενδιάφέρον. Ο συγγραφέας αποδομεί το «μύθο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας»: «υποκινητής της οικονομικής ανόδου της Βενετίας ήταν η συλλογικότητα μιας τάξης πατρικίων, η οποία, έχοντας οργανωθεί από τις αρχές του 11ου αιώνα, ως στρατιωτικοποιημένο ναυτικό κράτος, λειτουργούσε τόσο ως συντονιστής όσο και ως φορέας πολλαπλώς χρηματοπαραγωγικών εγχειρημάτων». Ας σημειωθεί ότι, από άποψη δομής του κράτους, η Βενετία θεωρείτο μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές, αριστοκρατικές έστω, μορφές διακυβέρνησης στην Ευρώπη μέχρι και τη Γαλλική Επανάσταση, με ποσοστό συμμετοχής έως και 5% στο Μεγάλο Συμβούλιο – οι θέσεις του οποίου δεν ήταν κληρονομικές. Το σύστημά της είχε επαινεθεί από υπέρμαχους της δημοκρατίας όπως ο Τζέημς Χάρινγκτον και ο Μπαρούχ Σπινόζα.
Έστω και σε προκαπιταλιστικό επίπεδο, είχαν αναπτυχθεί συνεταιριστικές σχέσεις σε αυτές τις χρηματοπαραγωγικές δραστηριότητες. Ο Μηλιός προτείνει τον όρο «συμβολαικός χρηματοπαραγωγικός τρόπος παραγωγής». Μορφές παραγωγής και απασχόλησης που όχι μόνο προωθούσαν τον εκχρηματισμό της οικονομίας, αλλά επιπλέον δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την αποσύνδεση των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής.

Πόλεμος, προλεταριοποίηση και αποικιοκρατία

Ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Βενετίας έχουν οι διαδοχικές συγκρούσεις της με τους Οθωμανούς για την πρωτοκαθεδρία στη Μεσόγειο, που ριζοσπαστικοποίησαν την οικονομία της. Τα ναυπηγεία και οι μεγάλες μανιφακτούρες στην Αρσενάλε, στην Τάνα και στη Ζέκα δούλευαν ασταμάτητα και οι ναυτεργάτες οδηγήθηκαν σε προλεταριοποίηση. Όπως γράφει ο Μηλιός, η κοινωνική κατάσταση της συντριπτικής πλειονότητας των ναυτικών περιορίστηκε σε εκείνη των χαμηλόμισθων εργατών, παράλληλα με τη γρήγορη διαφοροποίηση των κατηγοριών των εργαζομένων στα πλοία και την πόλωση των μισθών μεταξύ, αφενός, αξιωματικών και εξειδικευμένων, και, αφετέρου, της μάζας των κωπηλατών και άλλων κατώτερων μορφών εργασίας. Διόλου τυχαία, από τις συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στην Αρσενάλε, την οποία είχε επισκεφτεί, εμπνεύστηκε ο Ντάντε Αλλιγκέρι τις περιγραφές της Κόλασης («φωτιά και θειάφι») στη Θεία Κωμωδία.
Φτάνοντας προς το τέλος, ο συγγραφέας υπενθυμίζει ότι η Βενετία υπήρξε μια καπιταλιστική και αποικιακή δύναμη που δεν βασίστηκε ιδιαίτερα στην εδαφικοποίηση, δηλαδή στην κατάληψη εδαφών για την εκμετάλλευσή τους και στη μεταφορά πληθυσμών. Και καταλήγει: «Η σημασία της εδαφικοποίησης χάνει έδαφος στις μέρες μας. Με αυτή την έννοια, ο καπιταλισμός της Βενετίας μπορεί να θεωρηθεί ως λιγότερο παρωχημένος∙ αντιθέτως, μπορεί να ιδωθεί ως μια επιστροφή στο μέλλον». Επειδή για να αντιπαρατεθείς στον αντίπαλο, είναι χρήσιμο να τον γνωρίζεις.

Θανάσης Μήνας