Οδοιπορίες αναστοχασμού

Ιωάννα Καρυστιάνη
«Το φαράγγι»
Εκδ. Καστανιώτη
Οκτ. 2015

Η σχέση συγγραφέα-κριτικού, ιδίως από την οπτική γωνία, όχι του πρωταγωνιστή, αλλά του κομπάρσου, που είναι ο κριτικός, και ως διαμεσολαβητής, όχι πάντοτε απαραίτητος, συχνά και ανεπιθύμητος, παραμένει αφανής. Ουσιαστικά, τον μόνον, που ενδιαφέρει αυτή η σχέση, είναι τον ίδιο. Μπορεί, όμως, και αυτόν να τον καταλάβει καμιά φορά εξομολογητική διάθεση. Το νοσταλγείν ανθρώπινον.
Ήταν στο μέσον της δεκαετίας του ’90, συγκεκριμένα άνοιξη 1995, το Ex Libris μόλις είχε σκάσει μύτη στο χώρο της ελληνικής πεζογραφίας και αναζητούσε καλούς ή και φερέλπιδες διηγηματογράφους. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που στάθηκαν από τους πρώτους τροφοδότες μας, ήρθε τότε το πρώτο βιβλίο της Ιωάννας Καρυστιάνη, «Η κυρία Κατάκη». Την γνωρίζαμε ως σκιτσογράφο, με υπογραφή το βαπτιστικό Ιωάννα. Οι ιστορίες της μας άρεσαν, περισσότερο οι ήρωες που έπλαθε. Τελικά, δεν σχολιάσαμε το βιβλίο. Κάποιος, μάλλον για να μας παρακινήσει να γράψουμε, μας πληροφόρησε, ακριβές ή όχι, ότι έπασχε από καρκίνο. Η είδηση μας απέτρεψε. Ανέκαθεν πιστεύαμε πως ένας ασθενής συγγραφέας επηρεάζει συναισθηματικά ανάγνωση και κρίση.
Έτσι χάσαμε την ευκαιρία να είμαστε ανάμεσα στους πρώτους, που θα είχαν παρουσιάσει μία από τις πιο πολυσυζητημένες μυθιστοριογράφους της εικοσαετίας. Την αφορμή, για να θυμηθούμε αυτήν την παλιά ιστορία, μας την έδωσαν δυο άλλοι καρκίνοι. Της ζωγράφου Άννας Παλιεράκη, που οι πίνακές της αποτελούν διακριτικό στοιχείο των βιβλίων της Καρυστιάνη. Από το πρώτο, με το εξπρεσιονιστικό πορτρέτο της “κυρίας Κατάκη”, μέχρι το πρόσφατο, με πίνακα του ’94. Ανθρωποκεντρική ζωγράφος, είχε πειθαρχήσει στη θεματική γκάμα των μυθιστορημάτων της νεότερής της συντοπίτισσας. Εκείνος ο καρκίνος στάθηκε τελεσίδικος, η Παλιεράκη απεβίωσε τον περσινό Απρίλιο. Ο δεύτερος, σε συγγραφέα μία εικοσαετία νεότερη της Παλιεράκη, ηττήθηκε και έγινε μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με το πρόσφατο μυθιστόρημα της Καρυστιάνη, διαφημιζόμενο στον Τύπο σε παράπλευρες σελίδες Βιβλίου. Σε εμάς, το εν λόγω μυθιστόρημα, γέννησε ένα διττό ερώτημα. Πρώτα, για τον βαλλόμενο, ποια είναι η καλύτερη, από ψυχολογική άποψη, αντιμετώπιση, η παλαιότερη, εν κρυπτώ και παραβύστω, ή η σημερινή, “κοινωνικά δικτυωμένος”; Και ύστερα, για τον άλλον, πόσο βοηθάει “το χρονικό του καρκίνου” στο ξένο στήθος ή μήπως, μόνο επαυξάνει τον τρόμο; Ιδιαίτερα, του άνεργου ή και όλου “του κόσμου των ταπεινών”, που δεν έχει τη δυνατότητα της άμεσης και κατά κανόνα, αποτελεσματικής ιατρικής παρέμβασης.
