Ο ορατός εχθρός κι ο αόρατος πόλεμος

Οσα βλέπουμε σήμερα να γίνονται για αντιμετώπιση των συνεπειών του κορονοϊού, αυθόρμητα μας οδηγούν σε μια αναδρομή στο 2010 και στη σύγκριση του τρόπου οργάνωσης της άμυνας της κοινωνίας και της οικονομίας τότε και τώρα.
Βέβαια, η κρίση τότε ήταν οικονομική και όχι υγειονομική. Ωστόσο, εκτός του ότι και η σημερινή κρίση έχει σοβαρότατες οικονομικές και πολιτικές πλευρές, η αντιμετώπιση και των δύο έχει αναδείξει ένα κοινό στοιχείο: την ανάγκη της δημόσιας παρέμβασης στην οικονομία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της κρίσης. Και αυτό που κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη σύγκριση, είναι οι διαφορετικοί δρόμοι που ακολουθήθηκαν στη μια και στην άλλη περίπτωση.

Τι ακριβώς άλλαξε;

Το 2010, αλλά και στα δύο επόμενα μνημόνια, επιβλήθηκε η συνταγή της δημοσιονομικής αυστηρότητας, η τυφλή εφαρμογή του συμφώνου σταθερότητας, η εσωτερική υποτίμηση, με συνέπεια τη μείωση του ΑΕΠ κατά 25% και την κατακρήμνιση του μεριδίου της εργασίας σ’ αυτό, μαζί με τη δραματική υποβάθμιση του κοινωνικού κράτους. Σήμερα, σε ευρωπαϊκή κλίμακα μάλιστα, οι οικονομικές επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης αντιμετωπίζονται με τη (συγκρατημένη και προσωρινή έστω) χαλάρωση του συμφώνου, με την άμεση κρατική παρέμβαση στην οικονομία, ακόμα και με απαγορευμένες ως τώρα επιδοτήσεις, με εμπόδια στις απολύσεις, με ενίσχυση της ρευστότητας, με ενέσεις τρισεκατομμυρίων, ακόμα και με σχεδιασμό ευρωομολόγου. Το θέμα είναι τι άλλαξε.
Αυτό που ισχυρίστηκε ο κ. Μητσοτάκης, ότι τώρα βάζουμε τον άνθρωπο πάνω από την οικονομία (τα μνημόνια – που τόσο τα έχει υμνήσει και υπηρετήσει – ομολογεί ότι τον είχαν στο τελευταίο σκαλί;) δεν είναι ακριβές. Ούτε τώρα είναι ασθενέστερο το ενδιαφέρον για την οικονομία, εντονότατο είναι, αν και έχουν ληφθεί αμιγώς υγειονομικού ενδιαφέροντος σημαντικά και ορθά μέτρα. Είναι, όμως, προσανατολισμένο σε διαφορετική κατεύθυνση.
Οι σκληρά νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν με τα μνημόνια, είχαν στόχο τη διαιώνιση και τη χειροτέρευση της θέσης της μεγάλης πλειονότητας των εργαζομένων κάθε είδους, πέτυχαν τη διεύρυνση των ανισοτήτων και ωφέλησαν το περίφημο 5%. Ενώ ταυτόχρονα παγίωναν τις σχέσεις ανισότητας και μεταξύ των κρατών/οικονομιών στο πλαίσιο της ΕΕ. Σήμερα, η σοβαρότητα της υγειονομικής απειλής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για τέτοιες ακροβασίες. Ο πανδημικός κίνδυνος επιβάλλει την άμεση κρατική παρέμβαση, την αναγνώριση της ανάγκης να στηρίζονται και να ενισχύονται οι δημόσιες δομές προστασίας από ανάλογους κινδύνους και, συνακόλουθα, να ενισχύεται με απαγορευμένα για το νεοφιλελεύθερο δόγμα μέτρα η οικονομική δραστηριότητα. Ως οικονομικός κίνδυνος δεν προβάλλεται σήμερα ο κίνδυνος του «εκτροχιασμού», αλλά της απειλητικής ύφεσης. Συνεπώς, η προστασία και η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας εμφανίζεται να μπορεί να συμβαδίσει με την ανάγκη να δοθεί προτεραιότητα στην προστασία της υγείας.
Επίσης, από πολιτική άποψη, φαίνεται ότι τα τελευταία δέκα χρόνια συνειδητοποιήθηκε από ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη, και όχι μόνο από την αριστερά, ο κίνδυνος γιγάντωσης της ακροδεξιάς εξ αιτίας της αντιλαϊκής λιτότητας, με αποτέλεσμα να υπάρχουν πια και δεύτερες σκέψεις στα κέντρα λήψης των κρίσιμων αποφάσεων. Ασκεί κάποια επιρροή, αν θέλετε, το σύνθημα της εποχής του Ρούσβελτ «δώσε το καπέλο σου, για να μη χάσεις το κεφάλι σου», προσαρμοσμένο στις σημερινές συνθήκες.

