Ο ορίζοντας της συριακής εκεχειρίας

Syrians run for cover during reported government air strikes in the rebel-held town of Douma, east of the capital Damascus, on Sept. 9. Under the plan announced Friday, hostilities are to cease starting at sundown Sept. 12, the start of the Eid al-Adha holiday.

Του Σωτήρη Ρούσσου

Η στρατιωτική νίκη των φιλο-ασαντικών δυνάμεων στο Χαλέπι αποτελεί την αρχή του τέλους του εμφυλίου όπως, κατ’ αναλογία η εισβολή του Ισραήλ στην Βηρυτό και η εκδίωξη των Παλαιστινίων το 1982 σήμανε την αρχή του τέλους για τον λιβανικό εμφύλιο, Χρειάστηκαν, όμως, άλλα 7 χρόνια για να φτάσουν στην συμφωνία του Τάεφ, μεταξύ περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων και να τερματιστεί ο δεκαπενταετής αυτός εμφύλιος.

Τι σημαίνει για τα εμπλεκόμενα μέρη η εκεχειρία

Η εκεχειρία που επετεύχθη μετά την ήττα της αντι-ασαντικών δυνάμεων στο Χαλέπι έρχεται να επιβεβαιώσει την πλεονεκτική θέση του ασαντικού καθεστώτος στη «χρήσιμη» Συρία (μεγάλα αστικά κέντρα, οδικές αρτηρίες, λιμάνια). Πρόκειται, όμως, και για μια στρατηγική νίκη των συμμάχων του καθεστώτος. Για τη ρωσική πολιτική, η νίκη αυτή έχει ιστορικό χαρακτήρα, αφού επιβραβεύει την πρώτη μετασοβιετική ανάμειξη Ρωσίας σε διεθνή διένεξη εκτός των περιοχών άμεσης γειτονίας της, αυξάνοντας το κύρος της και αναδεικνύοντας ξανά την Μόσχα σε παγκόσμια δύναμη.
Την ίδια στιγμή, η κατάληψη του Χαλεπίου και η συνακόλουθη εκεχειρία αποτελεί περιφανή νίκη της ιρανικής στρατηγικής να υποστηρίξει χωρίς ταλαντεύσεις το ασαντικό καθεστώς παρά την στρατιωτική και οικονομική αιμορραγία που προξενούσε στην Τεχεράνη η ανάμειξη της στον συριακό εμφύλιο. Η σιιτική λιβανική οργάνωση Χεζμπολλάχ βλέπει μέσα από αυτήν την νίκη την ανάρρησή της σε ρόλο περιφερειακής δύναμης που μπορεί να εμπλέκεται στρατιωτικά, αν και μη κρατικός δρών, σε τρία τουλάχιστον μέτωπα, στη Συρία, το Λίβανο και το Ιράκ. Η εκεχειρία, ακόμη και μερική, θα της δώσει τον απαραίτητο χρόνο και χώρο να ανασυνταχθεί μετά από αυτήν την στρατηγική υπερέκταση.

Με μειωμένες απαιτήσεις η Τουρκία

Η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να μειώσει τις απαιτήσεις της. Τόσο η κατάληψη του Χαλεπίου από τον Άσαντ όσο και περιστατικά όπως η δολοφονία του ρώσου πρεσβευτή και η επίθεση του «Χαλιφάτου» στην Κωνσταντινούπολη μειώνουν δραστικά τα περιθώρια ελιγμών και πρωτοβουλιών της. Σήμερα δεν μπορεί πια να διεκδικήσει το ρόλο του αποτελεσματικού προστάτη των σουνιτών μουσουλμάνων και του πολιτικού Ισλάμ στην περιοχή. Αντί να βρίσκεται, όπως θα ήθελε, στην θέση του οδηγού των εξελίξεων στην Μέση Ανατολή, η Τουρκία σύρεται τελικά από τη στρατηγική του τζιχαντιστικού Ισλάμ και την επιρροή του σε «μοναχικούς» τρομοκράτες.
Είναι αναμενόμενο να επιζητεί μια μεταβατική συνεννόηση με τους Ρώσους και τους Ιρανούς για μια διευθέτηση που πιθανόν να περιλαμβάνει από μέρους της Άγκυρας την αποδοχή της πολιτικής κυριαρχίας του Άσαντ στη «χρήσιμη» Συρία και την ουσιαστική λήξη της τουρκικής βοήθειας προς τους τζιχαντιστές αντικαθεστωτικούς, παίρνοντας ως αντάλλαγμα την διαβεβαίωση ότι δεν θα υπάρξει υποστήριξη για κουρδικό ομόσπονδο κράτος ή αυτονομία στην βόρεια και βορειοανατολική Συρία. Πρόκειται για την τελευταία κόκκινη γραμμή της Τουρκίας στο συριακό ζήτημα. Για αυτόν τον λόγο, θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Αυτό σημαίνει, από τη μια πλευρά, συνεννόηση με την Ρωσία και τους περιφερειακούς παίκτες, ώστε να θέσει προ τετελεσμένων τη νέα αμερικανική διακυβέρνηση. Από την άλλη, απειλεί τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και το ΝΑΤΟ με συνολική ανάφλεξη και αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάνης.
Ο Ερντογάν φαίνεται να επιτυγχάνει σε πρώτη φάση τον παραμερισμό των Κούρδων από την εκεχειρία και τις συνακόλουθες διαπραγματεύσεις στην Αστάνα, με τίμημα την αποδοχή της πλεονεκτικής θέσης του Άσαντ. Η τύχη της κουρδικής συμμετοχής θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που θα εισέλθουν οι Αμερικανοί στη νέα φάση του συριακού εμφυλίου. Οι Κούρδοι της Συρίας αποτελούν, μέχρι σήμερα, τους μόνους φερέγγυους, πολιτικά και στρατιωτικά, συμμάχους της Ουάσιγκτον εναντίον των τζιχαντιστών, ιδιαίτερα του «Ισλαμικού Χαλιφάτου». Παρόλα αυτά, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι δεν υπήρξε στο παρελθόν αμερικανική παρέμβαση για συμμετοχή τους στις συνομιλίες της Γενεύης Ι και ΙΙ. Η διακυβέρνηση Τραμπ δεν έχει κάνει σαφή τη στάση της στο συριακό εμφύλιο, πέραν από την επιθετική ρητορική εναντίον του «Χαλιφάτου». Αν αργήσει να συγκροτήσει μια νέα στρατηγική τότε πιθανόν θα βρεθεί μπροστά σε παγιωμένο και μη αναστρέψιμο συσχετισμό ισχύος στο έδαφος. Σε έναν τέτοιο συσχετισμό, που θα έχει δημιουργηθεί χωρίς ουσιαστική αμερικανική παρέμβαση, η κουρδική πλευρά θα είναι μάλλον απομονωμένη.

