Odin: Η βαθιά πίστη στη συλλογική δουλειά

Με αφορμή το τιμητικό αφιέρωμα στον Eugenio Barba «Το πνεύμα του εργαστηρίου: Το θέατρο Odin συναντά τον Διόνυσο»

Πριν από χρόνια, στο πλαίσιο ενός διετούς προγράμματος του πανεπιστημίου της Ρώμης, σε συνεργασία με τον Δήμο της πόλης και την Περιφέρεια, συνάντησης θεατρικών ομάδων, η Iben Nagel Rassmussen, από τα ιδρυτικά μέλη του Odin Teatret, παρουσίαζε τη δουλειά της ως βουβή Κατερίνα, στο έργο του Μπρεχτ Μάνα Κουράγιο, σε ένα χωριό, στα περίχωρα της Ρώμης. Στο ορεινό χωριό έφτανες με το λεωφορείο κι εγώ είχα πάει με τον τότε σύντροφό μου που γκρίνιαζε σ’ όλη τη διαδρομή: πού τον τραβολογάω και τι σχέση έχει αυτός μ’ αυτά κι άφησε τα δικά του διαβάσματα, κοκ. Μετά το τέλος της περφόρμανς/παρουσίασης, για την οποία δεν μιλήσαμε ποτέ, έπρεπε να βρούμε τρόπο επιστροφής δεδομένου ότι δεν υπήρχε άλλο δρομολόγιο λεωφορείου και τα αυτοκίνητα έφευγαν όλα φίσκα, ενώ πολλοί θα διανυκτέρευαν με σλίπινγκ μπανγκ στο γυμναστήριο του σχολείου στο οποίο είχαμε παρακολουθήσει την παράσταση. Ο οδηγός του λεωφορείου που είχε σχολάσει, πρότεινε να μας συνοδεύσει αφιλοκερδώς στους πρόποδες του βουνού, απ’ όπου περνούσε το τοπικό τρένο, και ακολούθησε μια τρελή κούρσα, αφού ήδη ακούγαμε το σφύριγμα του τρένου που έφτανε, ενώ ο οδηγός, αποφασισμένος να τηρήσει την υπόσχεσή του, κόρναρε δαιμονισμένα ώστε αυτό να μας περιμένει. Πράγματι, μας περίμενε, κι οι επιβάτες είχαν βγει στα παράθυρα και χειροκροτούσαν, φωνάζοντας bravi, ce l’ avete fatta (μπράβο σας, τα καταφέρατε). Είχαν ακολουθήσει χαιρετούρες και συγχαρητήρια στον οδηγό που έλαμπε από ευχαρίστηση, ενώ στη διαδρομή προς τη Ρώμη, πολλοί κάθισαν γύρω μας ρωτώντας μας τι θέλαμε στο χωριό, τι είδαμε, πώς ήταν.
Όταν χρόνια αργότερα, με άλλη αφορμή, συνάντησα τον φίλο μου και ανέφερα την επεισοδιακή επάνοδό μας στη Ρώμη, αυτός δεν θυμόταν τίποτα, αντίθετα μπορούσε να ανακαλέσει λεπτομερώς την παράσταση ενώ συνειρμικά την είχε συνδέσει με κατοπινά γεγονότα της ζωής του. Αυτή είναι η εκδίκηση μιας πραγματικής θεατρικής εμπειρίας, είχα σκεφτεί.

Min Fars Hus (Το σπίτι του πατέρα)

