Ο καπιταλισμός οδηγεί σε δίκαιες εκρήξεις οργής

Ο καπιταλισμός οδηγεί σε δίκαιες εκρήξεις οργής

Ο Τζον Χόλογουεϊ, καθηγητής κοινωνιολογίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Πουέμπλα στο Μεξικό, είναι ένας διανοητής που το έργο του έχει μεγάλη θεωρητική συμβολή στην αμφισβήτηση της καπιταλιστικής κανονικότητας. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από τη θέση του για την αλλαγή του κόσμου χωρίς την κατάκτηση της εξουσίας, που έχει υποστεί σκληρή κριτική στους χώρους της ριζοσπαστικής, μαρξιστικής Αριστεράς, αλλά και του αντιεξουσιαστικού χώρου στον οποίο κατά τεκμήριο ανήκει. Η παρακάτω συνέντευξή του στον Δημήτρη Γκιβίση, καθώς και το άρθρο του που εμφανίστηκε τον Ιούνιο του 2020 στην ιστοσελίδα των εκδόσεων Daraja Press (https://darajapress.com/2020/06/17/john-holloway-a-cascade-of-angers-my-covid-19-fantasy), του οποίου δημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος (όλο το άρθρο υπάρχει στην ιστοσελίδα της εφημερίδας), αποτελούν χαρακτηριστικό δΗηΗείγμα της οργισμένης, αντικαπιταλιστικής και καθόλου «ξύλινης» γραφής του ιρλανδού ακαδημαϊκού, ακτιβιστή, και στενού φίλου των Ζαπατίστας.

Χ.Γο.

 

 

Ένας καταρράχτης οργής: Η φαντασίωσή μου για τον COVID-19

Οι πόρτες ανοίγουν. Μπορούμε να αισθανθούμε τη συσσωρευμένη ενέργεια πριν ακόμα εμφανιστούν τα πρόσωπα. Το λόκνταουν έληξε. Έσπασε ένα φράγμα. Ξεχύνεται ένας χείμαρρος οργής, άγχους, ματαιώσεων, ονείρων, ελπίδων, φόβων. Είναι σαν να μην μπορούμε να αναπνεύσουμε.

Ήμασταν όλοι κλειδωμένοι μέσα. Αποκομμένοι φυσικά από τον έξω κόσμο, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Ένας παράξενος ιός άλλαξε τη ζωή μας, αλλά από πού ήρθε; Πρωτοεμφανίστηκε στη Γιουχάν της Κίνας, αλλά όσο περισσότερο διαβάζουμε, τόσο καταλαβαίνουμε ότι θα μπορούσε να είχε εμφανιστεί οπουδήποτε. Οι ειδικοί μάς προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για το ενδεχόμενο μιας πανδημίας, έστω κι αν δεν γνώριζαν πόσο γρήγορη θα μπορούσε να είναι η μετάδοσή της. Δεν προέρχεται από κάποιο συγκεκριμένο μέρος, προέρχεται από την καταστροφή της σχέσης μας με το φυσικό περιβάλλον. Από την εκβιομηχάνιση της γεωργίας, την καταστροφή της αγροτιάς σε όλο τον κόσμο, την αύξηση των πόλεων, την καταστροφή των καταφυγίων άγριων ζωών, την εμπορευματοποίηση αυτών των ζώων με σκοπό το κέρδος. Και μαθαίνουμε από τους ειδικούς ότι αν δεν υπάρξει μια ριζική αλλαγή στη σχέση μας με τα άλλα είδη ζωής, τότε είναι πολύ πιθανόν να ακολουθήσουν και άλλες πανδημίες. Είναι μια προειδοποίηση: ή απαλλασσόμαστε από τον καπιταλισμό ή βαδίζουμε στον δρόμο του αφανισμού. Να απαλλαγούμε από τον καπιταλισμό: πράγματι, μια φαντασίωση. Και αυξάνεται μέσα μας ένας φόβος, και ένας θυμός και ίσως μια ελπίδα ότι  θα μπορούσε να υπάρχει ένας τρόπος να το πετύχουμε αυτό.

