Ο όρος γυναικοκτονία και ο νεοφιλελεύθερος ζόφος

Της Κατέ Καζάντη

Ο homo politicus είναι ταυτόχρονα και homo significans. Κι επειδή η γλώσσα, ως σύνολο λέξεων, παραμένει το πλέον ισχυρό σύστημα σημείων, η ιδεολογική αντιπαράθεση περνάει, κυρίως προφανώς, μέσα από τον εκφρασμένο λόγο. Η δε πολιτική ταυτότητα του καθενός, όπως και ο πολιτισμός του, φαίνεται και κρίνεται από το πώς τοποθετείται απέναντι στα σημαίνοντα (τις λέξεις και τα γράμματα των λέξεων) και τα σημαινόμενα (τις έννοιες που τα σημαίνοντα αναπαριστούν).
Αναλόγως, λοιπόν, πού βρίσκεται ο καθένας στο πλαίσιο του πολιτικού φάσματος, άλλη σημασία αποκτούν και αλλιώς και με άλλη συχνότητα χρησιμοποιούνται συνήθεις όροι, όπως ελευθερία, ισότητα, δημοκρατία κ.ο.κ. Κοινωνικές αντιθέσεις, ταξική συγκρότηση και σύγκρουση, αλλά και κοινωνική αλληλεγγύη αποτελούν, για παράδειγμα, λεκτικές εκφράσεις με ιδεολογικό φορτίο ανυπόφορο για τη μεν δεξιά μεριά, ταυτοτικό όμως για την αριστερά.
Έτσι, μπροστά στους δυο απανωτούς φόνους γυναικών, φόνοι που διαπράχτηκαν από άντρες λόγω του φύλου των θυμάτων, ακριβώς δηλαδή επειδή ήταν γυναίκες, γυναίκες που δεν συμμορφώθηκαν στα προστάγματα των αντρών-φονιάδων, ο όρος γυναικοκτονία εισήλθε στον, προφορικό και γραπτό, δημόσιο λόγο. Προκαλώντας μια δημόσια αντιπαράθεση κατεξοχήν πολιτική.
Στο λόγο της αριστεράς, ο όρος ενσωματώθηκε αμέσως για να καταδειχτεί το σημαινόμενο: ότι δηλαδή η στερεοτυπική πατριαρχία είναι εν σπέρματι δολοφονική, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ανατρέφει θύτες και θύματα, στρέφεται δε εναντίον σε όποια/ον επιχειρεί να αλλάξει τους προκαθορισμένους ρόλους άντρα/εξουσιαστή – γυναίκας/εξουσιαζόμενης.
Στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα, η σημασία του όρου γυναικοκτονία επανακαθορίζεται: τι κι αν χρησιμοποιείται παγκοσμίως (femicide / feminicide); Ο όρος θεωρείται καταχρηστικός, εφεύρημα εμμονικών γραφικών αριστερών, νεολογισμός που ως τέτοιος αποκηρύσσεται. Και αγνοείται, ή τεχνηέντως παραβλέπεται, πως οι νεολογισμοί καταρχάς συνεισφέρουν στο γλωσσικό πλούτο, κρίνονται δε απαραίτητοι ώστε να επανανοηματοδοτήσουν παλαιές έννοιες, να εκφράσουν νέες ή να συνθέσουν άλλες προϋπάρχουσες.
Ο συστημικός φιλελεύθερος Τύπος ασχολήθηκε, εννοείται, με το ζήτημα. Τα άρθρα στην εφημερίδα «Τα Νέα» (H. Κανέλλης, 14/12/18), στην «Athens Voice» (Μ. Βουλαρίνος, 14/12/18) και στο «Protagon.gr» (Κ. Βίδος, 4/1/19) είναι ενδεικτικά. Επίσης, αφοριστικά και ειρωνικά σχόλια, από συγκεκριμένης, (νεο)συντηρητικής πολιτικής τοποθέτησης άτομα, κατέκλυσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι «απαραίτητοι» καταπιεσμένοι