Η Καρυστιάνη, με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημά της, επανέφερε το θέμα των ανέργων, αλλά και την έννοια της ανθρωπιάς, που τείνει προς ολική εξαφάνιση, ενώ ανεμίζουν σημαίες οι ρητορείες αλληλεγγύης. Μπορεί να μην έγινε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της ελληνικής δημοκρατίας, όπως συζητιόταν πριν την εκλογή προέδρου, αρχές Φεβρ., αλλά μετά τις πρόσφατες εκλογές, της 20ης Σεπ., στις αρχές Οκτ., πήρε στις εφημερίδες τη μερίδα του λέοντος από τις σελίδες με συνεντεύξεις διασημοτήτων, επισκιάζοντας σχεδόν άπαντες τους εκλεγμένους. Όταν, βεβαίως, πρόκειται για συγγραφέα, που μόλις εξέδωσε βιβλίο, το πολύ εγκώμιο βλάπτει σοβαρά την υγεία, κυρίως του πονήματός της. Ωστόσο, στην περίπτωση της Καρυστιάνη, όπως και σε εκείνες της Μαρώς Δούκα ή της Ρέας Γαλανάκη, που οι συγγραφείς εκφράζονται, πέραν του βιβλίου, για την γενικότερη κατάσταση, οι συνεντεύξεις υποκαθιστούν έναν ελλείποντα διάλογο. Γεγονός που ελάχιστα φαίνεται να το έχουν επίγνωση οι συνεντευξιαστές, διαφορετικά δεν θα συγκέντρωναν τα δημοσιεύματα σε ένα τριήμερο, σαν χάπενινγκ συνακόλουθο της έκδοσης.
Κατά τα άλλα, η συμπαράταξη από τους βιβλιοπαρουσιαστές των τριών κρητικής καταγωγής συγγραφέων και ο συνυπολογισμός των πρόσφατων μυθιστορημάτων τους δείχνει μηχανιστικός. Συνομήλικες οι δυο πρώτες, απόφοιτες του Ιστορικού της Φιλοσοφικής, εμφανίζονται αρχές της μεταπολίτευσης στα 27-28, με λογοτεχνικούς τρόπους της γενιάς του ’70 και θεματικό άνοιγμα προς τους ιστορικούς χρόνους. Μερικά χρόνια νεότερη η Καρυστιάνη, εμφανίζεται, μέσα δεκαετίας ’90, καβαντζαρισμένα τα 40, με τους αφηγηματικούς τρόπους των πρωτοεμφανιζόμενων μυθιστοριογράφων εκείνων των χρόνων, αλλά με διαφορετικές θεματικές εστιάσεις. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι το προφορικό στοιχείο της αφήγησης, ενώ κυρίαρχο θέμα το εκάστοτε παρόν ενός τμήματος της νεοελληνικής κοινωνίας. Ειδικότερα, αυτό που αποκαλείται, λαϊκά στρώματα, τουτέστιν χαμηλό εισόδημα, ελλιπής μόρφωση.
Επί μία εικοσαετία δεν αλλάζει ούτε τα λεγόμενα “παρακειμενικά στοιχεία” των βιβλίων της, ούτε τους ήρωές της. Ο ίδιος εκδότης, η ίδια εικονογράφος, από την ίδια κοινωνική τάξη οι ήρωές της. Εν ολίγοις, δεν ενδίδει στις μόδες. Πιστή στους Έλληνες, δεν αγιοποιεί τον μετανάστη. Πιστή στον ανώνυμο του πλήθους, δεν αναζητάει τους ήρωές της στα ιστορικά πρόσωπα, ούτε τους πλάθει κατ’ εικόνα και ομοίωση επωνύμων. Ακόμη, ανθίσταται στη νεολατρεία της εποχής μας, διαφορετική από τη νεολατρεία του 20ου αιώνα, που χαρακτηρίστηκε από τους ιστορικούς “ο μακρύς αιώνας των νέων”.  Πρόκειται μάλλον για μία μετανεοτερική εκδοχή, που συνδυάζει τον οικονομικό μισονεϊσμό με την πολιτική έως και πολιτιστική νεοκρατία. Κάτι αντίστοιχο, με το “σκοτώνουν τ’ άλογα όταν γεράσουν”, που ήταν εμπνευσμένο από το οικονομικό κραχ του 1929. Παρεμπιπτόντως, αυτή η καινοφανής νεολατρεία έχει πλήξει και τον χώρο της λογοτεχνίας. Μάστοροι πεζογράφοι αποκαλούνται πλέον οι κάτω των σαράντα. Καλύτεροι πρωτοεμφανιζόμενοι χρίζονται οι γυμνασιόπαιδες. Ενώ η τάξη των  βιβλιοπαρουσιαστών συνεχώς ανανεώνεται. Πρώτα θύματα είναι οι συγγραφείς, καθώς οι αόριστες αναφορές στο έργο τους συχνά φλουτάρουν την ολική εικόνα, αλλά εκείνοι μένουν ευχαριστημένοι, αφού τα πονήματά τους εγκωμιάζονται δεόντως.
