Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας

Του Θω­μά Τσα­λα­πά­τη

Η πό­λη δεν εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό κα­τοι­κίες, μα­γα­ζιά και δρό­μους. Η πό­λη εί­ναι έ­να σύ­νο­λο α­πό ε­μπει­ρίες. Μι­κρά πε­ρι­στα­τι­κά που συν­δέ­ουν τους αν­θρώ­πους, δη­μιουρ­γώ­ντας αό­ρα­τους δε­σμούς. Ένα ά­θροι­σμα βιω­μά­των, κα­θη­με­ρι­νών κοι­νό­το­πων βιω­μά­των που συ­να­ντιού­νται και α­πο­κλί­νουν, δη­μιουρ­γώ­ντας ζωή και κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Σε αυ­τούς τους συρ­μούς κυ­λού­με τα βα­γό­νια μας, ο­ριο­θε­τού­με τις δυ­να­τό­τη­τες και τις ε­πι­διώ­ξεις, κω­δι­κο­ποιού­με την ε­πι­θυ­μία και την προο­πτι­κή. Αυ­τές τις ο­δούς διέρ­χε­ται η η­λι­κία μας, η συμ­φω­νη­μέ­νη ρου­τί­να μας, η λε­πτο­μέ­ρεια του ό­λου μας. Η πό­λη δεν κα­τοι­κεί­ται. Η πό­λη βιώ­νε­ται.
Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης μου, αυ­τός που βιώ­νεις κα­θη­με­ρι­νά χω­ρίς καν να τον κα­τα­λα­βαί­νεις, εί­ναι στα­τι­κός. Υπάρ­χει σε στα­θε­ρά ση­μεία και σε πε­ρι­μέ­νει. Δεν θα τον δεις α­πό μα­κριά, δεν θα φω­νά­ξει τον ε­αυ­τό του δια­φη­μί­ζο­ντάς τον, δεν θα τον α­ντι­λη­φθείς καν τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές που θα έρ­θεις σε ε­πα­φή μα­ζί του. Δεν θα σε πα­ρα­πέμ­ψει σε μια ι­δε­ο­λο­γία μί­σους, σε μια ι­στο­ρία ε­γκλη­μά­των, σε έ­να α­κο­νι­σμέ­νο φά­ντα­σμα του πα­ρελ­θό­ντος. Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της Αθή­νας έ­χει να κά­νει με τη μι­κρο­γεω­γρα­φία της, τη δο­μή της, με τον τρό­πο που α­πο­κλείει έ­να ση­μα­ντι­κό κομ­μά­τι του πλη­θυ­σμού της. Προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις. Εί­μαι σί­γου­ρος θα τα κα­τα­φέ­ρεις. Ωραία. Τώ­ρα προ­σπά­θη­σε να την περ­πα­τή­σεις σπρώ­χνο­ντας έ­να κα­ρο­τσά­κι. Το προ­σπα­θώ ε­δώ και δύο χρό­νια στην Κυ­ψέ­λη, τα Εξάρ­χεια, το Κο­λω­νά­κι. Στε­νά πε­ζο­δρό­μια, σπα­σμέ­νες πλά­κες πα­ντού, σκου­πί­δια, δέ­ντρα που στα­μα­τούν τη συ­νέ­χεια της ε­πι­φά­νειας, κο­λο­νά­κια και κά­γκε­λα βαλ­μέ­να χω­ρίς ειρ­μό. Μι­κρή, μι­κρή γεω­γρα­φία της α­πό­κλι­σης. Ξε­φυ­σάς. Ξέ­ρεις πως ό­λα θα τε­λειώ­σουν (ο γιος σου με­γα­λώ­νει). Ξέ­ρεις πως το κα­ρο­τσά­κι σου θα αλ­λά­ξει χέ­ρια ό­ταν δεν θα το έ­χεις πια α­νά­γκη. Ξε­φυ­σάς. Και ύ­στε­ρα σκέ­φτε­σαι. Τους αν­θρώ­πους στα α­να­πη­ρι­κά κα­ρο­τσά­κια. Τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα. Ποια εί­ναι η δια­δρο­μή που μπο­ρούν να α­κο­λου­θή­σουν; Πώς μπο­ρούν να με­τα­κι­νη­θούν σε αυ­τή την πό­λη; Όχι κά­τι φο­βε­ρό, α­πλώς να ε­πι­τε­λέ­σουν την κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τους, να α­σκή­σουν το δι­καίω­μά τους στη ρου­τί­να, στις κα­θη­με­ρι­νές δου­λειές τους. Ακό­μα και με τη βοή­θεια συ­νο­δού η δια­δρο­μή τους στην Αθή­να μοιά­ζει α­δύ­να­τη. Ο ρα­τσι­σμός της πό­λης ταυ­τί­ζε­ται με την α­δια­φο­ρία. Τό­σο την ι­διω­τι­κή ό­σο και τη θε­σμι­κή, τα χί­λια α­κο­νι­σμέ­να «δεν βα­ριέ­σαι» που δεν περ­πα­τούν με το βη­μα­τι­σμό της χή­νας, αλ­λά έ­χουν έ­να πη­χτό ρα­τσι­σμό να ε­ξι­στο­ρή­σουν. Βρες μου μία τουα­λέ­τα στα Εξάρ­χεια ή στο Κο­λω­νά­κι, προ­σβά­σι­μη σε ά­το­μα με α­να­πη­ρία. Τσέ­κα­ρε τα παρ­κα­ρί­σμα­τα, τις α­πο­στά­σεις, το πώς εί­ναι φτιαγ­μέ­νες οι δια­βά­σεις. Προ­σπά­θη­σε να τις πε­ρά­σεις με κα­ρό­τσι. Πώς ο­νο­μά­ζε­ται αυ­τή η α­δια­φο­ρία;
Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό έλ­λει­ψης πο­λι­τι­σμού; Πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή; Απο­τυ­χία της ο­ποιασ­δή­πο­τε πρό­νοιας; Εί­ναι ρα­τσι­σμός α­πό τσι­μέ­ντο. Η πα­ρακ­μή του δη­μο­σίου ε­ντός της πό­λης α­πο­κλείει μια με­γά­λη με­ρί­δα του πλη­θυ­σμού της. Η έλ­λει­ψη δη­μο­σίου χώ­ρου, α­ξιο­πρε­πούς συ­γκοι­νω­νίας, φω­τι­σμού, μέ­ρι­μνας, κα­τα­δι­κά­ζει σε ε­γκλει­σμό. Τα παι­διά και τους γέ­ρους, τους αν­θρώ­πους με κι­νη­τι­κά προ­βλή­μα­τα και μα­ζί ό­σους δεν έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να διεκ­δι­κή­σουν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό το ε­λά­χι­στο του δη­μο­σίου χώ­ρου λό­γω οι­κο­νο­μι­κού α­πο­κλει­σμού.
Ο στα­τι­κός ρα­τσι­σμός της πό­λης μου δεν με­τα­κι­νεί­ται, δεν κρύ­βε­ται και δεν κραυ­γά­ζει. Μό­νο στέ­κει ε­κεί, με­ταμ­φιε­σμέ­νος σε πο­λε­ο­δο­μι­κή α­τέ­λεια. Σε φθο­ρά ή α­τυ­χία. Ενώ δεν εί­ναι κα­θό­λου αυ­τό. Εί­ναι ο θρίαμ­βος ε­νός ι­δε­α­τού μέ­σου ό­ρου. Ενός μέ­σου ό­ρου που α­κρι­βώς δεν τον έ­χει α­νά­γκη, ά­ρα μπο­ρεί και να μην του δώ­σει ση­μα­σία. Ενός αν­θρώ­που υ­γιούς, αρ­τι­με­λούς και με α­πο­λα­βές, με την η­λι­κία αυ­τή που του ε­πι­τρέ­πει αυ­το­τέ­λεια στις κι­νή­σεις και έ­να ευ­ρύ ο­ρί­ζο­ντα στις ε­πι­θυ­μίες. Η πό­λη αυ­τή κραυ­γά­ζει με το ί­διο της το εί­ναι πως κά­θε τι άλ­λο εί­ναι α­πό­κλι­ση. Και με τον τρό­πο της μας δι­δά­σκει πως κά­θε α­πό­κλι­ση εί­ναι α­να­λώ­σι­μη, α­νά­ξια μέ­ρι­μνας και α­νά­ξια βοή­θειας. Με τον τρό­πο της η Αθή­να εί­ναι μια βα­θιά ρα­τσι­στι­κή πό­λη, με το ρα­τσι­σμό της να μην εκ­φρά­ζε­ται μό­νο ως ι­δε­ο­λο­γία δια­φό­ρων κα­θη­με­ρι­νών φα­σι­στών, αλ­λά ως κα­θη­με­ρι­νή πρα­κτι­κή στο βή­μα.
Δεν βα­ριέ­σαι…

http://tsalapatis.blogspot.com/