Θυμήθηκα αυτήν την ιστορία, με αφορμή το τριήμερο αφιέρωμα στον Eugenio Barba, στους Δελφούς, που λήγει σήμερα Σάββατο.
O E. Barba, γεννημένος το 1936 και μεγαλωμένος στον ιταλικό νότο, μετανάστευσε στη Νορβηγία το 1954, μπαρκάροντας για ένα μεγάλο διάστημα σε εμπορικά πλοία, στη συνέχεια σπούδασε Ανθρωπολογία και Ιστορία των Θρησκειών, συμμετέχοντας στο αριστερό φοιτητικό κίνημα της Νορβηγίας ενώ, για ένα διάστημα, παρακολούθησε μαθήματα στη Σχολή Σκηνοθεσίας της Βαρσοβίας, για να την εγκαταλείψει το 1961 για το εργαστήρι που δημιουργούσε τότε στο Οπόλε, στη νότια Πολωνία, ο Γιέρζι Γκροτόφσκι, θέτοντας σε αμφισβήτηση όλη τη δυτική θεατρική παράδοση. Το 1964, επιστρέφοντας στο Όσλο, με την πολύτιμη εμπειρία από τον Γκροτόφσκι, με κομμένους υποψήφιους από τις «κανονικές» σχολές θεάτρου, δημιουργεί το Odin Teatret, το οποίο δύο χρόνια αργότερα θα εγκατασταθεί στο Χόλστεμπρο, μια μικρή πόλη της Δανίας, μετά από πρόσκληση του δημοτικού συμβουλίου. Μια αγροτική πόλη, ανάμεσα σε άλλες πόλεις που αποτελούσαν βιομηχανικά κέντρα, η οποία, «υιοθετώντας» μια άγνωστη ομάδα αυτοδίδακτων νεαρών ηθοποιών, έγινε στη συνέχεια καλλιτεχνικό κέντρο/οδηγός και σημείο αναφοράς του σύγχρονου θεάτρου, αλλά και «μοντέλο» για το πώς το θέατρο μπορεί να λειτουργήσει ως μέσον ικανό να δημιουργεί σχέσεις ανάμεσα σε μικρούς κοινωνικούς πυρήνες, σε περιοχές με ανύπαρκτη θεατρική κουλτούρα. Ηθοποιοί του όπως η Iben Nagel Rassmussen, o Torgeir Wethal, η Else Marie Laukvik, που ήταν με τον Barba από την αρχή, και άλλοι, όπως η βρετανίδα Julia Varley, που εντάχθηκε στην ομάδα το ’76 και είχε έρθει και στην Αθήνα τη δεκαετία του ’80 καλεσμένη της Θεατρικής Συντεχνίας, παραμένουν στο Odin, όχι πια μόνο με την ιδιότητα των ηθοποιών αλλά και των δασκάλων, των δραματουργών, των σκηνοθετριών/τών.

O Ε. Barba οδηγεί πορεία στην έρημο Ayacucho του Περού προς τιμήν του Γ. Γκροτόφσκι (1988). Φωτο: Tony D’ Urso

To 1976, με πρωτοβουλία του Barba, πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι η πρώτη Συνάντηση του Τρίτου Θεάτρου, ένας προσδιορισμός που προήλθε από δύο αρνήσεις: ένα θέατρο που δεν ταίριαζε στο αστικό/παραδοσιακό αλλά ούτε στο πρωτοποριακό θέατρο, που δεν προσφερόταν για εννοιολογικούς ορισμούς. Ο προσδιορισμός αυτός ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις και πολλοί τον θεώρησαν επικίνδυνο και περιπεπλεγμένο γιατί παρέπεμπε σε ένα θέατρο αποκομμένο, έλεγαν, ένα γκέτο που θα τρέφεται από τα ψίχουλα των υπολοίπων, προκειμένου να εξασφαλίσει μια επισφαλή επιβίωση. Αντιπροσώπευε, παρόλα αυτά, τις συνθήκες καθημερινότητας πολλών θεατρικών ομάδων και εντός του εξασφάλιζε σε κάποιον την ελευθερία να διασώσει την κουλτούρα του, να μιλά τη γλώσσα του, να ζει όπως επιθυμεί. Να διαφυλάξει την ταυτότητά του. Το σημαντικό ήταν να αναγνωριστούν τα κοινά χαρακτηριστικά που συνέδεαν αυτές τις ομάδες που επιβίωναν στο περιθώριο, και το Τρίτο Θέατρο ήταν ένας προσδιορισμός που αναγνώριζε την πραγματικότητά τους.

Παράσταση δρόμου για την Αντίσταση στον Β’ ΠΠ στο Σαλέντο (Ν. Ιταλία) και στη Σαρδηνία 1973-75, με τη συμμετοχή των κατοίκων, βασισμένη σε βιβλίο του ανθρωπολόγου και φιλοσόφου Ερνέστο Ντε Μαρτίνο, στο πλαίσιο του σχεδίου του Odin «Θέατρο εκεί που δεν υπάρχει θέατρο». Φωτο: Tony D’ Urso