Και όσο συνεχίζεται το λόκνταουν, η προσοχή μας μετατοπίζεται, κινείται πέρα από τη νόσο στις οικονομικές συνέπειες που μας λένε ότι θα έχει. Και βαδίζουμε προς μια οικονομική κρίση χειρότερη από αυτήν της δεκαετίας του 1930, τη χειρότερη των τελευταίων 300 ετών στη Βρετανία, λένε. Πάνω από εκατό εκατομμύρια άνθρωποι θα καταλήξουν στην ακραία φτώχια, μας λέει η Παγκόσμια Τράπεζα. Άλλη μια χαμένη δεκαετία για τη Λατινική Αμερική. Εκατομμύρια εκατομμυρίων άνθρωποι άνεργοι σε όλο τον κόσμο. Άνθρωποι που λιμοκτονούν, άνθρωποι που ζητιανεύουν, περισσότερο έγκλημα, περισσότερη βία, καταστραμμένες ελπίδες, γκρεμισμένα όνειρα. Δεν θα υπάρξει γρήγορη ανάκαμψη, η οποιαδήποτε ανάπτυξη θα είναι εύθραυστη και αδύναμη. Και αναλογιζόμαστε: όλα αυτά θα συμβούν επειδή έπρεπε να μείνουμε στο σπίτι για λίγους μήνες;  Και ξέρουμε ότι ο λόγος δεν είναι αυτός. Είναι φυσικό να γίνουμε λίγο φτωχότεροι αν οι άνθρωποι σταματήσουν να δουλεύουν για μερικούς μήνες, αλλά τόσα πολλά εκατομμύρια άνεργοι, άνθρωποι να πεθαίνουν από την πείνα; Σίγουρα όχι. Ένα διάλειμμα μερικών μηνών δεν μπορεί να έχει αυτό το αποτέλεσμα. Ισχύει ακριβώς το αντίθετο: θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε ανανεωμένοι και γεμάτοι ενέργεια για να κάνουμε εκείνα τα πράγματα που χρειάζεται να γίνουν. Και μετά από λίγο περισσότερη σκέψη καταλαβαίνουμε ότι προφανώς η οικονομική κρίση δεν είναι συνέπεια του ιού, αν και θα μπορούσε κάλλιστα να πυροδοτηθεί από αυτόν.

Κατά τον ίδιο τρόπο που η πανδημία είχε προβλεφθεί, είχε προβλεφθεί και η οικονομική κρίση, και μάλιστα με έναν ακόμα πιο κατηγορηματικό τρόπο. Για τριάντα ή και περισσότερα χρόνια, η καπιταλιστική οικονομία ζούσε κυριολεκτικά με δανεικά: η επέκτασή της βασίστηκε στην πίστωση. Ένας πύργος από τραπουλόχαρτα έτοιμος να καταρρεύσει.  Σχεδόν κατέρρευσε το 2008, με τα πιο τρομακτικά αποτελέσματα, αλλά μια νέα και τεράστια επέκταση της πίστωσης την ξαναέστησε στα πόδια της. Οι οικονομικοί σχολιαστές ήξεραν ότι αυτό δεν θα διαρκούσε πολύ. «Ο Θεός έστειλε στον Νώε το σήμα του ουράνιου τόξου, όχι άλλο νερό, την επόμενη φορά φωτιά»: Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν ο κατακλυσμός, αλλά την επόμενη φορά, που δεν θα αργούσε, θα ήταν η φωτιά…[1] Αυτό είναι που ζούμε σήμερα: τη φωτιά της καπιταλιστικής κρίσης. Τόση δυστυχία, τόση πείνα, τόσες καταστραμμένες ελπίδες, όχι εξ αιτίας ενός ιού, αλλά για να αποκατασταθεί η καπιταλιστική κερδοφορία.