Το ζήτημα δεν είναι οικονομικό, είναι πολιτικό

Ο άνθρωπος και η οικονομία δεν βρίσκονται εξ ορισμού σε αντιδιαστολή. Όταν δίνεται προτεραιότητα στην οικονομία που έχει προβλήματα, λογικά ωφελείται και ο άνθρωπος ως οικονομική και κοινωνική μονάδα. Και στις σημερινές περιστάσεις ακόμα, αν δεν προστατευτεί η παραγωγική και γενικότερα η οικονομική δραστηριότητα, αυτός πρώτος θα έχει σοβαρότατο πρόβλημα ακόμα και στο πεδίο της υγείας. Αυτά που στην πραγματικότητα αντιπαρατίθενται, δεν είναι «ο άνθρωπος» και «η οικονομία». Είναι οι διαφορετικοί υπαρκτοί άνθρωποι, ως φορείς ανταγωνιστικών θέσεων μέσα στην παραγωγή.
Η ρητορική του κ. Μητσοτάκη, λοιπόν, που σήμερα εμφανίζει την «οικονομία» σχεδόν να θυσιάζεται για τον «άνθρωπο», κρέμεται στον αέρα. Οι κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία, που θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο τολμηρές, πιο συνεπείς, ολοκληρωμένες και ενισχυμένες σε κρίσιμα σημεία, όπως η πλήρης προστασία του εισοδήματος των εργαζομένων, η ενίσχυση των δημόσιων υγειονομικών και κοινωνικών δομών, η προστασία της στέγης κλπ., συντελούν στην άμυνα της οικονομίας, διατηρώντας την προτεραιότητα στην προστασία του «ανθρώπου», στο βαθμό που – και εφόσον – προστατεύουν τη θέση του στην παραγωγή και το μερίδιό του στη διανομή του προϊόντος. Όλα αυτά, όμως, γεννούν και ένα ερώτημα: γιατί δεν ακολουθήθηκε αυτή πρακτική, αυτή η αντιυφεσιακή επιλογή της δημόσιας παρέμβασης και το 2010; Αν επιχειρηθεί η απάντηση του τύπου «μα, τότε μας επιβλήθηκε η άλλη επιλογή», θα πρέπει να θυμίσουμε πόσες φορές με τα λόγια και τα έργα τους Μητσοτάκης και ΝΔ έχουν υποστηρίξει την αναγκαιότητα και την ορθότητα των μνημονίων. Και πόσες φορές έχουν επιτεθεί ειδικά κατά του δημόσιου συστήματος υγείας.

Αφερέγγυος ο νεοφιλελευθερισμός

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει, καθώς βλέπουμε σήμερα καθαρά μπροστά μας ότι τεχνικό/οικονομικό ζήτημα για μια διαφορετική επιλογή στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, τότε, δεν υπήρχε. Στο βαθμό που δεν υπάρχει και σήμερα. Κι αν υπάρχει κάτι που χρειάζεται να αναδείξει ο ΣΥΡΙΖΑ στη σημερινή συγκυρία, είναι αυτή ακριβώς η αναντιστοιχία και η ασυνέπεια, ο οπορτουνισμός της ΝΔ, αλλά και η ορθότητα και η ανωτερότητα της πολιτικής επιλογής της αριστεράς: ανατροπή των συσχετισμών με στόχο την ανασυγκρότηση της οικονομίας και της κοινωνίας στη βάση των ατομικών και συλλογικών αναγκών της μεγάλης πλειονότητας. Είναι θέμα πολιτικής επιλογής και ιδεολογικών αντιλήψεων.
Το νεοφιλελεύθερο δόγμα της ΝΔ μπορεί σήμερα να υποδειχθεί πειστικά ως αναχρονιστικό, αναντίστοιχο με το επίπεδο ανάπτυξης των κοινωνικών δυνατοτήτων και αναγκών, αναποτελεσματικό, επικίνδυνο και οπωσδήποτε με τίποτα σαν μονόδρομος, όπως το παρουσιάζουν. Οι άνθρωποι που μας κυβερνούν σήμερα, ακόμα και τώρα που έχει γίνει πασίδηλο ότι μόνο με την εγκατάλειψη των δογμάτων τους μπορεί κάτι να διασωθεί, χρειάστηκε να πάρουν τα μέτρα που έκριναν αναγκαία με δισταγμούς και σε τρεις δόσεις, λες και τους υποχρέωνε κάποιος κάθε φορά να προσθέτουν και μια ακόμα δόση. Όταν ένα κοινωνικο-οικονομικό υπόδειγμα δεν μπορεί να φανεί χρήσιμο άμεσα, τότε που το χρειάζεσαι, γιατί να το προτιμήσουμε και γιατί να δεχτούμε τον ισχυρισμό περί ανωτερότητάς του; Αυτό είναι ο ορατός εχθρός μας, δίπλα στον αόρατο που επικαλέστηκε ο κύριος πρωθυπουργός θυμίζοντάς μας, άθελά του, τον αόρατο πόλεμο, που χρόνια τώρα διεξάγεται σ’ αυτό το κρίσιμο πεδίο, όχι ανάμεσα στον «άνθρωπο» και την «οικονομία», αλλά ανάμεσα σε πολιτικές και αντιλήψεις ασύμπτωτες.

Χ. Γεωργούλας