Το Odin και οι ηθοποιοί του με την προσωπική τους δουλειά, «ξεκόλλησαν» τους δασκάλους του μοντέρνου θεάτρου από το μουσειακό δογματισμό τους ή την αντιιστορική παραποίησή τους. Η σχέση ανάμεσα στους ηθοποιούς είναι, πάντα, η πιο ουσιαστική: πώς διαφορετικές προσωπικότητες συνδέονται στη δουλειά, πώς κοινωνικοποιούν τις ανάγκες τους – είναι η ποιότητα αυτής της σχέσης που καθορίζει και την επαφή με το κοινό, η οποία έπεται. Για τον Barba, σημαντικό σημείο αναφοράς αποτελεί το πρώτο επαγγελματικό θέατρο, η Commedia dell’ Arte, για το οποίο είχε επικρατήσει ο μύθος ότι οι ηθοποιοί του ήταν περιφερόμενοι ταχυδακτυλουργοί ή «ακόλαστοι» μίμοι (που ίσχυε, σ’ ένα βαθμό, για τους Giullari του Μεσαίωνα), ενώ ήταν η απόφαση αυτών των καλλιτεχνών να ενωθούν σε ομάδες που δημιούργησε «μια νέα μικρο-κουλτούρα, μέσα από τη συλλογική δουλειά ανθρώπων που μέχρι τότε επιδεικνύονταν μεμονωμένα στο κοινό».
Αντίστοιχες «αποκαταστάσεις» με την προσωπική δουλειά των ηθοποιών της ομάδας, αφορούσαν τον Μπρεχτ, τον Στανισλάφσκι, τον Μέγιερχολντ οι οποίοι είχαν κατηγοριοποιηθεί ψευδώς ως «εχθροί». «Να είμαστε φύλακες των τάφων τους ή εμπνευσμένοι ταξιδιώτες;», αναρωτιόταν ο Barba. Οι κριτικοί και οι θεατράνθρωποι επί χρόνια προσπαθούσαν να αγνοήσουν ότι το θέατρο είχε χάσει την ουσιαστική λειτουργία του. Μνημονεύοντας τον Ζακ Κοπώ που επέλεγε τους ηθοποιούς του με κριτήριο το χαρακτήρα τους, όχι το ταλέντο τους, ο Barba οραματίζεται ένα θέατρο που δεν θα δημιουργεί νέο περιεχόμενο αλλά νέες σχέσεις γιατί είναι αυτές καθώς και η προσωπική έρευνα του καθενός που αφήνουν ίχνη και που αποκαλούμε πια θέατρο.

Παράσταση δρόμου στο Περού: Anabasis. Φωτο Peter Bysted

Το International School of Theatre Anthropology (ISTA) δημιουργήθηκε από τον Barba και μια ομάδα μελετητών του θεάτρου και ηθοποιών, από όλο τον κόσμο, με διαφορετικές παραδόσεις, ανάμεσά τους οι Sanjukta Panigrahi, Katsuko, I Made Pasek Tempo, Jean-Marie Pradier, Frabrizio Cruciani, Franco Ruffini, Ferdinando Taviani… Από την αρχή στόχος της ISTA ήταν να μεταφέρει επαγγελματικές εμπειρίες σε αυτοδίδακτους ηθοποιούς και να διερευνήσει τους τρόπους μέσω των οποίων κατασκευάζεται η σκηνική παρουσία τους. Μια εναλλακτική σχολή για νεαρούς ηθοποιούς, σε μια εποχή που οι μεγάλες συναντήσεις και η απαίτηση για ομαδικό θέατρο ήταν κεντρικό αίτημα. Αλλά και ένας χώρος έρευνας για τον ηθοποιό ή, σύμφωνα με τη διατύπωση του Barba, «ένας χώρος έρευνας για την ανθρώπινη ύπαρξη ενώ αυτή αναπαριστά». Ένα είδος έρευνας που μελετούσε και τις αντιδράσεις, το βλέμμα του θεατή, το νευρικό του σύστημα απέναντι σε δυνητικές μορφές ζωής, που είναι το θέατρο, και που ο Barba, στη συνέχεια, θα ονομάσει «θεατρική ανθρωπολογία». Μεγάλοι συνομιλητές, βέβαια, ο Γιέρζι Γκροτόφσκι και ο Πήτερ Μπρουκ, αλλά και «ιστορικές» ομάδες όπως το Living Theatre, ή θέατρα έρευνας, όπως το Piccolo Teatro di Pontedera, επαγγελματικό και όχι μόνο σπίτι του Γκροτόφσκι, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, για το οποίο το Odin αποτέλεσε έμπνευση.
Απολαυστικά ως ανάγνωσμα παραμένουν τα αρχεία από τις συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου του Χόλστεμπρο· μέρος τους είχε κυκλοφορήσει πριν από χρόνια μαζί με υλικό από τις πρώτες παραστάσεις του Odin: οι κάτοικοι, με καλοήθη υπομονή και με δημοκρατική χειραφέτηση, κάποιοι και με καυστικότητα, προσπαθούν να κατανοήσουν τι άραγε σκαρώνει η θεατρική ομάδα που χρηματοδοτούν, ενάμιση χρόνο κλεισμένη στο χώρο της. Τα kaspariana και Min Fars Hus, ήταν οι δύο πρώτες «ιστορικές παραστάσεις» του Odin.

Σοφία Ξυγκάκη