Και τι θα γινόταν αν απαλλασσόμασταν από αυτό το σύστημα που βασίζεται στο κέρδος; Αν βγαίναμε από αυτό με ανανεωμένη την ενέργειά μας για να κάνουμε όλα όσα πρέπει να γίνουν, χωρίς να σκοτιζόμαστε για το κέρδος: να καθαρίζουμε τους δρόμους, να χτίζουμε νοσοκομεία, να κάνουμε ποδήλατα, να γράφουμε βιβλία, να φυτεύουμε λαχανικά, να παίζουμε μουσική, οτιδήποτε; Ούτε ανεργία, ούτε πείνα, ούτε γκρεμισμένα όνειρα. Και οι καπιταλιστές; Θα μπορούσαμε ή να τους κρεμούσαμε στον πιο κοντινό φανοστάτη (πάντα υπάρχει αυτός ο πειρασμός) ή απλώς να τους ξεχνούσαμε. Καλύτερα να τους ξεχνούσαμε. Άλλη μια φαντασίωση, αλλά κάτι περισσότερο από φαντασίωση: μια επείγουσα ανάγκη. Και οι φόβοι, και η οργή μας, και οι ελπίδες μας μεγαλώνουν μέσα μας.

Υπάρχουν και περισσότερα, πολλά περισσότερα που τροφοδοτούν την οργή μας. Το όλο συμβάν του κορωνοϊού είναι ένα τεράστιο ξεμασκάρεμα του καπιταλισμού. Σπάνια έχει εκτεθεί τόσο πολύ όσο σήμερα. Με πάρα πολλούς τρόπους.  Κατ’ αρχάς, υπάρχει τεράστια διαφορά στην εμπειρία των διαφόρων ανθρώπων από το λόκνταουν, η οποία εξαρτάται από τον χώρο που διαθέτουν κάποιοι, αν έχουν κήπο, αν έχουν δεύτερο σπίτι στο οποίο μπορούν να καταφύγουν. Σχετιζόμενη με αυτήν είναι η εντελώς διαφορετική επίπτωση του ιού στους πλούσιους και στους φτωχούς, κάτι που γίνεται ολοφάνερο όσο αυξάνεται η διασπορά της νόσου. Με τα παραπάνω συνδέεται και η μεγάλη διαφορά στους ρυθμούς μόλυνσης και θανάτων μεταξύ λευκών και μαύρων. Και η κραυγαλέα ανεπάρκεια ιατρικών υπηρεσιών μετά από τριάντα χρόνια παραμέλησής τους. Και η τρομερή ανικανότητα πάρα πολλών κρατών. Και η εξόφθαλμη αύξηση του ελέγχου και των εξουσιών της αστυνομίας και του στρατού σε όλες σχεδόν τις χώρες.  Και οι διακρίσεις στην εκπαίδευση μεταξύ εκείνων που έχουν πρόσβαση στο ίντερνετ και εκείνων που δεν έχουν, για να μην αναφέρουμε την πλήρη στεγανοποίηση των εκπαιδευτικών συστημάτων που τα κρατούν μακριά από τις αλλαγές που γίνονται στο κόσμο που ζουν τα παιδιά μας. Και η έκθεση τόσων πολλών γυναικών σε καταστάσεις τρομερής βίας. Όλα αυτά και πολλά περισσότερα, την ίδια στιγμή που οι ιδιοκτήτες της Άμαζον, και του Ζουμ, και πολλών άλλων τεχνολογικών εταιρειών αποκομίζουν τρομερά κέρδη, και τα χρηματιστήρια, υποστηριζόμενα από την πολιτική των κεντρικών τραπεζών, συνεχίζουν την ξεδιάντροπη μεταβίβαση πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους. Και μεγαλώνουν ο θυμός μας και οι φόβοι μας, και η απελπισία μας, και η αποφασιστικότητά μας να μην αφήσουμε αυτό να συνεχιστεί, ΝΑ ΜΗΝ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ  ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ.