Όπως και να έχει, και μόνο το γεγονός πως η Καρυστιάνη πάει αναπόταμα στις τρέχουσες μόδες, αξίζει επαίνου. Μιμητικές οι περισσότερες από αυτές τις τάσεις, εντός και εκτός λογοτεχνίας, γίνονται προς ευθυγράμμιση με τον υπόλοιπο αμερικανοειδή κόσμο. Εκείνη, στη νεολατρεία απαντά με ήρωες μέσης ηλικίας και προς τα πάνω. Σε δυο συλλογές διηγημάτων, από εννέα ιστορίες η κάθε μία, και επτά μυθιστορήματα, ο δικός τους ένδον λόγος ξεδιπλώνεται. Εμείς, μάλλον αυθαίρετα, διακρίνουμε τα μυθιστορήματά της στα “σκληρά” και τα “ήπια”, όπου, στα πρώτα υπερισχύουν οι νοσηρές σχέσεις και η μοναξιά, στα δεύτερα οι πάσης φύσεως έρωτες, ευλογημένοι με το δεσμό του γάμου, παράνομοι ή και κοινωνικά αποδιοπομπαίοι. Θα ομολογήσουμε πως, από μιας αρχής, εκείνο που μας στενοχωρούσε στα βιβλία της ήταν η έλλειψη μέτρου. Στα “σκληρά” μέναμε με την εντύπωση πως υπερέβαλε σε τραχύτητα, ενώ, στα ερωτικά ή και νοσταλγικά, σε τρυφερότητα. Μάλλον, όμως, η συγγραφέας εκφράζει το γούστο ενός κοινού με μεγαλύτερες αντοχές στη συγκινησιακή φόρτιση.  
Οπως ήταν αναμενόμενο, και την πολύπλευρη κρίση της τελευταίας πενταετίας, μέσα από την οπτική γωνία αυτής της ηλικιακής ζώνης την σχολιάζει σε δυο βιβλία της, που θα τα εντάσσαμε στα “τρυφερά”. Στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων, «Καιρός σκεπτικός», που κυκλοφόρησε Οκτ. 2011, με εννέα χριστουγεννιάτικες ιστορίες από τα πρώτα Χριστούγεννα εν καιρώ κρίσης, του 2010, όπου συνταξιούχος ηρωίδα της, αντί για έλατο, στόλισε “τον χειμωνικό βασιλικό” ή, αλλιώς, αγιορείτικο. Και στο πρόσφατο, έβδομο μυθιστόρημα, όπου επτά αδέλφια, ηλικίας από 52 έως 72 ετών, την Κυριακή 11 Μαΐ. 2014, διοργανώνουν πεζοπορική εξόρμηση στο φαράγγι της Ασφέντου του δήμου Σφακίων.
Στα πεζά, διηγήματα και μυθιστορήματα, που αναφέρονται στην περίοδο της κρίσης, έχει επικρατήσει να επιλέγεται ως παροντικός χρόνος, ημέρες συνδεδεμένες με κάποια σημαντικά συμβάντα, όπως διαδηλώσεις ή εκλογές. Η εκδρομή των επτά τοποθετείται μία εβδομάδα πριν τις πρόσφατες Δημοτικές εκλογές και δυο πριν από εκείνες της Ευρωβουλής. Η συγκεκριμένη Κυριακή δεν αποτελεί μέρος της μυθοπλασίας. Οποιαδήποτε Κυριακή του 2014 κι αν επιλεγόταν, οι παράλληλες αναδρομές των επτά στα παρελθοντικά πάθη τους δεν θα άλλαζαν. Η επιλογή μπορεί να εκληφθεί μάλλον σαν μια αλληγορία για το δύσκολο πέρασμα, που σηματοδοτεί για τη χώρα μία εκλογική αναμέτρηση, με τις δυο όψεις, της μικρής τοπικής κλίμακας και της υπερεθνικής.
Συμπτωματικά επτά κόμματα συμμετέχουν στη Βουλή, που προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές. Στο μυθιστόρημα, το καθένα από τα επτά αδέλφια προγραμμάτιζε, με την ευκαιρία της συνοδοιπορίας, εξομολογήσεις και ξομπλιάσματα. Τελικά, όμως, συνειδητοποιούν, καθώς αναστοχάζονται κατά μόνας τα δεινά τους, πως αυτό δεν θα ωφελούσε. Για το γενικότερο καλό, των ίδιων, των συντρόφων τους, συν των παιδιών και των εγγονιών τους, ομονοούν. Μήπως τα επτά κόμματα της Βουλής θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους κυρίως για το καλό “του κόσμου των ταπεινών”; Κατά τα άλλα, μπορεί τα κόμματα της Βουλής να μην επιδέχονται συμβολικές προεκτάσεις σχετικά με το τι μπορεί το καθένα να εκφράζει, όμως οι μυθιστορηματικοί ήρωες προσφέρονται.
