Ο Βενιζέλος έφυγε. Ο βενιζελισμός;

Εχουν περάσει αρκετές μέρες από τη δημόσια εκδήλωση της σύγκρουσης της κ. Γεννηματά με τον κ. Βενιζέλο, που οδήγησε τελικά στον αποκλεισμό του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τα ψηφοδέλτια του ΚΙΝΑΛ, και οι τόνοι έχουν κάπως πέσει ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε το γεγονός σαν μικρής σημασίας επεισόδιο. Φρόντισαν, άλλωστε, και οι δύο να μας πείσουν για το αντίθετο. Ο ένας με τη γεμάτη αιχμές συνέντευξή του στο Σκάι και την αποχαιρετιστήρια ομιλία του στη Βουλή, η άλλη με τη χαρακτηριστική δήλωσή της στον Alpha: «Αυτό που έγινε, ήταν μόνο η αρχή». Πράγμα που δείχνει ότι πρόθεσή της δεν είναι μόνο να απαλλαγεί από έναν δύσκολο συγκάτοικο στα ηγετικά κλιμάκια του ΚΙΝΑΛ, αλλά και από κάθε άλλον που θα ήθελε να αναλάβει τη δηλωμένη επιλογή τού κ. Βενιζέλου για σύγκλιση και συνεργασία του ΚΙΝΑΛ με τη ΝΔ.

Ο άστοχος στόχος

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι η κίνησή της αυτή συνοδεύτηκε από μια πιο σκληρή από τις συνηθισμένες επίθεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που ενώνει ετούτη τη στιγμή τις περισσότερες τάσεις εντός του ΚΙΝΑΛ, είναι η εκτίμηση ότι ο κύριος στόχος τους θεωρείται η διεκδίκηση της ηγεμονίας στο χώρο αριστερά της ΝΔ. Στα μάτια τους φαίνεται πιο εφικτός μετά την υποχώρηση των ποσοστών του κυβερνώντος κόμματος στις ευρωεκλογές, αλλά και εξαιτίας των πρόσφατων σοβαρών αστοχιών του. Το κρίσιμο ερώτημα, βέβαια, της επιλογής συμμάχου παραμένει, παρότι γίνεται προσπάθεια να κρυφτεί πίσω από το ελάχιστα πειστικό επιχείρημα ότι, με την ενίσχυσή του, το ΚΙΝΑΛ θα μπορέσει να επιβάλει το πρόγραμμά του στους υποψήφιους συνεργάτες του. Άλλωστε, η καταλυτική και μηδενιστική πολεμική προς τον ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν αποκλείει το ενδεχόμενο όποιας συνεργασίας μ’ αυτόν, ενώ μια συνεργασία με τη ΝΔ, ακόμα και με τον ευνοϊκότερο συσχετισμό δύναμης που θα μπορούσε να φανταστεί σήμερα η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, θα οδηγούσε σε μια καταστροφική γι’ αυτό επανάληψη της συγκυβέρνησης με τη δεξιά. Γι’ αυτό και εκείνο που ουσιαστικά τής απομένει, είναι να προσεύχεται μυστικά υπέρ της αυτοδυναμίας της ΝΔ, που θα την έβγαζε από τη δύσκολη θέση.
Με άλλα λόγια, η υποχρέωση σε έξοδο του κ. Βενιζέλου, ενώ γίνεται με στόχο την απαλλαγή του ΚΙΝΑΛ από το βάρος του δεξιόστροφου προσανατολισμού του, αποκαλύπτει ένα εγγενές πρόβλημα: η επιδίωξή του να κυριαρχήσει στο χώρο που διεκδικεί και ο ΣΥΡΙΖΑ, εκβάλλει δεξιά και όχι αριστερά. Αν πετύχει πλήρως το στόχο του, ο μόνος συνομιλητής που θα του απομένει, θα είναι η ΝΔ. Ο μόνος ορίζοντας που θα διαθέτει, θα είναι η συνεννόηση με τη ΝΔ, δηλαδή με το νεοφιλελεύθερο πυρήνα του προγράμματός της. Και η μόνη προοπτική που μπορεί να ανατείλει σ’ ένα τέτοιο ορίζοντα, ιδιαίτερα σε μια Ευρώπη σαν τη σημερινή, είναι η προοπτική των «μεγάλων συνασπισμών» υπό την πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Πρόκειται για μια σκοτεινή προοπτική, προεικάσματα της οποίας βλέπουμε σήμερα, όταν παρακολουθούμε την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ να τονίζει στα λόγια τις διαφορές της με τη ΝΔ, την ίδια στιγμή που συντάσσεται μαζί της όχι μόνο σε σημαντικά ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής, αλλά και σε ζητήματα τρέχουσας τακτικής.