Προς τι, όμως, ο αναβρασμός; Γιατί τόση ενόχληση; Όχι, προφανώς, διότι οι της αριστερής όχθης κάνουν λανθασμένη χρήση της γλώσσας. Αν το σημαίνον μπορούν ίσως να το ανεχτούν, το πρόβλημά τους έγκειται στο σημαινόμενο. Η αδυνατότητα κατανόησης –πραγματική ή προσχηματική- της ειδοποιού διαφοράς της γυναικοκτονίας από άλλες εγκληματικές πράξεις, με θύματα και γυναίκες, έχει σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο. Η αριστερή παράδοση στα φεμινιστικά κινήματα, η αριστερή, επί της ουσίας, επί δεκαετίες πρωτοπορία των διανοούμενων γυναικών στις ιδέες και στις διεκδικήσεις, άφησε κατά πολύ πίσω την –μάλλον ανύπαρκτη- αντίστοιχη δεξιά. Άντρες, αλλά και γυναίκες, τάσσονται μεν υπέρ της ισότητας των φύλων, των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ κ.ο.κ., αποκηρύσσουν όμως κάθε τι πρωτοποριακό, όταν τούτο υπερβαίνει τη σύγχρονη «πολιτική ορθότητα». Όχι, φυσικά, τυχαία. Το ζήτημα αφορά την ουσία της πολιτικής τους συγκρότησης: αφού ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει δίχως στρατιές καταπιεσμένων, δίχως απλήρωτη κι επισφαλή εργασία, οποιοδήποτε ριζοσπαστικό – εξεγερσιακό κίνημα, όχι μοναχά άφηνε αδιάφορη την πολιτική σκέψη των δεξιών, αλλά προκαλούσε και τη σφοδρή εναντίωσή τους. Οι σύγχρονοι νεοφιλελεύθεροι, εγκλωβισμένοι στα παραδοσιακά καπιταλιστικά/πατριαρχικά στερεότυπα, τύπου «πατρίς- θρησκεία- οικογένεια», ακόμα κι αν φαινομενικά αδιαφορούν για το εν λόγω τρίπτυχο, κρατούν ψηλά τη διάκριση των ρόλων και, κατ’ επέκταση, την ανδρική κυριαρχία. Ο μανδύας του μοντερνισμού και της άνεσης απέναντι στη διαφορετικότητα, δεν μπορεί να αποκρύψει την ιδεολογική τους δυσανεξία: στην παρούσα περίπτωση, στηλιτεύεται –πώς αλλιώς;- το έγκλημα, αλλά με όρους ηθικής, υπό το γενικό «ου φονεύσεις». Όταν, όμως, τα πράγματα εγγίζουν την ουσία του εδραιωμένου συστήματος, -αφού η γυναικοκτονία έρχεται ως αποτέλεσμα μιας από τις πολλές μορφές της συστημικής βίας- και, άρα, πολιτικοποιούνται, τότε η θέση που λαμβάνουν είναι ξεκάθαρα συντηρητική.
Η λογική «η γυναίκα είναι πρωτίστως άνθρωπος», άρα αρκεί ο όρος ανθρωποκτονία, υποκρύπτει όλη τη νέα οπισθοδρόμηση της «μοντέρνας» και «σοφιστικέ» δεξιάς. Οι ιδιαιτερότητες της γυναικοκτονίας ως ξεχωριστού εγκλήματος από τα άλλα, έχει να κάνει με τις αφετηριακές συστημικές ανισότητες στις δυνατότητες αυτοπραγμάτωσης των φύλων. Αλλά αν τούτο το παραδεχτούν, θα πρέπει να αποδομήσουν τον πυρήνα της σκέψης τους. Αυτής που, φυσικοποιώντας την κοινωνία, καταφάσκει στη συστημική βία των ανισοτήτων, με όλα τα συμπαρομαρτούντα.
«Να αγωνιστούμε», λοιπόν, «για τις λέξεις, για τις σωστές λέξεις, από τις πιο σοφές (έννοια, διαλεκτική, αλλοτρίωση κ.ο.κ.) μέχρι τις πιο απλές (λαός, άνθρωπος, μάζες, ταξική πάλη)», έλεγε ο Αλτουσέρ. «Να αγωνιστούμε πάνω στις αποχρώσεις».
Ο νεολογισμός, εάν δεν υπήρχε, μετά τις δυο γυναικοκτονίες στην Ελλάδα, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Η εναντίον του πολεμική καταδεικνύει πως πρόκειται για μάχη κατεξοχήν πολιτική.