Και μετά οι πόρτες ανοίγουν και το φράγμα καταρρέει. Ο θυμός μας και οι ελπίδες μας ξεχύνονται στους δρόμους. Ακούμε τον Τζορτζ Φλόιντ, ακούμε τα τελευταία του λόγια, «Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Τα λόγια του στριφογυρίζουν στο κεφάλι μας. Δεν έχουμε το πόδι ενός δολοφόνου αστυνομικού στο σβέρκο μας, αλλά ούτε εμείς μπορούμε να αναπνεύσουμε. Δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε γιατί ο καπιταλισμός μας σκοτώνει. Αισθανόμαστε τη βία, την αισθανόμαστε στο πετσί μας. [2[. Ο θυμός και οι ελπίδες μας, οι ελπίδες και η οργή μας πρέπει να αναπνεύσουν, πρέπει να αναπνεύσουν. Και πράγματι αναπνέουν στις μαζικές διαδηλώσεις κατά της αστυνομικής κτηνωδίας και του ρατσισμού σε όλο τον κόσμο, στο πέταγμα στο ποτάμι, στο Μπρίστολ, του αγάλματος του δουλέμπορου Έντουαρντ Κόλστον, στη δημιουργία της Αυτόνομης Ζώνης του Κάπιτολ Χιλ στο Σιάτλ, στο κάψιμο του αστυνομικού τμήματος στη Μινεάπολη, και στις πολλές γροθιές που υψώνονται στον αέρα.

Και ο χείμαρρος των θυμών, των ελπίδων, των φόβων, των ονείρων, των ματαιώσεων κυλάει ορμητικά. Η οργή που καίει μέσα μας δεν είναι μόνο εναντίον της αστυνομικής κτηνωδίας, ούτε μόνο εναντίον του ρατσισμού, ούτε μόνο εναντίον της σκλαβιάς που επάνω της στηρίχτηκε ο καπιταλισμός , αλλά και εναντίον της βίας κατά των γυναικών και εναντίον όλων των μορφών σεξισμού, και γι’ αυτό τα πλήθη συμμετέχουν, τραγουδώντας, στις μεγαλειώδεις πορείες της 8ης Μαρτίου. Οι κάτοικοι της Χιλής βγαίνουν πάλι στους δρόμους και συνεχίζουν την επανάστασή τους. Και ο λαός του Κουρδιστάν αντιστέκεται στα κράτη που δεν μπορούν να ανεχθούν την ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς κράτος. Και ο λαός του Χονγκ Κονγκ εμπνέει όλους τους Κινέζους καταγγέλλοντας την κοροϊδία του κομμουνισμού: όχι άλλος κομμουνισμός, φωνάζουν, ας φτιάξουμε κομμούνες. Και οι Ζαπατίστας δημιουργούν τον κόσμο των πολλών κόσμων. Και οι αγρότες αφήνουν τις παραγκουπόλεις τους και ξαναγυρνούν στη γη, και αρχίζουν να αποκαθιστούν τη σχέση τους με τις άλλες μορφές ζωής. Και οι νυχτερίδες και τα άγρια ζώα επιστρέφουν στα καταφύγιά τους. Και οι καπιταλιστές ξαναγυρίζουν στα φυσικά τους καταφύγια, στα υπόγεια. Και η εργασία, η καπιταλιστική εργασία, αυτή η τρομερή μηχανή που γεννάει πλούτη και φτώχια και καταστρέφει τις ζωές μας, τελειώνει, και αρχίζουμε να κάνουμε αυτό που θέλουμε να κάνουμε, αρχίζουμε να δημιουργούμε ένα διαφορετικό κόσμο που βασίζεται στην αναγνώριση από τον καθένα της αξιοπρέπειας του άλλου. Και τότε δεν θα υπάρξει μια χαμένη δεκαετία, ούτε άνεργοι, ούτε εκατοντάδες εκατομμύρια που θα ζουν στην ακραία φτώχια, και ούτε ένας που θα πεινάει. Και τότε, ναι, τότε θα μπορούμε να αναπνεύσουμε.

[1] Βλ. το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του Μάρτιν Γουλφ The Shifts and the Shocks, Penguin Press, Νέα Υόρκη, 2014: “Conclusion: Fire Next Time”.

[2] Βλ. Linton Kwesi Johnson, “Time Come”: “now yu si fire burning in mi eye/ smell badness pan mi breat/ feel vialence, vialence, /burstin outta mi;/ look out!” Dread Beat and Blood, Bogle-L’Ouverture Publications, Λονδίνο, 1975.

 

 

(μετάφραση: Χάρης Γολέμης)