Μια υπαρκτή ανάγκη

Παρόλα αυτά, η προσπάθεια διαφοροποίησης που καταγράφεται με την απομάκρυνση του κ. Βενιζέλου, αντικατοπτρίζει μια υπαρκτή ανάγκη, που εντοπίζεται σε σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος το οποίο ακολουθεί το ΚΙΝΑΛ, πολύ περισσότερο δε σε εκείνο που η ηγεσία του διεκδικεί από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η διαπιστωμένη ανάγκη την υποχρεώνει σε τέτοιους ελιγμούς.
Αν αυτό αληθεύει, τότε η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ στις επιθέσεις της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να περιορίζεται σ’ έναν καταγγελτικό λόγο. Χρειάζεται να συνοδεύεται από μια αποδεικτική επιχειρηματολογία υπέρ της αυτονόητης ανάγκης να επικρατήσει η ιδέα της συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων απέναντι στην απειλή διαιώνισης της νεοφιλελεύθερης λιτότητας, που διαλύει το κοινωνικό κράτος, απειλεί τις κατακτήσεις της κοινωνικής πλειονότητας και γιγαντώνει την ακροδεξιά οδηγώντας στην εθνικιστική αναδίπλωση (ήδη η ΝΔ καταγγέλλει ως επικίνδυνα για την οικονομία και τη δημοσιονομική ισορροπία κάθε μέτρο ελάφρυνσης, ενώ θαρρετά υποστηρίζει ότι η φορολογική ελάφρυνση που υπόσχεται, θα αντισταθμιστεί με μείωση των δημόσιων δαπανών, έτσι γενικά). Το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο η προσπάθεια αυτή βρίσκει πιο εύφορο έδαφος απ’ ό,τι στο εσωτερικό, δεν πρέπει να απευθύνεται σαν απειλή προς την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, αλλά σαν επιχείρημα υπέρ της συνεργασίας. Έτσι ώστε να ενισχύεται η θέση όσων την κατανοούν ως προϋπόθεση για την αποτροπή της συντηρητικής παλινόρθωσης και να αποδυναμώνονται οι οπαδοί των ίσων αποστάσεων, που τελικά δεν είναι και τόσο ίσες.
Στο πεδίο αυτό οι κινήσεις του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν πάντοτε ζυγισμένες. Για παράδειγμα, ενώ ορθά επιδίωξε και επιδιώκει την προοδευτική συμμαχία με δυνάμεις που έχουν από καιρό διαχωρίσει τη θέση τους από τις επιλογές του ΠΑΣΟΚ ή τώρα του ΚΙΝΑΛ, η υπουργοποίηση ή η ανάδειξη σε υψηλές θέσεις όσων μόλις χθες κατείχαν ηγετικές θέσεις, δεν προκαλεί μόνο επιθετικές αντιδράσεις από εκείνη την πλευρά, αλλά και αρνητικές σε φιλικά διακείμενους προς τον ΣΥΡΙΖΑ δυνάμει ψηφοφόρους.

Φύλαξη της συνοριακής γραμμής

Αυτό που χρειάζεται σήμερα, είναι να πείθονται όλο και περισσότεροι πόσο άστοχο είναι να ανάβει με ευθύνη της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ η μάχη για την επικράτηση στον εντεύθεν της δεξιάς χώρο, την ώρα που θα έπρεπε να επείγεται να κλείσει την πόρτα επικοινωνίας με τη ΝΔ, από την οποία η δεξιά άγρευσε ήδη σημαντικό αριθμό ψηφοφόρων του κέντρου στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Όσο προκρίνεται σαν ζωτική αυτή η μάχη επικράτησης, μόνο σαν ανάχωμα έναντι της δεξιάς δεν μπορεί να λειτουργήσει το ΚΙΝΑΛ, όπως διατείνεται η ηγεσία του. Αντίθετα, η ταύτιση ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ (παλαιά και νέα δεξιά) καταργεί τη διαχρονική διαχωριστική και μετατρέπει τη συνοριακή γραμμή σε ζώνη ελεύθερων συναλλαγών προς όφελος της μίας και υπαρκτής δεξιάς. Κι αυτό υπάρχουν ακόμα άνθρωποι στο ΚΙΝΑΛ που φαίνεται να το αντιλαμβάνονται. Οπωσδήποτε, όμως, το διαισθάνεται σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων που διεκδικεί. Και οι μεν, και οι δε, θα έπρεπε έμπρακτα να βρίσκονται στο κέντρο της προσοχής του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να επιβεβαιώνεται
ποιος νοιάζεται και ποιος όχι για την ενίσχυση του μετώπου κατά της νεοφιλελεύθερης επέλασης.

Χ. Γεωργούλας