Όπως ο αριθμός επτά αναλύεται συμβολικά σε άθροισμα του τρία για τα πνευματικά πράγματα και του τέσσερα για τα υλικά, έτσι και τα αδέλφια μοιράζονται στα δυο φύλα. Τρία είναι τα θηλυκά, τέσσερα τα αρσενικά. Στο μυθιστορηματικό κόσμο της Καρυστιάνη, οι γυναίκες εκφράζουν τα μεγάλα αισθήματα. Κατά ηλικιακή παράταξη, μια χήρα εκπροσωπεί το απόλυτο του έρωτα, μια ζωντοχήρα τη νοσταλγία για τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας και μια γεροντοκόρη το μεταφυσικό δέος του θανάτου. Αυτή η τελευταία, η πιο βασανισμένη αδελφή, είναι ζωγράφος, ονόματι Θεώνη, ένας ρομαντικός χαρακτήρας, όπως η ζωγράφος Θεονύμφη στην «Άκρα ταπείνωση» της Γαλανάκη. Αυτή γέρνει προς το τραγικό, της Γαλανάκη διασκεδάζεται με κωμικές νότες.
Στην υλική τετράδα –γη, φωτιά, νερό, αέρας– θα μπορούσε αντίστοιχα να παραταχθούν: Ο πρεσβύτερος απόλυτα γήινος, φούρναρης το επάγγελμα, είναι ο φανατικός πεζοπόρος των ορέων της δυτικής Κρήτης και λάτρης των φαραγγιών της. Ο δευτερότοκος, άνθρωπος της επαναστατικής φωτιάς, καίτοι ιδεολόγος αριστερός, απομένει με ελάχιστα ψιχία αξιοπρέπειας. Ο βενιαμίν, δέσμιος από τα 23 του με τον εφιάλτη του νερού, δεν μίλησε ποτέ για τον λευκό καρχαρία, που σαν άλλος Μόμπι Ντικ κατέστρεψε τη δική του ζωή. Για τον αέρα, ταιριάζει ο “αχαμνός” τριτότοκος, που φέρει το όνομα του προφήτη Ελισαίου, και γιατί όχι, αφού στάθηκε υπερασπιστής, όχι της θρησκευτικής, αλλά της ερωτικής του αυτοδιάθεσης.
Μόνο ένας, εκτός οικογένειας, αυτοκτονεί. Η μυθοπλασία αφήνει μετέωρη τη δικαίωση της πράξης του με κίνητρο τη διάσωση της αξιοπρέπειάς του, όπως και την ευόδωση της ανάγκης, που οι ήρωες εκδηλώνουν πλαγίως, για ανθρωπιά. Μήπως, και στην πραγματικότητα, οι δυο αυτές έννοιες σαν μετέωρες δεν μοιάζουν; Το αίσιο, πάντως, τέλος του μυθιστορήματος, που επιλέγει η Καρυστιάνη, εκφράζει ή, σωστότερα, υποδηλώνει, συγκεκριμένη τάση της κινηματικής διανόησης. Είναι το ίδιο, με εκείνο της τελευταίας χριστουγεννιάτικης ιστορίας του 2010. Στην ιστορία, πρόκειται για το τραπέζωμα, που κάνει το ομοφυλόφιλο ζευγάρι των ηρώων, μετά συμβίωση μιας τριακονταετίας, στις δυο μανάδες τους. Στο μυθιστόρημα, η αφήγηση τελειώνει με τις προετοιμασίες της οικογενειακής συνεστίασης, τις οποίες κάνει ο Ιταλός σύντροφος του Ελισαίου, για την υποδοχή των πεζοπόρων στο εξοχικό, που του άφησε η κρητικιά μητέρα του καλού του. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η περιγραφή υπερχειλίζει τρυφερότητας. Αυτή η εικόνα, η πιο φωτεινή του μυθιστορηματικού κόσμου της Καρυστιάνη, όταν τοποθετείται στην καρδιά της Κρήτης – της λεγόμενης άλλοτε και “λεβεντογέννας” – θέλει κότσια. Σίγουρα πιο γερά, από όσο η υπεράσπιση της σημερινής κυβέρνησης, που αποπειράται η συγγραφέας στις πρόσφατες  συνεντεύξεις της.

Μ. Θεοδοσοπούλου