Η κατάλληλη στιγμή για τη Ρωσία

Η Μόσχα κατανοεί ότι η μακρόχρονη στρατιωτική εμπλοκή στην Συρία θα υπονομεύει τις σχέσεις της με την Τουρκία και ενδεχομένως με άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ ακόμη και το Ιράν και θα προξενεί σοβαρή βλάβη στα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμφέροντα της, κυρίως τα ενεργειακά και οικονομικά. Το φάντασμα της μακρόχρονης σοβιετικής εμπλοκής στο Αφγανιστάν στη δεκαετία του 1980 πλανάται πάντοτε πάνω από την ρωσική στρατηγική σκέψη. Σήμερα μάλιστα, μετά την κατάληψη του Χαλεπίου, η Ρωσία βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση και είναι η κατάλληλη στιγμή για διασφαλίσει μια συμφέρουσα για αυτήν και το ασαντικό καθεστώς συνεννόηση με την Τουρκία και το Ιράν.
Εντύπωση προκαλεί η μη δημόσια συμμετοχή του Ιράν στην εκεχειρία παρά το γεγονός ότι υπήρξε μακρά διαβούλευση με Τουρκία και Ρωσία πριν την ανακοίνωσή της. Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού το 60% των ασαντικών δυνάμεων είτε είναι σύμμαχοι είτε ελέγχονται από το Ιράν. Η μη δημόσια συμμετοχή του διευκολύνει αρχικά την εφεκτική στάση των ΗΠΑ απέναντι στην εκεχειρία και σε επόμενη φάση την συμμετοχή τους στις διαπραγματεύσεις.

Εκτός εκεχειρίας το «Ισλαμικό Χαλιφάτο»

Η εκεχειρία δεν περιλαμβάνει, παρά τις τυμπανοκρουσίες, το 80% της αξιόμαχης αντιπολίτευσης δηλαδή το «Ισλαμικό Χαλιφάτο», τους Κούρδους, το Jabhat Fateh al-Sham (δηλαδή το νέο μέτωπο που περιλαμβάνει την al-Nusra) και πιθανόν και την τζιχαντιστική Ahrar al-Sham. Αυτό που είναι πολύ πιθανό να δούμε είναι νέες συσσωματώσεις μεταξύ των τζιχαντιστικών οργανώσεων, με «εκροές» μαχητών από τζιχαντιστικές οργανώσεις που δεν περιλαμβάνονται στην εκεχειρία, ακόμη και του «Ισλαμικού Χαλιφάτου», και αντίστοιχες «εισροές» σε οργανώσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν αλλά έχουν την ίδια ιδεολογική σαλαφιστική βάση με τις οργανώσεις που εξαιρούνται. Η μόνη ουσιαστική διαφορά τους είναι η κατηγοριοποίηση αυτών των οργανώσεων στους «πραγματιστές» σαλαφιστές από τις ΗΠΑ, την Τουρκία την Σαουδική Αραβία καθώς και η μη σύνδεση αυτών των οργανώσεων με την αλ-Κάιντα και το «Ισλαμικό Χαλιφάτο».
Επίσης, δεν φαίνεται να υπήρξε ουσιαστική διαβούλευση με τους Σαουδάραβες και τους Αμερικανούς. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτοί οι δύο θα μεταβληθούν σε απλούς παρατηρητές. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία δεν επιθυμούν την εδραίωση του Άσαντ γιατί τον θεωρούν μαριονέτα των (κύριων εχθρών τους) Ιρανών πρωτίστως και δευτερευόντως των Ρώσων για αυτό δεν θα αποσύρουν τη στήριξή τους σε νέες συσσωματώσεις αντιπολιτευτικών δυνάμεων που ίσως περιλάβουν και το «Ισλαμικό Χαλιφάτο» υπό άλλο όνομα και δομή. Οποιαδήποτε όμως βιώσιμη λύση στον συριακό εμφύλιο χρειάζεται την συμφωνία πέντε διεθνών και περιφερειακών παικτών, των ΗΠΑ της Ρωσίας, του Ιράν, της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας.

* Ο Σ. Ρούσσος είναι αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr