Ο τελευταίος αντάρτης σε πρώτο πληθυντικό

Πέντε παράλληλες ιστορίες εξελίσσονται σε μία, με κοινό άξονα το ηχητικό ντοκουμέντο του Τάκη Σάντρα, και παρουσιάζονται στο θεατρικό σανίδι μέσα από τη ματιά του γιου του, Αντρέα Ζαφείρη

Είναι κοινώς παραδεκτό ότι οι εμπειρικές ιστορίες που αφορούν στον εγχώριο εμφύλιο αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη, εάν δεν αποσιωπούνται. Παρόλο που η εθνική αντίσταση αναγνωρίστηκε με νόμο που ψηφίστηκε το 1982, η ιστορία του Εμφυλίου, ονόματα της οποίας αναδιατυπώθηκαν από «συμμοριτοπόλεμο» και «συμμορίτες» σε «εμφύλιο» και «δημοκρατικό στρατό», δεν είναι ένα κεφάλαιο που διδάσκεται στα σχολεία της χώρας. Ενώ μέχρι σήμερα δεν σκέφτηκε ένας υπουργός Παιδείας να θεσπίσει άλλη μία αργία, Ημέρα Εμφυλίου, 31η Μαρτίου λόγου χάρη και με ανοικτά τα σχολεία, προωθώντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τη γνώση χωρίς ελαφρυντικά ή προκαταλήψεις για τα χρόνια από το 1946 έως το 1949 και για όσα, γενικότερα, ακολούθησαν μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας στις 12 Φλεβάρη 1945.
Η παράσταση, κορμός της οποίας είναι η πραγματική ιστορία της τελευταίας ομάδας του Δημοκρατικού Στρατού στο Γράμμο, δίνει το στίγμα της και αυτό έχει σημασία για την ιστορική αλλά και τη συλλογική εθνική συνείδηση. Αυτό το ξύπνημα προσκομίζει στο θεατρόφιλο κοινό, η πλειοψηφία του οποίου αμυδρά και σκοτεινά θυμάται τον Εμφύλιο. Μετατρέπει σε καθημερινές εικόνες παρασκευής αλλά και σε λόγια αγωνίας τα ιστορικά γεγονότα.
Στην παράσταση «Ο τελευταίος αντάρτης», πέντε ιστορίες γυναικών-μαχητριών της ομάδας μιλούν για την αποκαλούμενη Δεκαετία της Φωτιάς, 1940-1949. Ξεδιπλώνονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες και συμπεριφορές, προτάσσεται το σθένος όσο και οι διαφορετικές εκφάνσεις του, ενώ γίνεται εμφανές ότι η μία γυναίκα έχει την ανάγκη της άλλης προκειμένου η κοινή επιχείρηση του αγώνα να αποβεί επιτυχής. Από την άλλη, το ηχητικό ντοκουμέντο του Τάκη Σάντρα-Δημήτρη Ζαφείρη, του τελευταίου μέλους της ομάδας, πλαισιώνει, όπως αρμόζει, την παράσταση ανάγοντάς την και στα έργα-ντοκουμέντα.
Για την ιστορία, ο Τάκης Σάντρας γεννήθηκε το 1925 στην Πυρσόγιαννη του Γράμμου. Στην περίοδο της Κατοχής συμμετείχε ως ηθοποιός στις Θεατρικές Ομάδες της ΕΠΟΝ. Το 1946 εξορίστηκε στη Μακρόνησο. Δραπέτευσε το 1948 και συμμετείχε, ως επικεφαλής, στη τελευταία ομάδα του ΔΣΕ που αποχώρησε από τον Γράμμο. Στη συνέχεια έζησε, μέχρι το 1958, στην Τασκένδη ως πολιτικός πρόσφυγας. Λόγω των γεγονότων μεταξύ των πολιτικών προσφύγων, επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα, όντας καταδικασμένος «δις εις θάνατον». Συνελήφθη και φυλακίστηκε.
Σκηνοθετικά, η Ιωάννα Νιάχα επιχείρησε να γεφυρώσει τις δυνατότητες που είχε διαθέσιμες. Οι ιστορίες μάχιμης προέλευσης, παράλληλα με τις υποβλητικές ηχητικές προσθήκες της συμπαρουσίας του Τάκη Σάντρα, γίνονται μία ενιαία, στην ουσία, λαϊκή ιστορία επιβίωσης και αγώνα, καθώς οι άντρες πια δεν ήταν αρκετοί.
Από τις πέντε ηθοποιούς, δύο έχουν μεγαλύτερη άνεση σε επίπεδο λόγου και κινησιολογικά. Ωστόσο, είναι μια παράσταση που βασίζεται στις ηθοποιούς της αντί να προτάσσει το σκηνικό ως βασικό συστατικό του έργου. Είναι επόμενο να αφορά σε μια σύνθεση δυνάμεων, όπου όλες προσπαθούν για το καλύτερο από την πλευρά του ρόλου που τους αναλογεί. Τέλος, όσον αφορά στο κείμενο, το σημείο που θίγει την επιδεικτική κοπή των κεφαλιών των ανταρτών είναι, αν όχι το δυνατότερο, από τα πιο δυνατά. Διαφαίνεται από ολόκληρο το κείμενο ότι ο Αντρέας Ζαφείρης έχει αφομοιώσει πολλές ιστορίες για την ταραχώδη περίοδο της χώρας, ώστε να καταλήξει σε αυτήν την πρώτη εκδοχή τους, τιμώντας τον πατέρα του αλλά και επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του στο φιλοπερίεργο άνθρωπο, ερευνητή και πολίτη.

Αντιγόνη Κατσαδήμα

Η παράσταση ανεβαίνει σε σκηνοθεσία της Ιωάννας Νιάχα, κάθε Τετάρτη στις 9μμ, στο θέατρο Άβατον.